Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2009

Ο κ. Γλαύκος Κληρίδης στη RAF

Ένας από τους Έλληνες της Κύπρου που πολέμησαν κατά του ναζισμού και του φασισμού ήταν και ο πρώην πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας κ. Γλαύκος Κληρίδης. Κατατάγηκε από τους πρώτους στην Αγγλική Αεροπορία και το 1942 το αεροπλάνο του καταρρίπτεται πάνω από τη Γερμανία. Είχε την τύχη να είναι ένας από τους επιζώντες του πληρώματος.

Σύμφωνα με τον Πρόεδρο Κληρίδη, οι Γερμανοί στη διάρκεια του Β΄Παγκόσμιου Πολέμου "κατέρριψαν 65 χιλιάδες πληρώματα βρετανικών βομβαρδιστικών. Από αυτούς, 55,5 χιλιάδες σκοτώθηκαν και μόλις 9,5 χιλιάδες επέζησαν. Ένας στους έξη. Ένας απ' αυτούς τους έξη ήμουν κι εγώ".

Ήταν φοιτητής της Νομικής στην Αγγλία. Έγραψε μια επιστολή στον πατέρα του με την οποία του κοινοποιούσε την απόφασή του να πολεμήσει. Αυτός του απάντησε ότι είναι δική του απόφαση, την οποία και χαιρέτησε, και ανέφερε ότι περιμένει να μην αμαυρώσει το όνομα Κληρίδη.

Έτσι, κατατάγηκε στην αεροπορία. Στα μέσα του 1940 τοποθετείται σε βομβαρδιστικό αεροσκάφος και μέχρι το 1942 παίρνει μέρος σε πολεμικές επιχειρήσεις και βομβαρδισμούς γερμανικών στόχων. Ανήκε στο σμήνος 115.

Το 1942 το αεροπλάνο του Γλαύκου Κληρίδη καταρρίπτεται από το γερμανικό αντιαεροπορικό πυροβολικό. Ο ίδιος, μαζί με άλλα δύο μέλη του πληρώματος, άνκαι τραυματισμένος από θραύσματα, καταφέρνει να πηδήξει με το αλεξίπτωτο και πέφτοντας στο έδαφος, σπάζει και το πόδι του. Οι άλλοι δύο συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στην αιχμαλωσία, ενώ ο ίδιος οδηγείται σε νοσοκομείο για Γάλλους αιχμαλώτους, όπου χειρουργείται χωρίς αναισθητικό από Γάλλο φοιτητή της Ιατρικής.

Μόνος του αφαιρεί τον γύψο μ' ένα σουγιά και, χρησιμοποιώντας τα σεντόνια του νοσοκομείου, διαφεύγει. Συνελήφθη, ωστόσο, στην Ολλανδία και μεταφέρθηκε πίσω στη Γερμανία. Τον ανακρίνουν στη Φρανκφούρτη και απ' εκεί μεταφέρεται στα πολωνικά σύνορα. Εκεί, συναντά για πρώτη φορά Κύπριους αιχμαλώτους πολέμου.

Στο στρατόπεδο αυτό διοργανώνει νέα απόδραση και αλλάζοντας ρούχα με κάποιον Κύπριο αιχμάλωτο, τον Μιχάλη Ροδοσθένους, δραπετεύει μαζί με κάποιον Γιουγκοσλάβο, και με τρένο φτάνουν μέχρι τα σύνορα της Κροατίας, προσπαθώντας να φτάσουν στις Δαλματικές ακτές, και από κει στην Ιταλία.

Συλλαμβάνεται και στέλνεται πίσω στη Γερμανία σ' ένα στρατόπαιδο αντιποίνων, όπου έκανε ένα χρόνο, δεμένος με τον γιουγκοσλάβο αιχμάλωτο. Όταν τα σοβιετικά στρατεύματα πλησίαζαν προς τα πολωνικά σύνορα, τέλη του 1944, το στρατόπεδο εκκενώθηκε, κι έτσι 10,000 αιχμάλωτοι πολέμου πήραν τον δρόμο προς τα γαλλικά σύνορα, διανύοντας πεζοί 30 χιλιόμετρα την ημέρα, μ' ένα συσσίτιο που περιλάμβανε σούπα, βραστές πατάτες και δυο φέτες ψωμί. Πολλοί δεν άντεξαν και πέθαναν στο δρόμο.

Κοντά στα γαλλογερμανικά σύνορα δραπέτευσε και πάλι και συναντήθηκε με τα άρματα μάχης του σρατηγού Πάτερ, και μαζί με άλλους δραπέτες στάληκε αεροπορικώς στην Αγγλία πριν από το τέλος του πολέμου. Το κωμικοτραγικό της υπόθεσης είναι ότι οι δικοί του, όταν κατερρίφθη το αεροπλάνο του, τον είχαν για νεκρό και του έκαναν και μνημόσυνο, μέχρι που πήγε η μητέρα του στην Αγγλία και έμαθε ότι ο γιος της πιάστηκε αιχμάλωτος.

Αυτή είναι η ιστορία του κ. Γλαύκου Κληρίδη που από τα νιάτα του έδειξε πως δεν του έλειπε το θάρρος και η δύναμη της ψυχής. Μετά από αυτές τις εμπειρίες, φαντάζομαι ότι όλα τα καθημερινά προβλήματα της ζωής, του φαίνονταν ασήμαντα. Γι' αυτό και τα αντιμετώπιζε όλα με φιλοσοφική διάθεση, στωικότητα, ψυχραιμία, χιούμορ. Μακάρι να συνεχίσει να είναι έτσι σε όλη τη ζωή του! Του το εύχομαι μ' όλη μου την καρδιά.

Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2009

Η ΕΙΡΗΝΗ ΤΗΣ ΚΥΘΡΕΑΣ "Όλη η ζωή μια ιστορία"

Καλή μέρα και καλή βδομάδα.

Θέλησα σήμερα να δημοσιεύσω ένα κείμενο της μαθήτριάς μου Ειρήνης Χατζηκουμή, εγγονής του ήρωα Σπύρου Χατζηκουμή για τον οποίο έγραψα πρόσφατα. Πέρσι, στον καθιερωμένο διαγωνισμό για την κατεχόμενη γη μας και τους ανθρώπους της στο σχολείο μας, το Λύκειο Λατσιών, κέρδισε το πρώτο βραβείο, γράφοντας για την ηρωίδα γιαγιά της, της οποίας φέρει το όνομα. Ήταν μια γυναίκα που της σκότωσαν οι Άγγλοι τον άντρα της από τα βασανιστήρια, που μεγάλωσε μόνη της τέσσερα παιδιά με χίλια βάσανα, κι ύστερα ήρθε κι η εισβολή των Τούρκων για να της πάρει και τον πρωτογιό της τον Αντρέα. Η γιαγιά Ειρήνη πέθανε, θεωρώντας τον Αντρέα αγνοούμενο. Τελικά, τον Ιούλιο του 2008, βρέθηκαν τα οστά του σε ομαδικό τάφο.



"Είναι μια ζεστή μέρα του Ιούλη. Ο ήλιος καίει πέτρες . Αλλά είναι μια πολύ όμορφη μέρα και συνάμα πολύ καταθλιπτική. Η κυρία Ειρήνη , μια μικροκαμωμένη , ογδοντάχρονη συμπαθητική γριούλα, είναι κλεισμένη στο δωμάτιό της. Δεν θέλει να βγει έξω. Δεν θέλει να δει , ούτε και να μιλήσει σε κανένα. Απλώς θέλει να μείνει μόνη της. Πάει και κάθεται στην κουνιστή της καρέκλα. Σήμερα είναι 20 του Ιούλη, έτσι λέει το ημερολόγιο στον απέναντι τοίχο . 20 Ιουλίου 2004. Έρχεται στη μνήμη της εκείνη η σκοτεινή μέρα και γυρίζει πολλά χρόνια πίσω. Κλείνει τα μάτια. Βυθίζεται στο παρελθόν και αναπολεί μνήμες.

Θυμάται τότε στο χωριό της . Στην αγαπημένη της Κυθρέα. Ένα χωρίο που δεν του έλειπε τίποτα. Ήταν κάτι σαν παράδεισος γι' αυτήν. Ένα χωριό γεμάτο ζωντάνια , κτισμένο στους νότιους πρόποδες του γέρο Πενταδάκτυλου. Θυμάται, τότε, που ήταν μικρούλα και περπατούσε ανέμελα στα στενά δρομάκια και η μυρωδιά των λουλουδιών και του φρεσκοψημένου ψωμιού της χάδευε το πρόσωπο. Όπου και να γύριζες, όλο και κάποια γιαγιά θα έβλεπες να κεντάει, όλο και κάποια νοικοκυρά θα έβλεπες να φουρνίζει. Της άρεσε πολύ να χαζεύει τους γεωργούς που πήγαιναν στα χωράφια τους. Να τους βλέπει να κόβουν τις ελιές, τα λεμόνια, τα πορτοκάλια και ό,τι λογής αγαθό παρήγαγε το εύφορο έδαφος της Κυθρέας. Ακόμα της άρεσε να τρέχει μαζί με τα άλλα παιδιά ως τον Κεφαλόβρυσο, όπου εκεί έκαναν μια στάση από το παιχνίδι τους για να ξεκουραστούν και να πιουν λίγο από το κρύο και γάργαρο νερό του Κεφαλόβρυσου. Ο Κεφαλόβρυσος ήταν το στολίδι της Κυθρέας. Σ’ αυτόν οφειλόταν και η τόση ευφορία του εδάφους, όπου όλα τα δέντρα ευδοκιμούσαν και χάριζαν τους καρπούς τους στους κατοίκους που με τόσο κόπο αυτοί φρόντιζαν. Ποτέ δεν σταματούσαν να ακούγονται τα τσιριχτά γέλια των παιδιών. Σε κάθε γειτονιά, σε κάθε αυλή, σε κάθε νοικοκυριό, παντού ηχούσαν τα γέλια παιδιών. Αχ , η αγαπημένη της Κυθρέα. Στο χωριό το οποίο μεγάλωσε και έζησε τις πιο ωραίες της στιγμές.

Και παιδί καθώς ήταν μεγάλωσε. Άνθησε και αυτή μαζί με τα ανθισμένα ματσικόριδα στις όχθες του Πενταδάκτυλου, την άνοιξη. Μεγάλωσε και έγινε μια σωστή κοπέλα, έτοιμη για γάμο. Στα δεκαοκτώ της χρόνια παντρεύτηκε με τον Σπύρο, ένα πολύ καλό νέο και προπαντός δουλευταρά. Αγαπούσε και αυτός πολύ την Κυθρέα και γενικά την πατρίδα του, κι αν χρειαζόταν ποτέ να θυσιαστεί για την πατρίδα του θα το έκανε. Ήταν βοσκός και κάθε μέρα σηκωνόταν πολύ πρωί για να πάρει τα ζώα του να βοσκήσουν σε μια πεδιάδα κοντά στον Πενταδάχτυλο. Μαζί του σηκωνόταν και η Ειρήνη για να του ετοιμάσει το πρωινό του και το φαγητό που θα έπαιρνε μαζί του. Απέκτησαν και τέσσερα παιδιά, τον Αντρέα, τον Κώστα, τον Γιάννη και τη μικρή Χρυστάλλα, και όλοι μαζί ήταν πολύ ευτυχισμένοι. Αλλά αυτή η ευτυχία δεν κράτησε για πολύ. Ήρθαν χρόνια δύσκολα για την Κύπρο. Τότε που η Κύπρος ήταν υπό την κατοχή των Άγγλων. Όλοι άρχισαν να δυσανασχετούν . Δεν άντεχαν άλλο να τους εξουσιάζουν. Ήταν τότε που άρχισε και η οργάνωση της ΕΟΚΑ. Πρώτος και καλύτερος έτρεξε να ενταχθεί στην οργάνωση και ο Σπύρος. Δεν άντεχε στην ιδέα ότι θα ζούσε εκείνος και τα παιδιά του κάτω από την εξουσία των Άγγλων. Είχε μάθει να ζει ελεύθερος. Αγαπούσε την ελευθερία και ήθελε η πατρίδα του να είναι ελεύθερη. Κανείς δεν ήξερε γι’ αυτό. Η οργάνωση ήταν μυστική και δεν έπρεπε να ξέρει κανείς τίποτα γι’ αυτήν. Ο Σπύρος συνέχιζε κανονικά τη ζωή του, πηγαίνοντας καθημερινά τα ζώα για βοσκή στο Πενταδάκτυλο. Εκεί γίνονταν και όλες οι ενέργειές του. Η κυρία Ειρήνη καλά είχε καταλάβει ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.

Στις 12 του Οκτώβρη,1958, οι Άγγλοι επέβαλαν κατ’ οίκον περιορισμό σε όλη την Κυθρέα, όπως και σε γειτονικά χωριά. Στις 4 το πρωί της ίδιας μέρας όλοι οι άντρες έπρεπε να μεταβούν στον Κεφαλόβρυσο και από εκεί οδηγήθηκαν από ένοπλους Άγγλους στρατιώτες σε σκηνές για ανάκριση. Στις σκηνές αυτές υπήρχε ένας προδότης που, όποιον έδειχνε, θεωρείτο ύποπτος και μεταφερόταν σε μια αποθήκη για ανάκριση. Εκεί είχε μεταφερθεί και ο Σπύρος μαζί με 100 άτομα ακόμα. Ένας-ένας οι κρατούμενοι μεταφέρονταν σε ένα δωμάτιο και ανακρίνονταν. Από το δωμάτιο αυτό ακούονταν οι κραυγές και τα βογγητά των ανακρινομένων. Επειδή ανάμεσά τους υπήρχαν και νεαροί, ο Σπύρος τους συμβούλευε, λέγοντάς τους «Προσέχετε, ρε μικροί, μεν φοηθείτε και προδώσετε την πατρίδα, ό,τι σας ρωτούν να λαλείτε μονολεκτικά “ΟΙ”. Και τους έλεγε χαρακτηριστικά την παροιμία «Έναν όι αξίζει έναν ανώι» .

Την επόμενη μέρα μεταφέρθηκε για ανάκριση και ο Σπύρος. Όλοι την μέρα υπέστη φρικτά βασανιστήρια. Από τις 14 μέχρις τις 16 Οκτωβρίου βασανιζόταν συνέχεια. Ήταν πεσμένος στο έδαφος, αλλά ακόμα και τότε φώναζε:«Δεν θα σας πω τίποτα. Προδότης δεν είμαι.» . Το απόγευμα στις 16, παρέδωσε το πνεύμα του. Όλο το χωριό ήταν ανάστατο. Γυναίκες έτρεχαν στους δρόμους, κλαίοντας και ζητούσαν από τους Άγγλους να τον μεταφέρουν στην εκκλησία. Οι Άγγλοι υπέκυψαν και έγινε η κηδεία του. Μερικές γυναίκες, όταν τον ξεσκέπασαν, διαπίστωσαν ότι τα πόδια του ήταν θρύψαλα ,το κρανίο του σπασμένο και έφερε τραύμα κάτω από την κοιλιακή χώρα.



Έτσι μόνη της πια η κυρία Ειρήνη μεγάλωσε όσο πιο καλύτερα μπορούσε τα παιδιά της και έκανε το παν να μην τους λείψει τίποτα. Τα ανέθρεψε με αξίες και ιδανικά, καλλιεργώντας τους το πνεύμα του πατριωτισμού που σίγουρα θα ήθελε να έχουν ο πατέρας τους. Η μόνη της παρηγοριά ήταν το χωριό της και τα παιδιά της. Χαιρόταν πολύ καθώς τα έβλεπε να μεγαλώνουν και να αγαπούν και αυτά τόσο πολύ το χωριό τους. Η ζωή, όμως, τους έπαιζε πολλά παιχνίδια.

Τον Ιούλιο του 1974 η Κύπρος περνούσε δύσκολες καταστάσεις. Στις 15 του Ιούλη τα ραδιόφωνα είχαν βουίξει για την πτώση της Κυβέρνησης και ότι έγινε πραξικόπημα.

Η κ. Ειρήνη εκείνη τη μέρα βρισκόταν στο νοικοκυριό της μαζί με την δεκαεξάχρονη πια κόρη της . Καθώς έκαναν τις δουλειές τους, ξαφνικά μπήκε στο σπίτι ο Αντρέας ,ο μεγάλος της γιος. Φαινόταν λαχανιασμένος, σαν να έτρεχε και το πρόσωπό του ήταν πολύ ανήσυχο.

-Μανά, τα ραδιόφωνα λαλούν συνέχεια ότι έπεσε η Κυβέρνηση τζαι πως ο πρόεδρος είναι νεκρός.

Η κυρία Ειρήνη, μόλις το άκουσε αυτό, άλλαξε αμέσως έκφραση. Δεν της άρεσε καθόλου αυτό, και κάτι της έλεγε ότι δεν θα τους έβγαινε σε καλό. Ο κόσμος είχε αναστατωθεί και δεν ήξερε τι να πιστέψει. Οι πολίτες είχαν χωριστεί σε δύο στρατόπεδα και υπήρχαν συνεχώς εμφύλιες διαμάχες. Η κυρία Ειρήνη τελικά είχε δίκαιο. Δεν τους βγήκε καθόλου σε καλό αυτό. Στις 20 του Ιούλη οι Τούρκοι βρήκαν ευκαιρία και έκαναν εισβολή στην Κύπρο. Όλος ο κόσμος ήταν συνεχώς πάνω από το ραδιόφωνο, προσπαθώντας να μάθει εξελίξεις.

-Αγαπητοί ακροατές, σας συνιστώ την προσοχή σας. Σήμερα τα ξημερώματα Τούρκοι στρατιώτες έκαναν απόβαση στην Κερύνεια. Παρακαλώ μείνετε ψύχραιμοι.

Ψύχραιμοι; Πώς μπορούσαν να μείνουν ψύχραιμοι; Όλο το χωριό είχε αναστατωθεί. Το ραδιόφωνο έλεγε πώς καταλαμβάνουν συνεχώς χωριά και προχωρούν απειλητικά και σε άλλα χωριά.

Από την Κυθρέα πέρασε πολύς κόσμος στην προσπάθειά του να φύγει από το χωριό του και να σωθεί από τους Τούρκους στρατιώτες που σκότωναν όποιον έβρισκαν μπροστά τους. Η κυρία Ειρήνη έτυχε να φιλοξενήσει μια γυναίκα με το μικρό παιδί της που έφυγε από την Κερύνεια για να σωθεί. Κρατούσε το κοριτσάκι της στην αγκαλιά της, που ήταν μόλις τριών ετών, και έκλαιγε συνεχώς . Αυτή η γυναίκα είδε να σκοτώνουν μπροστά της τον άντρα της, τον αδελφό, τον πατέρα της, τη γριά μητέρα της και την αδελφή της. Μια ολόκληρη οικογένεια χάθηκε μπροστά από τα μάτια της . Είναι θαύμα το πώς κατάφερε να σωθεί αυτή και το κοριτσάκι της. Τους περίγραψε όλα όσα έζησε και είδε. Πέρασε πάνω από πτώματα , κρυβόταν συνεχώς μην τη δει κανένας Τούρκος και την σκοτώσει και τη νύχτα περπατούσε από χωριό σε χωριό, φτάνοντας τελικά στην Κυθρέα.


Ο Αντρέας δεν μπορούσε άλλο να τα ακούει όλα αυτά και να μένει με σταυρωμένα τα χέρια . Ήθελε να βοηθήσει και αυτός, αλλά λόγω του πατέρα του είχε απαλλαγεί από το στρατό και δεν κατατάχτηκε, όπως έκαναν όλοι οι συνομήλικοί του. Στις 22 του Ιούλη κατά το μεσημέρι ο Αντρέας βρισκόταν στον Κεφαλόβρυσο με κάποιους συγχωριανούς του. Από εκεί πέρασε ένα νοσοκομειακό αυτοκίνητο που κατευθυνόταν προς την Κερύνεια και ο Αντρέας αποφάσισε να πάει μαζί τους για να πολεμήσει. Έφυγε χωρίς να πει τίποτα στη μητέρα του. Απλώς, μπήκε στο αυτοκίνητο και έφυγε. Όταν το έμαθε η μητέρα του, ανησύχησε πάρα πολύ. Ένιωθε το ίδιο, όπως τότε με τον άντρα της. Φοβόταν πώς θα τον χάσει και αυτόν.


Το απόγευμα της ίδιας μέρας το ραδιόφωνο ανακοίνωσε ότι έγινε εκεχειρία και οι Τούρκοι δεν προχωρούσαν σε άλλα χωριά. Ο κόσμος ανακουφίστηκε λίγο και νόμιζε πως ο πόλεμος έχει τελειώσει. Ανακούφιση ένιωσε και η κυρία Ειρήνη, ελπίζοντας πως ο γιος της θα είναι καλά.

Από εκείνο το απόγευμα στις 22 του Ιούλη μέχρι τις 13 του Αυγούστου όλα κυλούσαν ομαλά στο χωριό, όπως και πριν. Η κυρία Ειρήνη περίμενε καθημερινά τον Αντρέα να γυρίσει, αλλά αυτός δεν ερχόταν. Στις 14, παραμονή της γιορτής της Παναγίας, έγινε η δεύτερη εισβολή και τώρα οι Τούρκοι πιο απειλητικά από ποτέ προχωρούν στην κατάληψη της μισής Κύπρου. Δεν πρόλαβαν να ανοίξουν τα μάτια τους οι κάτοικοι του πικραμένου νησιού και γι’ ακόμα μια φορά ζουν το φόβο και την αγωνία αν θα τα καταφέρουν να σωθούν .

Παντού επικρατεί ο πανικός . Κάτοικοι τρέχουν να σωθούν .Ελικόπτερα περνάνε συνεχώς πάνω από τα κεφάλια τους και βομβαρδίζουν. Όλα είναι ένα χάος. Η κυρία Ειρήνη στέκει εκεί, αγέρωχη, πικραμένη στην αυλή της, περιμένοντας γι’ ακόμα μια μέρα τον Αντρέα.

Έρχεται τρέχοντας ο Κώστας, ο δεύτερός της γιος που ήταν στρατιώτης και εκτελούσε τη θητεία του.

-Μάνα, κάμνε γλήορα να φύουμε πριν μας έβρουν οι Τούρτζοι μέσα στο χωρκό τζαι εννά μας σκοτώσουν.
-
Τζαι ο Αντρίκος, γιέ μου;
-
Eννά έρτει μανά, εννά έρτει…

Εννά έρτει…τα λόγια αυτά αντηχούσαν τόσο λυτρωτικά στην ψυχή της κυρίας Ειρήνης που ήθελε τόσο πολύ και η ίδια να το πιστέψει πώς θα ερχόταν πίσω. Άκουσε τον Κώστα τελικά. Φώναξε την κόρη της τη Χρυστάλλα να ετοιμάσει κάτι να πάρουν μαζί τους και μαζί με τα τρία της παιδιά έφυγαν με το αυτοκίνητο ενός αδελφότεκνού της.

Στους δρόμους έβλεπες ανθρώπους να τρέχουν να σωθούν. Λεωφορεία γεμάτα ανθρώπους που προσπαθούν να πάνε κάπου που να είναι ασφαλείς. Και οι βόμβες να πέφτουν βροχή. Σκόνη, καπνός και μυρωδιά από μπαρούτι επικρατούσε στην ατμόσφαιρα.

Η κυρία Ειρήνη δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια της. Τόση πίκρα, τόση δυστυχία ξεδιπλώνεται μπροστά της. Φεύγει. Αφήνει πίσω το χωριό της. Τον τάφο του άντρα της. Το σπίτι της. Την αυλή της με τα δέντρα της. Όλα είναι εκεί. Ό,τι αγαπά είναι εκεί πίσω, στο χωριό της. Στην Κυθρέα της. Θα ξαναγυρίσουν άραγε πίσω;

Και ξαφνικά μια βόμβα τη συνεφέρνει στην πραγματικότητα. Ξυπνά τρομαγμένη από τις θύμισές της. Ναι, γλίτωσαν τελικά εκείνη την καταραμένη μέρα. Γλίτωσαν, αλλά η ψυχή της ακόμα βασανίζεται.

Ο Αντρέας ακόμα να φανεί. Είναι μέσα στους χιλιάδες αγνοούμενους αυτού του πολέμου.

Σηκώνεται από την κουνιστή της καρέκλα και πάει και βρίσκει τη φωτογραφία του Αντρέα. Κάνει τον σταυρό της και τη φιλά ευλαβικά σαν να είναι εικόνα αγίου. Το βράδυ της ίδιας μέρας είδε στο όνειρό της ότι πήγε πίσω στο χωριό της. Ότι ο Αντρέας γύρισε και ζουν ξανά όλοι μαζί ευτυχισμένοι στο σπίτι τους στην Κυθρέα. Αλλά δεν παύει να είναι ένα όνειρο και έτσι το πρωί όταν ξύπνησε και είδε έξω από το παράθυρο, αντίκρισε και πάλι την τούρκικη σημαία στον Πενταδάκτυλο να της βαραίνει την καρδιά πιο πολύ από ποτέ.

Στις 22 του Δεκέμβρη του 2004 η κυρία Ειρήνη πέθανε. Πέθανε με εκείνο το όνειρο που το είχε μεγάλο καημό. Πέθανε, καρτερώντας τον Αντρέα να γυρίσει και προσμένοντας την επιστροφή τους πίσω στο πολυαγαπημένο χωριό τους.

Τον Ιούλιο του 2008 βρέθηκαν τα λείψανα του Αντρέα σε ομαδικό τάφο. Είχε σκοτωθεί την ίδια μέρα που έφυγε από το χωριό του για να πάει να πολεμήσει. Τα αδέλφια του Κώστας, Σπύρος και Χρυσταλλα μαζί με τις οικογένειές τους, του έκαναν την κηδεία του όπως αρμόζει σε ένα άξιο τέκνο της πατρίδας αλλά άξιο τέκνο και του ήρωα πατέρα τους . Αυτό όμως που τους λυπούσε πιο πολύ ήταν ότι η μητέρα τους δεν ζούσε για να τον αποχαιρετήσει τουλάχιστον, μιας και τόσα χρόνια τον περίμενε να γυρίσει.

Αλλά ποιος ξέρει; Μπορεί εκείνο το όνειρο που είδε τότε, να βγήκε αληθινό. Και τώρα η κυρία Ειρήνη να βρίσκεται στο χωριό της μαζί με τον Αντρέα και τον άντρα της και να καρτερούν να ελευθερωθεί πια αυτός ο πικραμένος τόπος και να μπορέσουν τα παιδιά της να ξαναχαρούν το χωριό τους και τα εγγόνια της επιτέλους να το γνωρίσουν. Να έρθει επιτέλους η ειρήνη σε όλο το νησί".








Τα γεγονότα που αναφέρω στο διήγημά μου είναι πραγματικά. Είναι από πληροφορίες που μου έδωσε ο πατέρας μου Κώστας Χ΄΄ Γιακουμής , και από πηγή από το βιβλίο « Η ΚΩΜΟΠΟΛΗ ΤΗΣ ΚΥΘΡΕΑΣ» του Γιώργου Στυλιανού Πετάση.







Ειρήνη Χ’’ Γιακουμή

Α’1

Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2009

Ο ήρωας Παναγιώτης Τουμάζου από την Αμμόχωστο

Λόγω της ενασχόλησής μου με την πολιτική, και ιδιαίτερα με τη γυναικεία οργάνωση του ΔΗ.ΣΥ. Αμμοχώστου, είχα την ευκαιρία να γνωρίσω τις αδελφές και την αξιοσέβαστη μητέρα του ήρωα Παναγιώτη Τουμάζου από την Αμμόχωστο, την κυρία Αρτεμισία Τουμάζου. Με συγκίνησε η αξιοπρέπεια και η ευπρέπειά τους, η αρχοντιά της ψυχής τους μα και η ομορφιά τους. Βλέποντας τις αδελφές του μπορώ να φανταστώ και τον ήρωα ότι θα ήταν ένα παλληκάρι που θα διακρινόταν για το ήθος, τη σεμνότητα, την ομορφιά μα και το θάρρος της γνώμης του, την αγάπη για την ελευθερία και την Ελλάδα.

Ο Παναγιώτης Τουμάζος ήταν δεκαεννιά χρονών, όταν σκοτώθηκε σε ενέδρα κατά των Άγγλων κοντά στην Κακοπετριά, στις 22 Οκτωβρίου του 1958. Ήταν από τους τελευταίους του Αγώνα.(Ο τελευταίος ήρωας ήταν ο Σάββας Ροτσίδης από το Μάμμαρι που έπεσε στις 25 Νοεμβρίου του 1958).

Η οικογένεια αποτελείτο από δώδεκα παιδιά. Ο πατέρας, ο Θεόφιλος Τουμάζου, ήταν γνωστός σε όλη την Κύπρο, γιατί ήταν πρωτοπαλαιστής και πολύ θερμός πατριώτης.

Ο Παναγιώτης Τουμάζος, τελειώνοντας το Ελληνικό Γυμνάσιο Αμμοχώστου, εργάστηκε για λίγο ως εκτελωνιστής, μέχρι που καταζητήθηκε. Διακρινόταν για την αγάπη του για τον αθλητισμό-ήταν αθλητής στον δρόμο 1500 μέτρων-, το κολύμπι, το ψάρεμα, το κυνήγι, μα και τη βυζαντινή μουσική. Ταυτόχρονα, βοηθούσε τον πατέρα του στο περιβόλι με τα εσπεριδοειδή. Ευελπιστούσε ότι, όταν θα τέλειωνε ο αγώνας, θα εξασφάλιζε εγγραφή στη Σχολή Ευελπίδων και θα γινόταν στρατιωτικός.

Από τους πρώτους μπήκε στην ομάδα της Α.Ν.Ε.(Άλκιμη Νεολαία Ε.Ο.Κ.Α.) του Ελληνικού Γυμνασίου Αμμοχώστου, μαζί με τον Πετράκη Γιάλλουρο, τον σημαιοφόρο του σχολείου που τον σκότωσαν εν ψυχρώ οι Άγγλοι στρατιώτες. Έριχνε φυλλάδια, έγραφε συνθήματα, και από τις ομάδες κρούσεως και ενεδρών, κατέληξε στο εκτελεστικό κι από κει σε αντάρτικη ομάδα στην περιοχή της Κακοπετριάς με το ψευδώνυμο Ονήσιλλος. Ως αντάρτης πήρε μέρος σε πολλές ενέδρες εναντίον των Άγγλων αποικιοκρατών.

Μου έκανε εντύπωση αυτό που αφηγήθηκε η μητέρα του: το Σάββατο το απόγευμα παντρεύτηκε η αδελφή του Κυριακούλα και την Κυριακή το πρωί της ζήτησε το πρασινωπό του πουκάμισο για να πάει να ψάλλει στην εκκλησία του Άη Γιάννη, όπου έψαλλε και ο δάσκαλός του.

Αργότερα, όταν επέστρεφαν από το σπίτι της νιόπαντρης κόρης τους, όπου είχαν πάει για να πάρουν, σύμφωνα με το έθιμο, τα βραστά περιστεράκια στο αντρόγυνο, κάποιος τους πληροφόρησε ότι πυροβόλησαν έναν Τούρκο και είπαν ότι είναι ο Παναγιώτης. Ο γνωστός τους αυτός, μάλιστα, τους συμβούλεψε να τον κρύψουν, για να μην τον βρουν οι Άγγλοι.

Μετά έμαθαν ότι ο γιος τους κρύφτηκε για λίγες μέρες στην Αμμόχωστο και μετά τον μεταφέρανε στη Λευκωσία κι από κει στην Κακοπετριά. Το τραγικό στην όλη υπόθεση είναι ότι Σάββατο πάντρεψαν την κόρη τους, Κυριακή καταζητήθηκε ο γιος τους και τη Δευτέρα συνελήφθη και μεταφέρθηκε στα κρατητήρια ο γαμπρός τους που πάντρεψαν το Σάββατο.

Σύμφωνα με το ΕΘΝΟΣ στην ανακοίνωσή της η κυβέρνηση για τον θάνατο του Παναγιώτη Τουμάζου, αναφέρει ότι φονεύθηκε ένας Βρετανός στρατιώτης όταν το αυτοκίνητό του έπεσε σε ενέδρα κοντά στην Κυπερούντα. Αργότερα, τα αυτοκίνητα των Άγγλων που έρχονταν για βοήθεια έπεσαν σε άλλη ενέδρα και τραυματίστηκαν τρεις στρατιώτες. Το πρωί βρήκαν το πτώμα του Παναγιώτη στον τόπο της ενέδρας.

Σύμφωνα με μαρτυρία του συναγωνιστή του Αντωνάκη Σολομώντος, τον βρήκε η πρώτη σφαίρα που ρίχτηκε εναντίον τους, όταν μετά από μια ανεπιτυχή απόπειρα να ενεργοποιήσει μια νάρκη, σήκωσε το κεφάλι του για να ρίξει χειροβομβίδα. Όταν δοκίμασε να τον μεταφέρει, του ήταν αδύνατο, γιατί από τις εμπρηστικές που έριχναν οι Άγγλοι, τα δέντρα και οι θάμνοι ολόγυρα άρπαξαν φωτιά.

Αυτό ήταν το τέλος του παλληκαριού από την Αμμόχωστο, που πλήρωσε με τη ζωή του την «αποκοτιά» του να τα βάλει με μια ολάκερη αυτοκρατορία! Αιωνία η μνήμη του.

Πέμπτη, 15 Οκτωβρίου 2009

Ο ήρωας Σπύρος Χατζηγιακουμής από την Κυθρέα

Σήμερα, 16 Οκτωβρίου, συμπληρώνονται πενηνταένα χρόνια από τη μέρα που οι ευγενείς Άγγλοι μετά από φρικτά βασανιστήρια οδήγησαν στον θάνατο έναν οικογενειάρχη από την Κυθρέα, τον Σπύρο Χατζηγιακουμή, εικοσιέξη μόνο χρόνων, πατέρα τεσσάρων παιδιών.

Την Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2009, τελέστηκε το μνημόσυνό του στην Αγία Βαρβάρα, ένα ειδυλλιακό χωριό λίγο έξω από τη Λευκωσία, όπου ζει η κόρη του μετά την προσφυγοποίησή τους. Εκεί στο προαύλιο του Σωματείου «Ομόνοια» Αγίας Βαρβάρας, βρίσκεται η προτομή του ήρωα, όπου γίνεται τρισάγιο στη μνήμη του και κατάθεση στεφάνου.

Έχω την τιμή να έχω μαθήτριά μου την εγγονή του, την Ειρήνη Χατζηκουμή, κόρη του γιου του Κώστα, ένα παιδί εξαίρετου ήθους και επίδοσης, με δυναμική, πολύπλευρη προσωπικότητα. Η Ειρήνη μάς κάλεσε στο μνημόσυνο του παππού της, και με χαρά βεβαίως παρευρεθήκαμε για να τιμήσουμε τον ήρωα.

Η σχέση μου, όμως με τον ήρωα αυτόν ξεκινά πριν από λίγα χρόνια, όταν στο Σωματείο "Παρθενώνας" Προσφύγων Λατσιών αποφασίσαμε να τιμήσουμε τους ήρωές μας, όλων των αγώνων της πρόσφατης κυπριακής Ιστορίας, των οποίων οι συγγενείς μένουν στην περιοχή του Δήμου Λατσιών. Τότε, επειδή ο γιος του ζει στα Λατσιά, μίλησα για πρώτη φορά για τον ήρωα Σπύρο Χατζηγιακουμή από την Κυθρέα, της επαρχίας Λευκωσίας.

Βεβαίως, συγκλονίστηκα με την περίπτωσή του. Ασφαλώς, υπάρχουν κι άλλες περιπτώσεις σαν αυτήν που πέθαναν λόγω βασανιστηρίων. Οι πιο μεγάλοι από μας βίωσαν σ’ όλο της το μεγαλείο την αβρότητα των Άγγλων αποικιοκρατών προς τους αγωνιστές της Ε.Ο.Κ.Α.. Να ποια είναι σε συντομία η ιστορία του ήρωά μας: Οι Άγγλοι είχαν διατάξει κατ’ οίκον περιορισμό. Μάζεψαν τους άνδρες της κωμόπολης και τους πήραν στον Κεφαλόβρυσο, όπου είχαν έναν κουκουλοφόρο προδότη και τους περνούσαν όλους από μπροστά του. Έτσι, συνέλαβαν και τον Σπύρο Χατζηγιακουμή, όταν τον υπέδειξε ο κουκουλοφόρος. Η γυναίκα του αναφέρει ότι όταν της έφερε ο κουνιάδος της το μαύρο χαμπάρι, άφησε τα μωρά της στο σπίτι(τον Ανδρέα, τεσσάρων χρονών, τον Κώστα, τριών, τον Γιάννη, δύο, και την κόρη της Χρυστάλλα που ήταν έξη μηνών), και έτρεχε στους δρόμους που ήταν γεμάτοι από στρατό, χωρίς να λογαριάζει τίποτα.

Την επόμενη μέρα, τον έφεραν Άγγλοι στρατιώτες και ήθελαν να τον πάρουν στο νεκροταφείο για ταφή. Τότε, όρμησαν όλες οι γειτονιές της Κυθρέας έξω, και οι Άγγλοι δεν μπορούσαν να κουμαντάρουν τον κόσμο. Τον πήραν με το ζόρι οι Κυθρεώτες και τον μεταφέρανε στην εκκλησία.

Η γυναίκα του, το μόνο που είπε ήταν: «Ο άντρας μου σκοτώθηκε για την ελευθερία της Κύπρου. Χίλιες φορές χαλάλιν της Ελλάδας.

Η γυναίκα του, επίσης, αναφέρει ότι πρόλαβε και είδε τα πόδια του: «όπως που να κρατούσε κανείς μπάρρα με βελόνες και να τον κτυπούσε, έτσι τρυπημένα ήταν τα πόδια του, κόσκινον αρβάλιν».

Μετά την κηδεία τον μετέφεραν στο νεκροταφείο. Οι γιατροί της Κυθρέας συμφώνησαν μεταξύ τους να τον ξεθάψουν μετά για να του γίνει νεκροψία και να διαπιστωθούν τα αίτια του θανάτου του, και γι’ αυτό στο σεντούκι δεν του έριξαν χώμα επίτηδες. Του ρίξανε μόνο λάδι και τον κλείσανε. Για μερικές όμως μέρες τριγύριζε πάνω από το μνήμα του ελικόπτερο και υπήρχε στρατός που φρουρούσε.

Ζήτησαν, στη συνέχεια, με δικηγόρους να επιτραπεί η εκταφή και η νεκροψία, όμως δεν τους το επέτρεψαν, γιατί δεν ήθελαν να αποδειχθεί ότι πέθανε από τα βασανιστήρια.

Πέθανε ο ήρωας και έμεινε μόνη μια γυναίκα με τέσσερα παιδιά.
Ας είναι αιωνία η μνήμη του.

Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2009

Η κυρία Σοφία από τη Μήλο

Της το χρωστώ της κυρίας Σοφίας. Πήγα τον Αύγουστο με τα δώρα μου και δεν τη βρήκα. Κατηφορήσαμε στα Μαντράκια. Σουρούπωσε, κι ο ήλιος βυθίστηκε για τα καλά στη θάλασσα. Πρώτα- πρώτα προσκυνήσαμε στη μικρή εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής, που είναι στην άκρη του μικρού οικισμού. Κάθε φορά νιώθω δέος όταν μπαίνω σ' αυτό το εκκλησάκι. Ιδίως, αυτή την ώρα που φωτιζόταν μόνο από τα λιγοστά κεριά, νιώθαμε ότι ο χώρος μάς υπέβαλλε περισυλλογή και ησυχία. Μόλις βγήκαμε έξω, αμέσως τραβήξαμε για το σπιτάκι της κυρίας Σοφίας-δέκα, το πολύ δεκαπέντε μέτρα- που είναι κτισμένο ακριβώς πάνω από τη θάλασσα. Ανοίγουμε το παραθυράκι της πόρτας και ταυτόχρονα φωνάζουμε τ' όνομά της. Μέσα είναι σκοτεινά και νομίζουμε ότι ξαπλώνει ή ότι είναι στην κουζίνα. Ταυτόχρονα, όμως, ακούγεται μια φωνή απέξω που καθόταν στο πεζούλι του διπλανού σπιτιού, αλλά στα σκοτεινά δεν την είχαμε προσέξει."Τώ…ρα η κυρία Σοφία! Πήγε στον άλλο κόσμο!".

Παγώσαμε…Μείναμε σαν στήλες άλατος. Ήταν αυτό το «εξαπίνης», που λένε.
Καθήσαμε στο πεζούλι. Αμέσως, κατάλαβα, γιατί τον τελευταίο καιρό δεν μου απαντούσε στο τηλέφωνο…

Πέρσι, όταν ξαναπήγαμε στη Μήλο το καλοκαίρι, τη βρήκαμε στο κρεβάτι πολύ εξαντλημένη. Είχε κάνει κολοστομία. Όμως, ήλπιζε, όπως τη διαβεβαίωναν οι γιατροί ότι θα γίνει καλά. Συνεχώς πηγαινοερχόταν στον
Πειραιά, στο νοσοκομείο. Ο Θεός ας αναπαύσει την ψυχή της.

Ήταν ένας αγνός άνθρωπος η κυρία Σοφία, με γλυκύτητα και καλοσύνη. Καρτερική. Με εσωτερικότητα. Με ιώβειο υπομονή. Από εκείνες τις παλιές γυναίκες που υποτάσσονταν στο θέλημα του άντρα τους, άνκαι ήταν πολύ νέα, γύρω στα εξήντα Ήξερε να υπηρετεί. Δεν την άκουσα ποτέ να βαρυγκομήσει. Ζούσε με τον άντρα της σ’ έναν μικροσκοπικό οικισμό στα βόρεια του νησιού, πλάι στη θάλασσα, που ήταν η φιλενάδα της, μια που τους πιο πολλούς μήνες του χρόνου ζούσαν μόνοι τους με τον άντρα της. Τα παιδιά τους αποκαταστάθηκαν και ζούσαν στον Τριοβάσαλο. Παλιά κι αυτοί έμεναν εκεί, μα σαν πάντρεψαν την κόρη τους, της έδωσαν προίκα το σπίτι τους, κι ήρθαν να ζήσουν στα Μαντράκια, όπου υπήρχε αυτό το μικροσκοπικό σπιτάκι από τα πεθερικά της.

Εκεί σ’ αυτό το σπίτι πάνω απ’ τη θάλασσα τη γνώρισα κι εγώ, το 1996, όταν πήγα με τον άντρα μου στη Μήλο, όπου ήταν διευθυντής στην Εθνική Τράπεζα στον Αδάμαντα, το λιμάνι του νησιού. Με το που πήγα στη Μήλο, ξεχώρισα τα Μαντράκια. Με άγγιξαν στην ψυχή μου. Τ’ αγάπησα, κι από τότε έμειν’ εκεί κολλημένη η ψυχή μου. Έχει κάτι αυτός ο τόπος που με εμπνέει. Νομίζω είναι η μαγεία του Αιγαίου πελάγους που στη βορινή ακτή λυσσομανά τον χειμώνα. Μ’ αρέσει να κάθομαι στα βράχια και ν’ αγναντεύω το βαθυγάλαζο χρώμα της θάλασσας, να γεύομαι την αλμύρα της, να χάνομαι στον ορίζοντα και ν’ αδειάζει το μυαλό μου…Ξαλαφρώνω, ανανεώνομαι, ταξιδεύω. Νιώθω πραγματικά ευτυχισμένη! Με πόσο λίγα πράγματα μπορούμε οι άνθρωποι ν’ ανεβούμε στους εφτά ουρανούς της ευτυχίας, κι όμως αναζητούμε τα μάταια και τα ασήμαντα.

Στην πρώτη, λοιπόν, επίσκεψή μας στα Μαντράκια μαζί με τον σύζυγό μου και τη μητέρα μου, που είχε έρθει να μας επισκεφθεί, βγαίνοντας από το εκκλησάκι της Ζωοδόχου Πηγής, συναντήσαμε την κυρία Σοφία, η οποία εκείνη τη στιγμή κατέβαινε κάτω στο σύρμα, που είχε ο πεθερός της, για να ξαπλώσει στη δροσιά του. Σύρματα, λένε οι νησιώτες τα μικρά δωμάτια που είχαν πλάι στη θάλασσα για να βάζουν μέσα τις βάρκες τους, και σήμερα οι πιο πολλοί τα χρησιμοποιούν ως δωμάτια για να παραθερίζουν.

Μας κάλεσε, λοιπόν, η κυρία Σοφία να μας φιλέψει και να γνωριστούμε, κι από τότε ταίριασαν τα σκουφιά μας και μας ένωσε μια όμορφη φιλία. Όσον καιρό έμεινα στη Μήλο(είχα πάρει άδεια από την υπηρεσία μου για έξη μήνες), σχεδόν κάθε μέρα, αφού τακτοποιούσα το σπίτι, έπαιρνα τ’ αυτοκίνητο και κατηφόριζα για τα Μαντράκια. Εκεί στη βεραντούλα της, απέναντι από τη θάλασσα, σ’ ένα τραπεζάκι καθόμασταν και πίναμε τον καφέ μας, τα λέγαμε, και μετά εγώ καθόμουν κι έγραφα διάφορες ιστορίες που θυμόμουν από το Λευκόνοικο. Ήταν κάτι το ανεπανάληπτο. Εμπνεόμουν από τη θάλασσα. Δεν χόρταινα να γράφω. Ήταν μια από τις μεγαλύτερες απολαύσεις της ζωής μου, που θα μου μείνουν αξέχαστες.

Όλα αυτά τα χρόνια της γνωριμίας μας κάθε φορά που πηγαίναμε στη Μήλο, ένιωθα ότι πήγαινα να δω έναν δικό μου άνθρωπο. Πάντα μας έκανε το τραπέζι με ψάρια κι άλλους μεζέδες που κουβαλούσε ο σύζυγός της ο κύριος Στέλιος. Η χαρά της ήταν ανείπωτη σαν μας έβλεπε. Πάντα ήθελε να της τηλεφωνώ. Ήταν μόνη της, αλλά ένιωθα ότι τη συνήθισε τη μοναξιά, γιατί είχε παρέα της τη θάλασσα, τη γειτόνισσά της, που τον χειμώνα πολλές φορές γινόταν απειλητική και λυσσομανούσε. Κάθε φορά τη ρωτούσα στο τηλέφωνο και μου περιέγραφε πολύ παραστατικά τα τερτίπια και τους θυμούς της, ή σαν ήταν μπουνάτσα ζήλευα τα νάζια και τι σκέρτσο της.


Μεγάλη χαρά για τη ζωή της κυρίας Σοφίας ήταν η εγγονή της η Σοφία. Ένα πολύ γλυκό κοριτσάκι που, από τον καιρό που έχω να το δω, μεγάλωσε, κι έγινε μια πολύ όμορφη κοπέλα, κατά πώς μου έλεγε με καμάρι η κυρία Σοφία.

Αχ, κυρία Σοφία μου, δεν μπορώ να φανταστώ τα Μαντράκια έρημα, χωρίς την όμορφη παρουσία σας! Θα μας λείψετε, αλλά κυρίως στον σύζυγό σας τον κύριο Στέλιο και στα παιδιά και στα εγγόνια σας. Ας είναι αιωνία η μνήμη σας.

Νιώθω ευτυχής που γνώρισα έναν τέτοιον άνθρωπο!

Τετάρτη, 7 Οκτωβρίου 2009

Δικαίωση για τον Ηγούμενο της Ι.Μ.Μ.Βατοπαιδίου,Αρχιμανδρίτη Εφραίμ

30 Σεπτεμβρίου, 2009 — VatopaidiFriend

Γράφει ο Αιμίλιος Πολυγένης
ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟ – Επιβεβαίωση για το Πρακτορείο Εκκλησιαστικών Ειδήσεων «Romfea.gr», το οποίο στις 6 Σεπτεμβρίου 2009, είχε γράψει ότι δεν υπάρχει καμία απόφαση από το Οικουμενικό Πατριαρχείο για δήθεν «ξύρισμα» του Ηγουμένου της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου Αρχιμ. Εφραίμ.
Συγκεκριμένα είχαμε γράψει ότι ποτέ δεν συγκλήθηκε κανένα δικαστήριο εις βάρος του Ηγουμένου, αλλά ούτε του ζητήθηκε να παραιτηθεί και να μείνει ένας απλός μοναχός.
Κάποιοι όμως βιαστήκαν να συκοφαντήσουν τον Ηγούμενο της Μονής Βατοπαιδίου, με σκοπό να δημιουργήσουν σύγχυση και αρνητικό κλίμα πριν τα δικαστήρια.
Χθες, Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2009, συνεδρίασε η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου όπου εξέτασε την Εισήγηση της Επιτροπής του Πατριαρχείου επί των Αγιορειτικών θεμάτων, με βασικό θέμα την επιβολή πνευματικών ποινών στον Ηγούμενο Εφραίμ σχετικά με την υπόθεση Βατοπαιδίου και την αναμόχλευσή της απεξαρχής. Η Αγία και Ιερά Σύνοδος απεφάνθη όμως, ότι ουδέν στοιχείο έχει προκύψει κατά του Ηγουμένου Εφραίμ και απέρριψε σε όλα τα σημεία την Εισήγηση της Επιτροπής, δικαιώνοντας έτσι ουσιαστικά τον Ηγούμενο της Βατοπαιδίου Εφραίμ.
Σύμφωνα με αποκλειστικές πληροφορίες της «Romfea.gr», πιο συγκεκριμένα το Οικουμενικό Πατριαρχείο αποφάσισε ότι:
1.Δεν αναμοχλεύει πλέον την υπόθεση αυτή.
2.Ουδέν στοιχείο προέκυψε ότι υπάρχει ακίνητη περιουσία της Μονής Βατοπαιδίου στην Αμμουλιανή για να την διαπραγματευθεί δήθεν με τους Ρώσους.
3.Επιβεβαιώθηκε ότι ο τίτλος «Μεγίστη» στην επωνυμία της Μονής Βατοπαιδίου προέρχεται από πολύ παλαιά (15ος αι.) και έχει επισημοποιηθεί σε σφραγίδα της Μονής το 1820 όχι όπως ψευδώς διατείνονται διάφοροι παράγοντες, ότι ετέθη «ένεκεν εγωισμού» από τον Γέροντα Εφραίμ.
4.Έγιναν συστάσεις σε Μητροπολίτη ο οποίος πέρασε στον ελληνικό τύπο την πρόταση της Επιτροπής για την δήθεν επιβολή κυρώσεων, ως απόφαση της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
5.Ειπώθηκε ότι ο Γέροντας Εφραίμ δεν παρουσιάστηκε στην Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής αναιδώς, όμως παρουσιάστηκε και έδωσε Υπόμνημα σύμφωνα με τις οδηγίες των νομικών του συμβούλων αλλά και πνευματικών πατέρων του Αγίου Όρους.
Τέλος, ειπώθηκε ότι ο Γέροντας Εφραίμ σκανδάλισε τους πιστούς με την υπόθεση περί του μετοχίου της Μονής, όμως η Αγία και Ιερά Σύνοδος απεφάνθη ότι ο σκανδαλισμός δεν οφείλεται στον Γέροντα Εφραίμ αλλά σε επιγενόμενο ως μη όφειλε θόρυβο.
Πηγή:
http://www.romfea.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=3174&Itemid=1
Αν

Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2009

Γη μου πελαγινή

Τιμής ένεκεν, το πρώτο βιβλίο που παρουσιάζω στο blog μου, ανήκει στην αγαπημένη μου φιλόλογο, την κ. Κούλα Παρασκευά, από το Λευκόνοικο, η οποία πάντα θα αποτελεί το πρότυπό μου. Η κ. Παρασκευά ανεβάζει συνεχώς τον πήχη κι εμείς(οι κόρες της κι εγώ)πρέπει να την φτάσουμε.

Μόλις πήρα στα χέρια μου τη νέα ποιητική συλλογή της κ. Κούλας Παρασκευά με τίτλο «Γη μου πελαγινή»(Λεμεσός, 2009), σκίρτησε μέσα μου ένα αίσθημα ευφορίας μα και δέους. Ο πίνακας στο εξώφυλλο του καλλιτέχνη Στάθη Οικονομίδη, μας μεταφέρει νοερά στη γη μας τη ρημαγμένη, την τλήμονα και την κεκαυμένη, την αιμάσσουσα πατρίδα. Το ερημικό ακρογιάλι μάς ταξιδεύει νοερά στη θάλασσα του βορρά μας, μ’ όλη τη δύναμη του χειμώνα και τη γλύκα του καλοκαιριού, ή στην ανατολική ακροθαλασσιά, απ’ εκεί που βλέπαμε τον ήλιο ν’ ανατέλλει.

Η πρεσβυτέρα Κυριακή, όπως υπογράφει στην πολύ συγκινητική για τον σύζυγό μου και μένα αφιέρωση, γι’ άλλη μια φορά αναδεύει στα έγκατα του είναι της απ’ όπου ξεπηδούν οι χυμοί της εθνικής μας συνείδησης, της ανθρωπιάς, της αγάπης για τον Θεό και το ανθρώπινο πρόσωπο, η λατρεία για τη θάλασσα του Αιγαίου μα και ο «μνησιπήμων» πόνος, γιατί χάσαμε την πατρίδα μας, το Λευκόνοικό μας.

Η ποιητική συλλογή «Γη μου πελαγινή» της κ. Παρασκευά χωρίζεται σε τρεις ενότητες: στην πρώτη ενότητα περιλαμβάνονται όσα έχουν σχέση με την ελληνική γη, την Κύπρο μας, τη γη την πελαγινή, γι’ αυτό κι έχει τίτλο «Γη μου πελαγινή». "Γη μου", γιατί τη νιώθει δική της και "πελαγινή", γιατί είναι ριγμένη στο πέλαγο, που συνεπάγεται ότι χτυπούν πάνω της τα άγρια κύματα της αδικίας και του κατατρεγμού.

«Γη μου πελαγινή
Γη μου πελαγινή, λουσμένη φως,
στέκω στ’ ακροθαλάσσι σου.
Τα κύματα μετρώ,
ακίνητη κοιτάζω
σαν να μετρώ τ’ αμέτρητα
τα δάκρυά σου, ω γη μου».

Η δεύτερη ενότητα, που πλημμυρίζει από την αγάπη του Θεού, έχει τίτλο «Ευοδία», γιατί, όπως λέει η ποιήτρια και στο ομότιτλο ποίημα:

«Οδεύω στον ατέρμονα χρόνο.
Θέλω κι εγώ να μπω
στον θαυμάσιο Κήπο με την
ευωδία την πάντερπνη.
Στον γαλήνιο κόρφο της αιώνιας ζωής
κι εγώ ν’ απαγκειάσω».

Συγκλονίστηκα ιδιαιτέρως με τους στίχους αυτούς, γιατί νιώθω ότι για πρώτη φορά η ποιήτρια μιλά τόσο ξακάθαρα για την αιώνια ζωή, για τη σωτηρία της ψυχής, για το ταξίδι στον κόσμο τον αληθινό.

Η τρίτη ενότητα με τίτλο «Lacrimae rerum», δηλαδή δάκρυα για τα παθήματα των ανθρώπων, από ένα στίχο του ρωμαίου ποιητή Βιργίλιου, αποτελείται από ποιήματα εμπνευσμένα από το θάνατο προσφιλών προσώπων.

Τα πιο πολλά από τα ποιήματα της κ. Παρασκευά ξεχειλίζουν από πόνο. Αν θα διαλέγαμε ένα χρώμα που ν’ αποδίδει το κλίμα αυτών των ποιημάτων, αυτό θα ήταν το μαύρο. Παντού υπάρχει πόνος: τα δάκρυα της γης μας, ο πόνος της καρδιάς « που ροκανίζει τη χαρά», ο πόνος για το σπίτι της που μένει « άπνοο χωρίς τον νοικοκύρη» και τώρα

« ξένοι έποικοι σε κατοικούν,
μακριά από την ψυχή σου».

Και συνεχίζει σε άλλο ποίημα:

«Κι έμεινα με το κλειδί στην απαλάμη μου,
μες στην καρδιά και μες στο νου μου…»

Όμως, πέρα απ’ τον πόνο και την κραυγή απ’ το χτες, υπάρχει στην ποίηση της κ. Παρασκευά και η ομορφιά της ζωής και η ελπίδα του γυρισμού:

«Οι πόρτες της ελπίδας
μπορούν αίφνης ν’ ανοίξουν. Κρατήσου».

Πανέμορφοι είναι οι στίχοι της που αναφέρονται στο Λευκόνοικό μας: για την τύχη της να γεννηθεί στα σπλάχνα του, για τον πλούτο και την ευλογία παντού:

«Κάθε σπίτι και «ευφορία» αγαθών.
Και «ευφορία» χαράς και πραότητας και ιλαρότητας.
Και προ παντός «ευφορία» αυτάρκειας.
Όλα τα είχαν. Παράπονο κανένα.
Και «δόξα τω Θεώ».
Κιτρινόχρωμες αχτίδες να θερμαίνουν τη γη
και τους ανθρώπους».

Πραγματικά, απόλαυσα την ποίηση της κ. Παρασκευά. Διάβασα όλα τα ποιήματα ένα συννεφιασμένο πρωινό και έζησα μια αληθινή πνευματική πανδαισία. Χάρηκε η ψυχή μου και γέμισε από το νέκταρ της ποίησης, όμως ταυτόχρονα με κατέκλυσαν οι θύμησες και η πίκρα της προσφυγιάς μας, του ξεριζωμού μας… Αυτή δυστυχώς είναι η μοίρα του πρόσφυγα. Πάντα εκεί καταλήγουμε…Στη γενέθλια γη μας. Θα πάρουμε μαζί μας τούτο το παράπονο.

Ο Θεός και οι Άγιοι του Λευκονοίκου μας μακάρι να χαρίζουν χρόνια στην κ. Παρασκευά να χαίρεται την οικογένειά της, να υπηρετεί την ποίηση και να γλυκαίνει την ψυχή μας με τέτοια μεθυστικά ποτά που καταλήγουν αίνος προς τον Κύριο.

Πέμπτη, 1 Οκτωβρίου 2009

Καλημέρα σας

Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2009

Είμαι στο blog της φίλης μου αναγνώστριας και ακούω τη μουσική της. Ένα ωραίο τραγούδι για το φθινόπωρο. Αυτή η μουσική με συντροφεύει όσες ώρες είμαι στο γραφείο μου στο σχολείο και δεν έχω μάθημα, γιατί έχω συνηθίσει να δουλεύω με αυτή την απαλή μουσική υπόκρουση. Όμως, και στο σπίτι μάς αρέσει να την ακούμε. Αίφνης, χθες το βράδυ, την ώρα που ετοιμάζαμε τα μαθήματά του, ο Ανδρέας μου θύμισε ότι θα 'ταν ωραία να ακούσουμε και τη μουσική μας.

Σήμερα, γράφω για πρώτη φορά στο δικό μου blog. Βεβαίως, τα τελευταία χρόνια κάνω τις βολτίτσες μου σε διάφορα blogs, κυρίως σε όσα ασχολούνται με φιλολογικά θέματα, με παρουσιάσεις βιβλίων, με ταξίδια, με συνταγές μαγειρικής, και δεν είναι λίγες οι φορές που τις ακολούθησα για το γεύμα της οικογένειάς μου. Χθες, μάλιστα, που είχαμε αργία, έφτιαξα τα αμερικάνικα μπράουνι, όπως μας τα έδωσε η COOKTHEBOOK.

Όμως, η ηθική αυτουργός του δικού μου blog είναι η αναγνώστρια. Σ' αυτήν οφείλεται η δημιουργία του. Γι' αυτό και την ευγνωμονώ που μου έδωσε αυτή την ευχαρίστηση να γράφω τις σκέψεις μου.
Είμαι ευτυχής γι' αυτή τη δυνατότητα που μου παρέχει η τεχνολογία. Αυτή η φράση "Είμαι ευτυχής", μου θύμισε τον Ρώσο συγγραφέα Ανατόλι Ριμπακόφ, θύμα των μαζικών σταλινικών διωγμών της δεκαετίας του ’35, ο οποίος γράφει στον πρόλογο του βιβλίου του «Τα παιδιά από το Αρμπάτ – το ’35 και τ’ άλλα χρόνια» (Β΄ τόμος ΦΟΒΟΣ):

«Είμαι ευτυχής
που κάποια χείλια έχω φιλήσει,
κάποια λουλούδια έχω μαζέψει,
που στο χορτάρι εγώ κυλίστηκα...

Είμαι ευτυχής που διάβασα βιβλία, άκουσα μουσική, κράτησα στη μνήμη μου μερικές ωραίες μελωδίες. Τελικά, ο κόσμος του συγγραφέα είναι αρώματα και ήχοι που ανασταίνονται στη μνήμη του, όταν η πένα του ακουμπάει στο χαρτί. Είμαι ευτυχής που έχω μια γυναίκα πιστό φίλο και βοηθό, που έχω παιδιά και εγγόνια. Είμαι ευτυχής που ίσως να έγραψα μερικές αράδες που συγκίνησαν κάποιες καρδιές. Είμαι ευτυχής που γράφω ακόμα και ελπίζω κάτι ακόμα να γράψω».
Κι εγώ, συμπληρώνω, είμαι ευτυχής που διάβασα Ανατόλι Ριμπακόφ.


Καλή σας μέρα! Η Παναγιά να σας έχει καλά.