Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2010

Ο εθισμός των παιδιών στα ηλεκτρονικά παιχνίδια

Ο εθισμός των παιδιών στα ηλεκτρονικά παιχνίδια
15 Ιανουαρίου, 2010 — VatopaidiFriend

Η συστηματική και παρατεταμένη χρήση ηλεκτρονικών παιχνιδιών μπορεί να
οδηγήσει ένα παιδί στον εθισμό. Η ακρότητα θεματολογίας των ηλεκτρονικών παιχνιδιών τρομάζει: αιματηρές μάχες, μαζικές καταστροφές και σκοτωμοί, ωμή και αλόγιστη χρήση βίας, η οποία επιβραβεύεται με πόντους, όσο περισσότερο το παιδί τη χρησιμοποιεί!

Εκατομμύρια είναι τα παιδιά που παρουσιάζουν εθισμό στα ηλεκτρονικά παιχνίδια. Ιδιαίτερα τα αγόρια, ηλικίας 8 έως 18 ετών, φαίνονται πιο ευάλωτα στη νοσηρή χρήση, κυρίως σε παιχνίδια όπου κυριαρχεί η βία ως μέσο αλλά και ως απώτερος στόχος του παιχνιδιού. Μάλιστα, κλινικές απεξάρτησης έχουν αρχίσει να λειτουργούν παγκοσμίως, υποσχόμενες ίαση από αυτό τον ακατανίκητο «παιδικό» εθισμό. Ποια συμπτώματα θα μπορούσε, σε ορισμένες περιπτώσεις, να σηματοδοτούν την εξάρτηση του παιδιού από τα ηλεκτρονικά παιχνίδια;

● Κατανάλωση σταδιακά περισσότερου χρόνου στα ηλεκτρονικά παιχνίδια.

● Ανάγκη για περισσότερο χρόνο χρήσης.

● Εμμονές ή φαντασιώσεις με θέματα και ρόλους που διαδραματίζονται στην πλοκή ενός ηλεκτρονικού παιχνιδιού, τρέμουλο, άγχος, ανησυχία, αϋπνία, εφιάλτες (παρουσιάζονται με τη μείωση – διακοπή της χρήσης των ηλεκτρονικών παιχνιδιών).

● Σταδιακή μείωση του κινήτρου για το σχολικό διάβασμα και τη συμμετοχή σε σχολικές δραστηριότητες, όπως και περιορισμός της κοινωνικοποίησης με συνομηλίκους, με αποτέλεσμα το παιδί να απομονώνεται και να παρουσιάζεται σοβαρή πτώση στη σχολική επίδοση.

Πολλά ερωτήματα εγείρονται ως προς το αν και σε ποιο βαθμό η προσωπικότητα ενός παιδιού μπορεί να διαμορφωθεί μέσω της επαφής με τα ηλεκτρονικά παιχνίδια. Τα σύγχρονα ερευνητικά δεδομένα δείχνουν πως πράγματι μπορεί να επηρεάσουν τη συμπεριφορά ενός παιδιού, στο βαθμό όμως που συνυπάρχει μία σειρά άλλων αρνητικών παραγόντων, οι οποίοι αφορούν τόσο sτην προσωπικότητα του παιδιού (π.χ. εσωστρέφεια, καταπιεσμένη επιθετικότητα) όσο και σε στοιχεία του οικογενειακού περιβάλλοντος, όπως π.χ. η χρήση ψυχολογικής ή σωματικής βίας στην οικογένεια, η απουσία ορίων ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας, η ελλειμματική κοινωνικοποίηση του παιδιού, η απουσία θετικών γονεϊκών προτύπων συμπεριφοράς.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, όπου σειρά επιβαρυντικών παραγόντων επιδρά στον ψυχισμό του παιδιού και παράλληλα εκείνο εκτίθεται στην αλόγιστη χρήση βίας μέσω των ηλεκτρονικών παιχνιδιών, τότε το παιδί ενδέχεται να παρουσιάσει επιθετικότητα απέναντι στον εαυτό του ή σε άλλα παιδιά, όπως και ανοχή στη βία.

Ιδού μερικές συμβουλές που προτείνουμε στους γονείς:

1. Κλείνοντας την οθόνη δεν σημαίνει ότι προστατεύουμε αποτελεσματικά το παιδί. Η βία της εικονικής πραγματικότητας, μέσω ενός μηχανισμού «απαγόρευσης» από την πλευρά των γονιών, μπορεί να γίνει γοητευτική και να μαγνητίσει το παιδί.

2. Η αποδοχή της ανάγκης του παιδιού να παίξει ηλεκτρονικά παιχνίδια, αλλά παράλληλα ο έλεγχος (ιδιαίτερα για την επιλογή λιγότερο βίαιων παιχνιδιών, όπως και στον χρόνο που το παιδί αφιερώνει σε αυτά) χωρίς να είναι ασφυκτικός, μπορεί να αποβούν προστατευτικοί μηχανισμοί.

3. Η παρότρυνση και η οργάνωση από την πλευρά των γονιών άλλων δραστηριοτήτων δημιουργικών (π.χ. τέχνη, διάβασμα, αθλητισμός), που θα αντισταθμίσουν και θα ελαχιστοποιήσουν την επιρροή των ηλεκτρονικών παιχνιδιών.

4. Οι γονείς είναι καλό να καλλιεργούν στο παιδί άνευ όρων αίσθημα ασφάλειας και σταθερότητας, που θα νικήσει εν τέλει τα δεινά της ατέρμονης βίας που μας περιβάλλει.

Μυρσίνη Κωστοπούλου, Ψυχολόγος
Πηγή: http://www.alopsis.gr/modules.php?name=News&file=article&sid=840

Χαλαροί ή αυστηροί με τα παιδιά;

Χαλαροί ή αυστηροί με τα παιδιά;
20 Ιανουαρίου, 2010 — VatopaidiFriend


Χαλαροί ή αυστηροί με τα παιδιά; Ακολουθώντας την τάση της εποχής, πολλοί γονείς επιλέγουν το πρώτο. Σύμφωνα όμως με νέα μελέτη, τα παιδιά που μεγαλώνουν σε πειθαρχημένο περιβάλλον έχουν περισσότερες πιθανότητες να αναπτύξουν σημαντικές δεξιότητες όπως η κατανόηση, η αυτοπειθαρχία και η εργατικότητα. Με άλλα λόγια, να γίνουν πιο επιτυχημένα στην ενήλικη ζωή τους.

Η αυστηρή διαπαιδαγώγηση άρχισε να περνάει σιγά σιγά στην Ιστορία από τη δεκαετία του 1950. Σήμερα, με βάση μια μελέτη που διενεργήθηκε σε 9.000 οικογένειες, οι ειδικοί λένε ότι οι αυστηροί κανόνες εφοδιάζουν τα παιδιά για το μέλλον. Από τη μελέτη προέκυψε επίσης ότι τα παιδιά των παντρεμένων γονέων είναι πιο ευνοημένα από τα παιδιά των χωρισμένων ή αυτών που έχουν ξαναπαντρευτεί. Γενικώς, το συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι ο τρόπος με τον οποίο μεγαλώνουν οι γονείς τα παιδιά είναι ο πιο σημαντικός παράγων που καθορίζει την ανάπτυξη του χαρακτήρα του παιδιού, εκμηδενίζοντας οποιαδή ποτε διαφορά στην ανάπτυξη ανάμεσα στα παιδιά που προέρχονται από πιο πλούσιες ή πιο φτωχές οικογένειες.

Επιπλέον άγχος

Κάποιοι επισημαίνουν ωστόσο ότι αυτές οι μελέτες προκαλούν επιπλέον άγχος σε εκείνους τους γονείς που προσπαθούν να είναι τέλειοι, αντί να τους παρέχουν χρήσιμες συμβουλές. «Τα μέλη μας θα ακούσουν άλλη μια μελέτη που θα τους λέει τι πρέπει να κάνουν. Συχνά δίνονται στις μητέρες αντιφατικές υποδείξεις από τους ειδικούς για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να μεγαλώσουν τα παιδιά τους», επισημαίνει η Τζάστιν Ρόμπερτς, ιδρύτρια της εξειδικευμένης ιστοσελίδας Μumsnet. Σύμφωνα με τη νέα μελέτη, πάντως, η οποία έθεσε στο μικροσκόπιο τη διαπαιδαγώγηση σε σχέση με την ανάπτυξη του χαρακτήρα, ο συνδυασμός αγάπης και πειθαρχίας βοηθά περισσότερο ένα παιδί να αναπτύξει κοινωνικές δεξιότητες. Από αυτή την άποψη, λιγότερα ευνοημένα είναι τα παιδιά που μεγαλώνουν σε χαλαρό περιβάλλον όπως και τα παιδιά που ανατρέφονται από αυταρχικούς γονείς.

Πηγἠ: http://www.typos.com.cy/nqcontent.cfm?a_id=123201

Αναρτήθηκε στις γονείς παιδιά. Ετικέτες: πειθαρχία

Κυριακή, 17 Ιανουαρίου 2010

Μεγαλώνοντας υπεύθυνα παιδιά

VatopaidiFriend


Ένα σημαντικό εφόδιο για όλη τους τη ζωή

Η υπευθυνότητα ή η έλλειψή της είναι ένα χαρακτηριστικό που μας συνοδεύει στην ενήλικη ζωή μας, άλλοτε με θετικό κι άλλοτε με αρνητικό αντίκτυπο στις σχέσεις με τους γύρω μας. Είναι λοιπόν πολύ σημαντικό να την καλλιεργήσουμε στα παιδιά μας από μικρή ηλικία, ώστε να τους γίνει τρόπος ζωής. Ας μην ξεχνάμε, επίσης, ότι, αν τα παιδιά μας μάθουν στην παιδική τους ηλικία να είναι υπεύθυνα, θα κερδίσουν ένα σημαντικό εφόδιο και για την εφηβεία τους, αφού θα μπορούμε να τους δείχνουμε περισσότερη εμπιστοσύνη. Οι ευθύνες όμως έχουν κι αυτές την ηλικία τους. Το υπαγορεύει άλλωστε και η κοινή λογική: άλλες ευθύνες μπορεί να έχει το δίχρονο, άλλες το τρίχρονο και άλλες το εννιάχρονο παιδί μας. Είναι, λοιπόν, πολύ σημαντικό να θυμόμαστε ότι, όπως και σε καθετί άλλο σχετικό με την ανάπτυξη και την ανατροφή των παιδιών μας, η υπευθυνότητα αποκτάται σταδιακά και σε… μικρές δόσεις.

Πρώτοι δάσκαλοι οι γονείς

Η υπευθυνότητα δεν είναι έμφυτη στα παιδιά, αντίθετα διδάσκεται και καλλιεργείται. «Συχνά πιστεύουμε ότι η υπευθυνότητα διδάσκεται με τα λόγια» επισημαίνει η κλινική ψυχολόγος Άννα-Μαρία Κυριακοπούλου. «Νομίζουμε πως αν πούμε στο παιδί ότι “πρέπει” να μαζέψεις τα πράγματά σου, “πρέπει” να κάνεις αυτό ή εκείνο, το παιδί θα μάθει. Οι περισσότερες, όμως, έρευνες έχουν δείξει ότι το καλύτερο μοντέλο για τα παιδιά μας είμαστε εμείς οι ίδιοι. Η κάθε μας κίνηση, η κάθε μας συνήθεια ή συμπεριφορά μέσα στο σπίτι καθορίζουν τις αντιδράσεις του παιδιού μας. Το παιδί μάς παρακολουθεί και κάθε μας ενέργεια γράφεται στο υποσυνείδητό του. Έτσι, αν για παράδειγμα του ζητήσουμε να μαζέψει τα ρούχα του, ενώ την ίδια στιγμή τα δικά μας είναι πεταμένα δεξιά και αριστερά, δεν θα διατηρήσει στη μνήμη του αυτό που του λέμε, αλλά αυτό που βλέπει. Εμείς οι γονείς είμαστε τα ζωντανά μοντέλα και, αν θέλουμε υπεύθυνα παιδιά, πρέπει πρώτα εμείς να γίνουμε υπεύθυνοι».

Μέσα από το παιχνίδι, μαθαίνει.

Το πιο σημαντικό και ειδικά στα πρώτα χρόνια ζωής του παιδιού (1-5 ετών) είναι να μάθει να αντιλαμβάνεται τη διαδικασία της υπευθυνότητας ως κάτι ευχάριστο. Ως μια ευχάριστη εμπειρία που θα βιώσει μαζί με τη μαμά και τον μπαμπά. Σταδιακά και καθώς αυξάνονται οι ικανότητές του, οι γονείς θα κάνουν ένα βήμα πίσω, αφήνοντας το παιδί να αποκτά όλο και μεγαλύτερη πρωτοβουλία. Ποιος μπορεί να είναι ο καλύτερος τρόπος για να διδάξουμε σε ένα παιδί την υπευθυνότητα;

1. Στα πολύ μικρά παιδιά ο καλύτερος τρόπος για να γίνει αυτό είναι μέσα από το παιχνίδι. Μπορούμε, ας πούμε, να κάνουμε «αγώνα» για το ποιος απ’ τους δυο μας θα μαζέψει πιο γρήγορα τα αυτοκινητάκια στο κουτί. Συνδυάζει έτσι την ταχτοποίηση των παιχνιδιών του με θετικά συναισθήματα: ικανοποίηση που φέρθηκε όπως η μαμά ή ο μπαμπάς, αναγνώριση από το «μπράβο» σας, χαρά από το γέλιο και τη διασκέδαση του «παιχνιδιού».

2. Αυτό που επισημαίνουν οι ειδικοί είναι πως σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να φωνάζουμε στο παιδί, αλλά να του δείχνουμε πολλές φορές και με ήρεμο τρόπο αυτό που θέλουμε να πετύχουμε.

3. Είναι σημαντικό να θυμόμαστε πως αρκεί ένα βηματάκι τη φορά και να μη ζητάμε από το παιδί πολλά πράγματα ταυτόχρονα.

4. Κάτι εξίσου σημαντικό που χρειάζεται να έχουμε στο μυαλό μας είναι ότι, από τη στιγμή που το παιδί αρχίζει να χρησιμοποιεί τον λόγο, πρέπει να του εξηγούμε γιατί του ζητάμε το καθετί, σε τι θα μας βοηθήσει και τι θα ωφεληθούμε μέσα από αυτό που του ζητάμε.

Το ξύλο αποτελεί ψυχική κακοποίηση

Στη χειρότερη περίπτωση μπορεί ως γονείς, λόγω κούρασης ή μετά από ώρες στη δουλειά, να αντιδράσουμε απότομα είτε με μορφή διαταγής (εδώ το ύφος και η έκφραση του προσώπου μας έχει μεγάλη σημασία) είτε μειώνοντας το παιδί, αποκαλώντας το με διάφορά επίθετα, π.χ. «είσαι ακατάστατο», «τεμπέλης», ή (ακόμα χειρότερα) να το χτυπήσουμε, να το απειλήσουμε, να το τιμωρήσουμε αυστηρά. «Ας ξεχάσουμε μια για πάντα την έκφραση που τόσο πολύ έχει χρησιμοποιηθεί με περηφάνια στο παρελθόν ως μέθοδος διαπαιδαγώγησης, “το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο”. Σήμερα, αυτή η φράση έχει αντικατασταθεί με τον όρο ψυχική κακοποίηση, η οποία αφήνει τραύματα στα παιδιά που εξελίσσονται σε διαταραγμένες προσωπικότητες» τονίζει η ειδικός.

Η καλή σχέση είναι το κλειδί της επιτυχίας

Φροντίζουμε, επίσης, να αναθέτουμε στα παιδιά υπευθυνότητες που αφορούν στον εαυτό τους (καθαριότητα, τακτοποίηση παιδικού δωματίου, πράγματα που αφορούν στη σχολική ζωή) και όχι κάτι που αφορά στον δικό μας ρόλο ως γονιών, π.χ. καθαριότητα ολοκλήρου σπιτιού, μαγείρεμα για την οικογένεια, φύλαξη μικρότερου παιδιού. Μην ξεχνάμε ότι εμείς είμαστε υπεύθυνοι για τη φροντίδα των παιδιών και γενικότερα της οικογένειάς μας. Στο ίδιο πλαίσιο «ελέγχουμε» τακτικά τις απαιτήσεις μας, ώστε να βεβαιωνόμαστε πως δεν εκμεταλλευόμαστε την καλή πρόθεση του παιδιού.

Βασικό σημείο στο θέμα της υπευθυνότητας των παιδιών είναι η σχέση και η καλή επικοινωνία που έχουμε με το παιδί μας. Όταν το παιδί βλέπει εμάς τους γονείς ως φιγούρες ασφάλειας και εμπιστοσύνης, τότε είναι σαν να δημιουργούμε ένα κανάλι μέσα από το οποίο σταδιακά δίνουμε μηνύματα που αφορούν στην υπευθυνότητά του.

Ένας λάθος κι ένας σωστός τρόπος να χειριστούμε μια μικρή αποτυχία (π.χ. αν το παιδί σπάσει ένα πιάτο την ώρα που μαζεύει το τραπέζι)

Ο λάθος τρόπος θα ήταν να φωνάξουμε, να μειώσουμε, να προσβάλουμε το παιδί μπροστά σε άλλους. Ο καλύτερος τρόπος είναι να το απενοχοποιήσουμε, γιατί έτσι κι αλλιώς ένα παιδί που είναι σε ηλικία να μαζέψει π.χ. το τραπέζι, μπορεί να καταλάβει ότι έκανε ένα λάθος και δεν ωφελεί να του προσθέσουμε κι άλλο συναισθηματικό βάρος. Επιπλέον, σε μια έντονα αρνητική αντίδραση υπάρχει το ενδεχόμενο να τραυματίσουμε ψυχικά το παιδί. Από την άλλη, αυτό που βοηθάει το παιδί είναι να του πούμε κάτι σαν «δεν πειράζει, δεν το έκανες επίτηδες, καταλαβαίνω ότι δεν ήθελες να το σπάσεις», «σε όλους μας μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο» ή «την επόμενη φορά θα προσέξεις περισσότερο». Το σημαντικό είναι ο δικός μας τρόπος και το ύφος απέναντι στο παιδί.

Μεγαλώνοντας υπεύθυνα παιδιά σε 4 βήματα

Αν και δεν πρέπει να ξεχνάμε πως κάθε ηλικία έχει τα δικά της στάδια, υπάρχουν κάποιοι κανόνες για να βοηθήσουμε τα παιδιά μας να είναι πιο υπεύθυνα;

1. Ξεκινάμε από νωρίς

Η υπευθυνότητα μπορεί να μπει στη ζωή του παιδιού μας από νωρίς, στα 2 ή 3 του χρόνια που μπορεί να μάθει να μαζεύει μόνο του κάποια παιχνίδια ή να πηγαίνει το πιάτο του στο νεροχύτη. Επιβραβεύοντάς το μάλιστα κάθε φορά που τα καταφέρνει, αυξάνουμε την αυτοπεποίθηση και την εμπιστοσύνη του στις ικανότητές του.

2. Προχωράμε σταδιακά

Καθώς το παιδί μεγαλώνει, είναι σωστό να του αναθέτουμε κάποιες υπευθυνότητες στις οποίες μπορεί να αντεπεξέλθει. Μπορούμε μάλιστα να το συζητήσουμε μαζί του, σχολιάζοντας πως έχει πια μεγαλώσει και πιστεύουμε ότι μπορεί μόνο του να κάνει πια μερικά απλά πράγματα, παρουσιάζοντας την υπευθυνότητα ως προνόμιο και όχι ως καθήκον.

3. Έχουμε λογικές απαιτήσεις

Ανάλογα με την ηλικία του παιδιού πρέπει να είναι και τα «καθήκοντα» που του αναθέτουμε. Για παράδειγμα, στην ηλικία των 3 θα ζητήσουμε από το παιδί να συμμαζέψει τις κούκλες από το πάτωμα και να τις βάλει στο παιχνιδόκουτο. Δεν πρέπει να ζητάμε από τα παιδιά πράγματα που είναι δύσκολο να καταφέρουν ή να τα υπερφορτώνουμε με ευθύνες, γιατί μπορεί να φέρουμε το αντίθετο αποτέλεσμα.

4. Επιβραβεύουμε το παιδί σε κάθε ευκαιρία

Το να αναθέτουμε στα παιδιά καινούρια καθήκοντα είναι ένας τρόπος για να αναπτύξουν την υπευθυνότητά τους και να αισθανθούν ικανοποίηση, όταν το αποτέλεσμα είναι καλό. Επιδοκιμάστε το αποτέλεσμα, ιδιαίτερα αν το παιδί έχει προσπαθήσει αρκετά για να τα καταφέρει.

Της Ελένης Δασκαλάκη. Με τη συνεργασία της Άννας Μαρίας Κυριακοπούλου, Κλινικής ψυχολόγου με ειδίκευση στην τραυματοθεραπεία παιδιών και εφήβων

Πέμπτη, 7 Ιανουαρίου 2010

Ποιες είναι οι επιτώσεις των διαφημίσεων της τηλεόρασης στα παιδιά

3 Δεκεμβρίου, 2009 — vatopaidifriend1

Εξαιτίας της επιδέξιας χρήσης του φωτισμού και του ήχου, καθώς και της συνήθως χαρούμενης ατμόσφαιρας που έχουν, οι διαφημίσεις τραβούν ιδιαίτερα την προσοχή του παιδιού και το γοητεύουν.

Τα παιδιά αποτελούν έναν ιδιαίτερο στόχο των διαφημιστικών εταιρειών, καθώς, εκτός από τα διαφημιστικά μηνύματα, υπάρχουν και εκπομπές που από μόνες τους είναι διαφημίσεις, όπως τα Pokemon, τα Digimon, το Dragon Ball, ο Winnie το αρκουδάκι, κ.ά., γύρω από τις οποίες αναπτύσσεται μια ολόκληρη βιομηχανία από αξεσουάρ. Και είναι θλιβερό να βλέπει κανείς πώς η διαφήμιση διεισδύει ακόμη και σε προγράμματα που καλύπτονται πίσω από το προσωπείο του παιχνιδιού!

Όσον αφορά στα παιδιά, οι διαφημίσεις εστιάζουν κυρίως το ενδιαφέρον τους στην προβολή προϊόντων ζαχαροπλαστικής και παιχνιδιών.

Όμως, αυτή η πίεση που ασκείται στα παιδιά, τι επιπτώσεις έχει επάνω τους;

Η κατανάλωση γλυκισμάτων και τροφών υπερβολικά επεξεργασμένων και πλούσιων σε θερμίδες έχει αλλοιώσει τις παραδοσιακές διατροφικές μας συνήθειες. Σήμερα, τα παιδιά μας τρώνε σνακ, γκοφρέτες, VViirs-te!, κέτσαπ, εις βάρος όχι μόνο της παραδοσιακής μεσογειακής διατροφής και της οικονομίας μας αλλά και της ίδιας της υγείας τους. Πράγματι, η συγκεκριμένη διατροφή ευθύνεται, σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό απ’ όσο η παραδοσιακή, για την εμφάνιση τερηδόνας και παχυσαρκίας, η οποία με τη σειρά της αποτελεί προπομπό πολλών και σοβαρών προβλημάτων υγείας.

Όσον αφορά στα παιχνίδια, τα περισσότερα απ’ αυτά είναι εντελώς περιττά.

Τώρα, πλέον, γνωρίζουμε ότι είναι λάθος να προσφέρουμε πολλά παιχνίδια στα παιδιά, γιατί έτσι περιορίζεται η δημιουργικότητά τους.

Το παιδί που με λιγοστά παιχνίδια βρίσκει τρόπο να παίξει, αύριο θα είναι ένας ενήλικας που θα μπορεί πιο εύκολα να βρίσκει λύσεις σε ένα πρόβλημα της ζωής του. Αντίθετα, το παιδί που τα βρίσκει όλα έτοιμα, συνηθίζει σε μια παθητική συμπεριφορά και θα γίνει ένας ενήλικας που θα περιμένει έτοιμες λύσεις για όλες τις ανάγκες του.

«Τα «ημιτελή» παιχνίδια είναι εκείνα που περισσότερο απ’ όλα τα άλλα παρακινούν το παιδί να τα συμπληρώσει δημιουργικά, επινοώντας προσθήκες και εξαρτήματα. Έτσι, του προσφέρουν τη δυνατότητα για πάντα νέες και διαφορετικές συνθήκες ψυχαγωγίας». (S.S. Macchietti, παιδαγωγός)

Το αγορασμένο παιχνίδι, επιπλέον, έχει πάντα ένα μειονέκτημα: ότι είναι πάντα πλήρες, άσχετα αν, ευτυχώς, το παιδί επαναστατεί και το κάνει κομμάτια.

Στα παιδιά κυρίως, περισσότερο απ’ όσο στους ενήλικες, η διαφήμιση προκαλεί έντονο αίσθημα απογοήτευσης, επειδή τους παρουσιάζει μια χαρούμενη πραγματικότητα, γεμάτη ενθουσιασμό, αρμονία και καλοπέραση, που όμως αποδεικνύεται στην πράξη ανέφικτη.

Το παιδί, στην προσπάθειά του να ταυτιστεί με αυτή την εικονική πραγματικότητα, τρέφει ουτοπικές προσδοκίες, πλάθοντας ιδεατά πρότυπα για τον εαυτό του και για τη ζωή. Η αναμέτρησή του με αυτά τα ιδεατά πρότυπα γεννά μέσα στο παιδί το αίσθημα της απογοήτευσης το οποίο προέρχεται από την επίγνωση της απόστασης ανάμεσα στην πραγματικότητα και στα προτεινόμενα τηλεοπτικά πρότυπα. Συγκρινόμενη με την τηλεοπτική, η καθημερινή πραγματικότητα του παιδιού φαντάζει στα μάτια του φτωχή και άχρωμη.

«Μια ομάδα παιδιών οδηγείται για παιχνίδι σε μια αίθουσα, στην οποία υπάρχουν πολλά παιχνίδια, όλα ημιτελή: μια καρέκλα χωρίς τραπέζι, ένα βαρκάκι χωρίς νερό, ένα ποδήλατο χωρίς πετάλια, κ.λπ. Τα παιδιά αρχίζουν να παίζουν χαρούμενα και με τη φαντασία τους συμπληρώνουν ό,τι λείπει από τα παιχνίδια. Την επόμενη μέρα, προτού μπουν τα παιδιά, εγκαθίσταται στο δωμάτιο ένα διαφανές παραπέτασμα και πίσω απ’ αυτό τοποθετούνται τα κομμάτια που λείπουν από τα ήδη υπάρχοντα παιχνίδια, μαζί με άλλα πλήρη παιχνίδια, ακόμη πιο εντυπωσιακά. Όταν τα παιδιά μπαίνουν στο δωμάτιο, βλέπουν τα κομμάτια που λείπουν και τα νέα παιχνίδια πίσω από το διαφανές παραπέτασμα αλλά δεν μπορούν να τα αγγίξουν. Τότε τα παιδιά αποδεικνύονται ανίκανα να παίξουν, να επινοήσουν, να αναπληρώσουν τα χαμένα κομμάτια. Κάποια δείχνουν αδιαφορία, ενώ άλλα παίζουν με βίαιο τρόπο και μερικές φορές πηδούν πάνω στα παιχνίδια και τα σπάζουν.

Τα παιδιά εκδηλώνουν τα συμπτώματα της απογοήτευσης, επειδή βλέπουν μια πραγματικότητα πιο πλούσια και πιο ελκυστική από τη δική τους, που όμως τους είναι απρόσιτη». (Barker, Dembo και Lewin, 1941)

Η διαφήμιση προκαλεί το ίδιο ακριβώς αποτέλεσμα.

Ποιες είναι οι συνέπειες της απογοήτευσης;

Η απογοήτευση μπορεί να προκαλέσει, ή τουλάχιστον να εντείνει την επιθετικότητα, ωθώντας το απογοητευμένο υποκείμενο να επιτεθεί εναντίον της γενεσιουργού αιτίας της δυσαρέσκειάς του. Σε περίπτωση, όμως, που η πραγματική αιτία της δυσαρέσκειάς του τού είναι απρόσιτη, επιτίθεται εναντίον ενός άλλου πιο ανίσχυρου αντικειμένου. Επιπλέον, η απογοήτευση μπορεί να προκαλέσει απάθεια, αδιαφορία και ενδοστρέφεια.

Ποια μηνύματα περνούν μέσω της αδιάκοπης ροής των τηλεοπτικών εκπομπών;

Στις ΗΠΑ τα παιδιά μεταξύ 3-5 ετών, ξαπλωμένα με άνεση στην πολυθρόνα του μπαμπά, βλέπουν κάθε χρόνο κατά μέσο όρο 12.000 σκηνές βίας, 14.000 σκηνές με σεξουαλικό περιεχόμενο και πάνω από 1.000 σκηνές με απαγωγές, δολοφονίες και ληστείες.

Στην ουσία, ένα Αμερικανάκι βλέπει περίπου 30 φορές την ημέρα ανθρώπους να ασκούν βία, να ληστεύουν, να δολοφονούν και να ερωτοτροπούν. Όταν φτάνει στην πρώτη δημοτικού έχει ήδη παρακολουθήσει στην τηλεόραση περίπου 3.000-4.000 φόνους.

Αυτές οι σκηνές μεταδίδονται ουσιαστικά μέσα από τα φιλμ, τα σήριαλ και τα δελτία ειδήσεων.

«Μια μέρα, στο κανάλι Italia Uno, μετρήσαμε 30 δολοφονίες, 4 βιασμούς και 12 ξυλοδαρμούς σ’ ένα μόνο φιλμ. Χωρίς αυτό το γοητευτικό μακελειό, ποιος θα κρατήσει πλέον τα παιδιά στο σπίτι, κολλημένα στην τηλεόραση; Θα βγουν στους δρόμους και ένας Θεός ξέρει τι φασαρίες θα σκαρώσουν!»(Dario Fo-Franca Rame, καλλιτέχνες).

Στην Ιταλία, όπως έχουμε ήδη επισημάνει, η κατάσταση είναι περίπου η ίδια. Μόλις το 35% των παιδιών που βλέπουν τηλεόραση παρακολουθούν εκπομπές που απευθύνονται στην ηλικία τους, ενώ το 65% βλέπουν προγράμματα για ενήλικες και το 6% βλέπουν τηλεόραση συνήθως μετά τις δέκα το βράδυ.

Πού οφείλεται η προσκόλλησή μας στην τηλεόραση;

Δεν μπορεί κανείς να προβληματίζεται γύρω από τις προϋποθέσεις μιας πιο ορθής χρήσης της τηλεόρασης, χωρίς να θέσει το εξής θεμελιώδες ερώτημα: πού οφείλεται το γεγονός ότι δεν μπορούμε να ξεκολλήσουμε από την οθόνη; Φταίει μόνο η συσκευή που μαγνητίζει ή υπάρχει και κάτι βαθύτερο απ’ αυτό;

Σύμφωνα με μια μελέτη που έγινε στην Αργεντινή, μια πιθανή ψυχολογική εξήγηση της ανάγκης μας να βρισκόμαστε συνεχώς μπροστά στην τηλεοπτική οθόνη οφείλεται στο γεγονός ότι τα μέσα μαζικής ενημέρωσης συμβολίζουν μια πηγή ασφάλειας και σιγουριάς, επειδή εξασφαλίζουν στον τηλεθεατή μια -έστω έμμεση-κοινωνική επαφή με σημαντικές προσωπικότητες, εδραιώνοντας ένα είδος οικειότητας ανάμεσά τους.

Η εξάρτηση του σύγχρονου ανθρώπου από την τηλεόραση συνδέεται και με την επιτακτική ανάγκη του για κοινωνικές σχέσεις. Η τηλεόραση, στην ουσία, αναπληρώνει τις σχέσεις του τηλεθεατή με πραγματικά πρόσωπα, δηλαδή ικανοποιεί την ανάγκη του να κοινωνικοποιηθεί, χωρίς όμως να τον εκθέτει στα προβλήματα και τους περιορισμούς που θα συνεπάγονταν οι αληθινές σχέσεις με τους συνανθρώπους του. Τελικά, λοιπόν, το πρόβλημα οφείλεται στη δυσκολία των ανθρώπων να επικοινωνήσουν μεταξύ τους στα πλαίσια της σύγχρονης κοινωνίας αλλά ακόμη και στα πλαίσια της οικογένειας, όπου το κενό του ανύπαρκτου διαλόγου καλείται να καλύψει η τηλεόραση.

Όντως, οι κατεξοχήν εξαρτημένοι από την τηλεόραση είναι οι ενήλικες. Μάλιστα, μια δημοσκόπηση που έγινε το 1998 σε ένα δείγμα 1.110 νέων μεταξύ 14 και 22 ετών, αποκάλυψε ότι το 68% απ’ αυτούς νιώθουν παραμελημένοι από τους γονείς τους εξαιτίας της τηλεόρασης, η οποία μοιάζει να μονοπωλεί το ενδιαφέρον των μεγάλων.

Το αυξημένο ενδιαφέρον των ενηλίκων για την τηλεόραση επιβεβαιώνει και η θεματολογία των ενδοοικογενειακών συζητήσεων ή διαφωνιών, την οποία μονοπωλούν κατά κύριο λόγο τα γεγονότα που μεταδίδουν τα δελτία ειδήσεων και τα τηλεοπτικά μαγκαζίνο. Πρόκειται για μια θεματολογία που απέχει πολύ από τα πραγματικά προβλήματα της οικογένειας, τα οποία κινδυνεύουν να μείνουν για πάντα στο περιθώριο. Όπως έχει παρατηρηθεί από κάποιους φιλοσόφους, η αδιάκοπη ροή πληροφοριών αναγκάζει τον τηλεθεατή να ζει σε ένα διαρκές παρόν, δηλαδή σε μια κατάσταση, όπου οι ειδήσεις βρίσκονται σε έναν αδιάκοπο «ανταγωνισμό» μεταξύ τους. Ο τηλεθεατής, επειδή δεν διαθέτει τον απαιτούμενο χρόνο για να επεξεργαστεί και να αξιολογήσει κάθε είδηση ξεχωριστά, αποκτά την αίσθηση ότι το συγκεκριμένο πρόβλημα που παρουσιάζεται στην τηλεόραση ανά πάσα στιγμή είναι το μεγαλύτερο και σοβαρότερο πρόβλημα του κόσμου.

Όσο για την εξάρτηση των παιδιών από την τηλεόραση, αυτή οφείλεται κατά κύριο λόγο στη συνήθεια των γονιών να χρησιμοποιούν την τηλεοπτική συσκευή ούτε λίγο ούτε πολύ σαν baby-sttter. Ο συγκεκριμένος ρόλος της τηλεόρασης, όπως είναι φυσικό, βολεύει τους γονείς, οι οποίοι προτιμούν να «παρκάρουν» τα παιδιά τους μπροστά στην οθόνη, αντί να τα βγάλουν μια βόλτα, να τα δραστηριοποιήσουν, να παίξουν μαζί τους ή να τους διηγηθούν ένα παραμύθι…

Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι η συγκεκριμένη τακτική των γονιών δεν οφείλεται τόσο στην αδιαφορία τους, όσο στις δυσκολίες που επιβάλλουν οι αυξημένες υποχρεώσεις της εργασίας και της καθημερινής τους ζωής. Είναι προφανές, ότι όσο συνεχίζουν να υπάρχουν παιδιά κλεισμένα όλη την ημέρα σε μικρά διαμερίσματα, μητέρες που αντιμετωπίζουν μόνες χιλιάδες προβλήματα και ηλικιωμένοι εγκλωβισμένοι στα σπίτια τους, κάθε προσπάθεια περιορισμού της τηλεθέασης θα φαντάζει όλο και πιο δύσκολη. Αντίστοιχα, οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι όσο ένα μεγάλο μέρος των ανοιχτών χώρων παραμένει επικίνδυνο για μεγάλους και μικρούς, ενδεχομένως η τηλεόραση να αποτελεί το μικρότερο κακό.

Ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιούμε την τηλεόραση, λοιπόν, είναι το σύμπτωμα μιας βαθιάς νόσου της κοινωνίας μας. Εκείνο πάντως που πρέπει να καταλάβουμε είναι ότι, ενώ η τηλεόραση εμφανίζεται ως μέσο θεραπείας αυτής της νόσου, όπως αποδεικνύουν όσα εκθέσαμε μέχρι τώρα, αποτελεί ταυτόχρονα έναν από τους παράγοντες που συμβάλλουν στην επιδείνωσή της. Για παράδειγμα, η τηλεόραση παρουσιάζεται ως θεραπεία για τη μοναξιά, ενώ η ίδια γεννά μοναξιά, προτείνεται ως θεραπεία για τη βία, ενώ η ίδια γεννά βία, ως καταφύγιο από τις καθημερινές απογοητεύσεις, ενώ γεννά απογοήτευση κ.λπ.

(Tito Squillaci, H τηλεόραση και τα παιδιά μας –αποσπάσματα-, Εκδ. Ακρίτας 2006)