Κυριακή, 12 Δεκεμβρίου 2010

ΛΕΥΚΟΝΟΙΚΟ

Ομιλία στην Ένωση Κυπρίων Ελλάδας
Αθήνα, Παρασκευή, 26 Νοεμβρίου 2010


Τι να πρωτοθυμηθώ από σένα,
 αγαπημένο μου Λευκόνοικο;
Τα κάτασπρά σου σπίτια, τις πεντακάθαρες αυλές σου
τον απέραντο κάμπο της Μεσαορίας
που ήταν πηγή κάθε αγαθού;

Κι όπως πολύ εύστοχα διαζωγραφίζει τη ζωή μας στο Λευκόνοικο με τη γραφίδα της η ποιήτριά μας κ.Κούλα Παρασκευά:

«Στα απλωτά σεντόνια του
πλούσιος ο αμητός.
Κάθε σπίτι και «ευφορία» αγαθών.
Και «ευφορία» χαράς και πραότητας και ιλαρότητας.
Και προπαντός «ευφορία» αυτάρκειας.
 Όλα τα είχαν. Παράπονο κανένα.
Και «δόξα τω Θεώ».
Κιτρινόχρωμες αχτίδες να θερμαίνουν τη γη και τους ανθρώπους».

Καταρχάς, να μου επιτρέψετε να ευχαριστήσω θερμότατα την Ένωση Κυπρίων Ελλάδας για τη μεγάλη τιμή που μας κάνουν να μιλήσουμε για το Λευκόνοικό μας, το καμάρι της Μεσαορίας. Σας συγχαίρουμε ειλικρινά που ζώντας στο «Κλεινόν Άστυ» κρατάτε τη μνήμη ζωντανή της κουρσεμένης μας μικρής πατρίδας.

Κι ήτανε τόσο όμορφος ο τόπος μας!
Ζωή γαλήνια, πλούσια, χαρισάμενη.
Να’  σαι αφέντης στη γη σου
και πάνωθέ σου μόνο ο Θεός. 
Να στέκεσαι και να θωρείς
 κι όσο που φτάνει το μάτι σου
 στου κάμπου την ανοικτοσύνη
να’ ναι δικά σου.
Τούτη είναι η ομορφιά του κάμπου!
Τούτη είναι η μοναδικότητα της γης!
Σε δένει στη χιλιόχρονη αλυσίδα των αιώνων
τελευταίος κρίκος εσύ
που’ χεις πάρει τη σκυτάλη
για να την παραδώσεις στα παιδιά σου!
 
Ήτανε όμορφος ο τόπος μας!
Μπορείς να ξεχάσεις τον τόπο σου;
Μπορείς να ξεχάσεις το σπίτι σου το πατρικό;
Τις καμάρες της αυλής...τον ηλιακό,
τα προικιά στο σεντούκι, τον αργαλειό,
τη σουβάντζα με τα πιάτα της προγιαγιάς
τ’ ασημένια καπνιστομέρεχα
τον λαγομάνο
τον κήπο, την κληματαριά, το κοτέτσι;

Μπορείς να ξεχάσεις
το πηγάδι με τ’ αλακάτι στην αυλή
το ανώι για τις ζεστές καλοκαιρινές νύκτες
και τ’ αεράκι που φυσούσε από το Μερσινίκι;

Μπορείς να ξεχάσεις
το ντεπόζιτο που σεριάνιζες τα όνειρά σου,
την παλιά φουντάνα,
εκεί που άλλοτε ήταν το σπίτι της γιαγιάς σου;

Μπορείς να ξεχάσεις
την ομορφιά της φύσης έξω από το Λευκόνοικο,
στους πρόποδες του Γέρο Πενταδάκτυλου;

Μπορείς να ξεχάσεις
την ομορφιά των ανθρώπων
την ομορφιά των πραγμάτων
την ομορφιά της ψυχής;

Είναι, φαίνεται, μια εσώτερη ανάγκη της ψυχής εμείς οι ξεριζωμένοι να θέλουμε να μιλούμε για τα μέρη που χάσαμε.

Κάτασπρο ήταν το πρώτο σπίτι, γι’ αυτό το χωριό ονομάστηκε Λευκόνοικο. Λευκός οίκος, σύμφωνα με τον Σίμο Μενάρδο και με τον πατέρα της Κυπριακής Λαογραφίας Νέαρχο Κληρίδη, ο οποίος υποστηρίζει ότι η ονομασία δόθηκε κατά τα πρώτα χριστιανικά χρόνια, όταν μιλιόταν ακόμη η αρχαία ελληνική γλώσσα.

Σύμφωνα με την παράδοση, κτίστηκε στην περιοχή ένας «λευκός οίκος», δηλαδή ένα άσπρο σπίτι. Οι άνθρωποι έλεγαν «πάω στον λευκόν οίκον» και στη συνέχεια γύρω από τον αρχικόν «λευκόν οίκον» κτίστηκαν κι άλλοι «λευκοί οίκοι», κι έτσι ο συνοικισμός ονομάστηκε Λευκόνοικο.

Το 1913, ο Sir Iohn Myres μαζί με τον Έφορο του Κυπριακού Μουσείου Μενέλαο Μαρκίδη έκαναν ανασκαφές κοντά στο ξωκκλήσι της Αγίας Ζώνης, ένα χιλιόμετρο νότια του Λευκονοίκου, και έφεραν στο φως μνημεία που αποδεικνύουν ότι υπήρχε μια πολιτεία από τον 7ον αιώνα π.Χ. μέχρι τα Βυζαντινά χρόνια, που ήταν ο μακρινός πρόγονος του σημερινού Λευκονοίκου.

Σ’ αυτές τις ανασκαφές βρέθηκε Ιερό Τέμενος, αφιερωμένο στον θεό του φωτός, τον Απόλλωνα,  με πλήθος αγαλμάτων και άλλων ιερών
αντικειμένων που φανερώνουν τη  θρησκευτικότητα και την καλλιτεχνική ευαισθησία των προγόνων μας.

Τα αγάλματα που βρέθηκαν στο Ιερό αυτό κοσμούν σήμερα το κυπριακό Μουσείο και άλλα ξένα Μουσεία. Τα αγάλματα αυτά ήταν αναθηματικά, αφιερώματα δηλαδή των πιστών στον θεό Απόλλωνα, όπως τα σημερινά τάματα στους Αγίους.

Το Λευκόνοικο αποτελεί μια πινακοθήκη στην οποία εκτίθενται όλες σχεδόν οι εικόνες της πολυκύμαντης ιστορικής μας ζωής. Θυμόμαστε όλοι  έξω από το Σωματείο «Ανόρθωση» του Λευκονοίκου, τον «Σεντόνα», όπως τον λέγαμε μικροί, έναν ακέφαλο ανδριάντα,  πιθανόν φιλοσόφου ή ρήτορα, που βρέθηκε στο χώρο των ανασκαφών και μας θύμιζε την εθνική μας καταγωγή.

Για τη Βυζαντινή περίοδο στο Λευκόνοικο δεν έχουμε πολλές πληροφορίες. Από τον Λεόντιο Μαχαιρά ξέρουμε ότι ο Άγιος Ευφημιανός, ένας από τους 300 Αλαμάνους Αγίους της Κύπρου, ασκήτεψε στο Λευκόνοικο. Όμως, στις εκκλησίες μας σώθηκαν θαυμάσια δείγματα βυζαντινής τέχνης, τα καλύτερα των οποίων ευτυχώς μεταφέρθηκαν έγκαιρα στο βυζαντινό Μουσείο στη Λευκωσία, κι έτσι σώθηκαν από τη βεβήλωση.

Οι εκκλησίες και τα ξωκκλήσια μας ανήκουν σε μεταγενέστερη εποχή, σίγουρα, όμως, κτίστηκαν εκεί που υπήρχαν παλαιότεροι βυζαντινοί. Αξίζει εδώ να θυμηθούμε τον Αρχάγγελό μας, τον Σωτήρα μας, τον Τίμιο Σταυρό, το ξωκκλήσι του Προφήτη Ηλία, της Αγίας Ζώνης, του Αγίου Θεοδώρου, του Αγίου Φωκά και του Αγίου Γεωργίου.

Την περίοδο της Φραγκοκρατίας που ακολούθησε,  η Επανάσταση των χωρικών που ξέσπασε στην Κύπρο το 1427 είχε σαν επίκεντρο το Λευκόνοικο, που ήταν η έδρα του εμψυχωτή και οργανωτή της,
του ρε Αλέξη, που οι χωρικοί τον ανακήρυξαν «Ρήγα», δηλαδή βασιλιά. Τόσο ήταν αγαπητός στον λαό ώστε, όπως γράφει ο Μαχαιράς, «όλοι οι χωργιάτες εδόθησαν εις την πόταξίν του».

Ο Ρε Αλέξης ήταν ταχυδρόμος του παλατιού και γνώριζε πάρα πολύ καλά τις αδυναμίες της άρχουσας τάξης, όπως και την εξαθλίωση στην οποία ζούσε ο λαός. Γι’ αυτό και σαν άρχισε η επανάσταση, στο Λευκόνοικο και αλλού οι απελπισμένοι χωρικοί άνοιξαν τις αποθήκες και άρπαξαν τα κρασιά, τη ζάχαρη, τα τρόφιμα γενικά.

Ακόμη και από τα αλώνια του Λευκονοίκου άρπαξαν τα σιτηρά...

Στη συνέχεια, οι κατακτητές οργανώθηκαν και κατέπνιξαν την επανάσταση, λόγω της έλλειψης οργάνωσης, της φτώχιας, της κακομοιριάς και της αγραμματοσύνης. Τον Ρήγα Αλέξη τον συνέλαβαν και τον εκτέλεσαν στη Λευκωσία. Γράφει ο Μαχαιράς: «…Επιάσαν το Ρήγα Αλέξη και εφέραν τον εις την Λευκωσίαν και κραμμάσαν τον εις την φούρκαν τη Δευτέρα εις τα ιβ΄μαγίου αυκζ Χριστού(1427).

Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας αξιόλογη πηγή πληροφοριών είναι οι κώδικες της αρχιεπισκοπής, με βάση τους οποίους φαίνεται ότι κατά τα πρώτα τριάντα χρόνια τουλάχιστον του 19ου αιώνα, το Λευκόνοικο ήταν το μεγαλύτερο σε πληθυσμό και πλουσιότερο σε παραγωγή χωριό της Κύπρου.

Για να καταλάβουμε τη διαφορά του Λευκονοίκου από τα άλλα χωριά ως προς το μέγεθος της παραγωγής φτάνει να πούμε ότι το Λευκόνοικο είχε 215 «μόδια Κυπριώτικα σιτάρι, η Αθηαίνου 114 μόδια, η Αραδίππου 94, η Άχχια 139, η Μόρφου 25, το Ιδάλιο 82, η Λύσις 59, το Τρίκωμο 16, το Πραστειόν 41». 

Επίσης, η εμπορία των κατοίκων φαίνεται από τον κεφαλικό φόρο. Οι 128 φορολογούμενοι του Λευκονοίκου πλήρωσαν 8890 πιάστρες, οι 98 της Λύσης 5660, οι 86 της Ακανθούς 4653, οι 126 του Ριζικαρπάσου 6617, οι 73 του Παραλιμνίου 4477, οι 95 της Γύψου 5601κ.λπ.

Ακολουθεί η Αγγλοκρατία, όπου στις αρχές του Σεπτέμβρη του 1878, ο πρώτος Άγγλος διοικητής της Αμμοχώστου, ο λοχαγός Swaine, έκαμε περιοδεία στην επαρχία του για να τη γνωρίσει. Το ιστορικό της επίσκεψης στο Λευκόνοικο διέσωσε η Αγγλική εφημερίδα « Εικονογραφημένα Νέα του Λονδίνου», στις 12 Οκτωβρίου, 1878.

Εξάλλου, την ανταπόκριση για το Λευκόνοικο συνοδεύει και μια ωραία γκραβούρα που αποτελεί εύγλωττη μαρτυρία του Λευκονοίκου κατά το 1878. Ήταν το πιο σπουδαίο χωριό (most important) της επαρχίας, γι’ αυτό ο Διοικητής προτιμά να διανυκτερεύσει σ’ αυτό. Προσθέτει, δε, ότι στην υποδοχή  συγκεντρώθηκαν «πολλές εκατοντάδες» ανθρώπων ή τουλάχιστον 6 ή 7 εκατοντάδες.

Θα ήθελα, επίσης, να αναφερθώ σε σημαίνουσες προσωπικότητες του Λευκονοίκου, όπως  τον Μητροπολίτη Κιτίου Κυπριανό, ακραιφνή πατριώτη, λάτρη της Ελλάδας, που, όπως είναι γνωστό, υποδέχτηκε τον πρώτο Ύπατο Αρμοστή της Κύπρου σερ Γκάρνετ  Γούλσλεϊ  στη Λάρνακα, υπογραμμίζοντας ότι οι Έλληνες της Κύπρου θεωρούν την αγγλική κατοχή προσωρινή και ευελπιστούν ότι οι Άγγλοι θα τους ενώσουν με τη Μάνα Ελλάδα.

Ασφαλώς, το Λευκόνοικο σεμνύνεται και για τον ποιητή της 9ης  Ιουλίου 1821,  τον Βασίλη Μιχαηλίδη που έζησε 67 χρόνια γεμάτα «περιπέτειες και ατυχίες, πίκρες και καημούς, πόθους και ανεκπλήρωτους οραματισμούς, φτώχια και στερήσεις, πολλές απογοητεύσεις και λίγες αναλαμπές χαράς και αναγνώρισης».

 Βάρδος της Ρωμιοσύνης, υπήρξε ο εκφραστής της ψυχής του Κυπριακού Ελληνισμού που αφιέρωσε την ποιητική του Μούσα στην Υπηρεσία της Μεγάλης Ιδέας, της εθνικής αποκατάστασης των Ελλήνων της Κύπρου.

Αξίζει να αναφερθεί ότι στο Λευκόνοικο λειτουργούσε κοινοτική Σχολή από το 1840 που τη συντηρούσαν οι γονείς των μαθητών. Οι πρώτοι δάσκαλοι πληρώνονταν με πέντε γρόσια τον μήνα που έδιναν οι γονείς  και με ένα ψωμί κάθε Σάββατο που λεγόταν «Σαββατιάτικο».  Πολλοί οι άξιοι δάσκαλοι που θα έπρεπε να μνημονευθούν, αλλά θα αναφέρω μόνο τον μεγάλο δάσκαλο του Λευκονοίκου, τον αείμνηστο Μάρκο Χαραλάμπους, που η αίγλη του ονόματός του έφτασε στις μέρες μας, αφού μεγαλώσαμε, ακούοντας ο αδελφός μου κι εγώ τον πατέρα μας να μας μιλά για τον δάσκαλό του, που τόσο ωφέλησε το Λευκόνοικο και πέθανε στην ακμή της σταδιοδρομίας του, αφήνοντας πίσω του δυσαναπλήρωτο κενό .

Δεν αντέχω στον πειρασμό να μην αναφέρω για τον γιο του. Τον έστειλε να σπουδάσει  στη Βιέννη της Αυστρίας ιατρική, όπως και ο μακαρίτης Μιχαήλ Παπαπέτρου, αλλά δυστυχώς παρασύρθηκε από τις σειρήνες του χαρτοπαίγνιου και του γυναικείου ποδόγυρου, ενώ έγινε πρωταθλητής στο                     . Έτσι, δεν γύρισε ποτέ στην Κύπρο. Αυτό δεν είχε επιπτώσεις μόνο στην περηφάνια του πατέρα, αλλά απώθησε και άλλους Λευκονοικιάτες από του να στείλουν τα παιδιά τους στην Αυστρία για σπουδές.

Συνεχίζοντας, φτάνουμε στο καμάρι του Λευκονοίκου, το Γυμνάσιό μας. Το 1938 ιδρύθηκε από έναν φιλοπρόοδο εκπαιδευτικό, τον Ανδρέα Λοϊζίδη, ένα ιδιωτικό σχολείο με την επωνυμία «Εμπορικόν Κολλέγιον Λευκονοίκου», που στεγαζόταν στο σπίτι μας, το οποίο είχε ενοικιάσει.

Το 1940 το σχολείο έγινε κοινοτικό και μετονομάστηκε σε «Ανωτέρα Σχολή Λευκονοίκου». Το 1947 θα γίνουν τα εγκαίνια του νέου σχολικού κτηρίου στον λόφο του Προφήτη Ηλία με την επωνυμία «Καμίντζειος Ανωτέρα Σχολή Λευκονοίκου» από το όνομα του ευεργέτη της, του Γεώργιου Καμιντζή από το Λευκόνοικο που ζούσε στη Μόρφου.  Μετά το 1960 θα ονομαστεί «Γυμνάσιο Λευκονοίκου».

Ως Λευκονοικιάτες, ωστόσο, σεμνυνόμαστε για τους προγόνους μας που υπήρξαν οι σκαπανείς του Συνεργατισμού στο νησί μας. Τους μακαρίζουμε, γιατί το Λευκόνοικο στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα μεσουρανούσε στο στερέωμα της κυπριακής υπαίθρου. Εκεί γίνονταν παγκύπρια αγροτικά συνέδρια, εκεί, το 1909, γεννήθηκε η πρώτη ελληνική Συνεταιριστική Αγροτική Τράπεζα που απάλλαξε τους αγρότες από τον βραχνά της τοκογλυφίας. Οι δυο σκαπανείς ήταν ο Ιωάννης Οικονομίδης και ο δάσκαλος Μάρκος Χαραλάμπους.

Ο τότε δημοσιογράφος της Ακρόπολης Αθηνών, ο Βλάσης Γαβριηλίδης, που επισκέφθηκε το Λευκόνοικο το 1911, βλέποντας τον γραμματέα της Συνεργατικής, τον αείμνηστο Μάρκο Χαραλάμπους, τον παρομοίασε με τον Ηρακλή που σκότωσε τον «λέοντα της Νεμέας» του χωριού του, τον τοκογλύφο.

 Όπως έχουμε αναφέρει, ο Μάρκος Χαραλάμπους, που σπούδασε στην Αθήνα, ήταν ο πνευματικός ταγός του Λευκονοίκου που απολάμβανε του σεβασμού και της αγάπης όλων και συντέλεσε στην πνευματική ανάπτυξη της κωμόπολής μας. Μάλιστα, όταν είχε παιδί που τελείωνε την έκτη δημοτικού, έκανε από μόνος του τις πρώτες τάξεις του Γυμνασίου.

Ο Ιωάννης Οικονομίδης, δικηγόρος, βουλευτής, Διευθυντής της Τράπεζας Κύπρου, εισηγήθηκε τον νόμο περί Συνεργατικών Εταιρειών που ψηφίστηκε από τη Βουλή το 1914.

Δεν θα μπορούσα να παραλείψω τη συμμετοχή του Λευκονοίκου στον απελευθερωτικό Αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α.. Το Γυμνάσιο Λευκονοίκου, ιδιαίτερα, αποτέλεσε φυτώριο αγωνιστών με πλούσια δράση.
Ποιος μπορεί να ξεχάσει την καταδρομική επιχείρηση της πενταμελούς ομάδας Αυξεντίου στις 4 Νοεμβρίου 1955 εναντίον του Αστυνομικού Σταθμού Λευκονοίκου, απ’ όπου απέσπασαν όλο τον οπλισμό του;

Ένα άλλο γεγονός που σημάδεψε τη ζωή του Λευκονοίκου ήταν και το κάψιμο του Ταχυδρομείου μας στις 3 Δεκεμβρίου του 1955 κατά τη διάρκεια διαδήλωσης των μαθητών του Γυμνασίου μας ενάντια στα μέτρα του Κυβερνήτη Σερ Τζων Χάρντιγκ. Ακολούθησε πενθήμερο κέρφιου και οι χωριανοί μας αναγκάστηκαν να πληρώσουν 2000 λίρες πρόστιμο.

Επιπρόσθετα, στις 23 Νοεμβρίου του 1956 σκοτώθηκαν δύο Άγγλοι στρατιώτες και πληγώθηκαν πέντε από έκρηξη βόμβας, ενώ έπαιζαν ποδόσφαιρο στο γήπεδο του Γυμνασίου. Αυτό το γεγονός μου έκανε τρομερή εντύπωση όταν ήμουν μικρή.

Υπάρχουν κι άλλα ασφαλώς γεγονότα, αλλά θα αναφερθώ μόνο στον τραυματισμό του ήρωα Λουκά Ιατρού στις 7 Νοεμβρίου του 1955, ο οποίος έμεινε παράλυτος στα δεκαοκτώ του χρόνια, όταν έπεσε από ηλεκτρικό στύλο, προσπαθώντας να κρεμάσει την ελληνική σημαία, όταν εμφανίστηκαν Άγγλοι στρατιώτες. Τον θυμόμαστε οι πιο πολλοί κάθε Κυριακή στην εκκλησία του Σωτήρος με το καροτσάκι του. Πέθανε στις 27 Απριλίου του 1965.

Άλλοι ήρωες του Λευκονοίκου του Αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α. είναι ο Σάββας Ζάνου, ο Θεόδωρος Αχιλλέως και ο Κυριάκος Μπάκας, που τα παιδιά τους μεγάλωσαν μέσα στην ορφάνια κι ευτυχώς που τα νοιάστηκαν οι συγγενείς τους, γιατί το ανάλγητο κράτος μας περί άλλα τύρβαζε.

Με την ανεξαρτησία, οι περισσότεροι ατένιζαν το μέλλον με αισιοδοξία, παρόλη την απογοήτευση από την έκβαση του Αγώνα. Όμως, δεν επρόκειτο να κρατήσει για πολύ, αφού το 1964 το Λευκόνοικο θρηνεί άλλα δυο αδικοχαμένα παλληκάρια: τον Μιχαλάκη Μακρίδη που έχασε τη ζωή του στο Μερσινίκι και τον Αναστάσιο Ζαρβό που έπεσε στις μάχες της Τυλληρίας. (μάνα)

Όμως, τα νιάτα του Λευκονοίκου επέπρωτο να βάψουν με το άλυκο αίμα τους ξανά τη γη του νησιού μας σαν ήρθε η αποφράδα χρονιά του 1974. Δεκατέσσερις νεκρούς και δεκαέξι αγνοουμένους κλαίει το Λευκόνοικο, ανάμεσά τους και τον καθηγητή των Μαθηματικών μας, τον Σωτήρη Μιχαήλ, και συμμαθητές μας και φίλους μας που σπουδάζαμε τότε μαζί στην Αθήνα.

Θα ήθελα, επιπρόσθετα, να αναφερθώ και στα σινεμά και τα κέντρα διασκέδασης που υπήρχαν στο Λευκόνοικο: το μεγαλόπρεπο θερινό κέντρο και σινεμά «Πανόραμα» του Παναγιώτη Χαραλάμπους, το παλιό σινεμά και κέντρο «Ακρόπολις» του Π. Πεταχτού, το θερινό σινεμά του Φυρίλλα, το χειμερινό σινεμά του Φυρίλλα και το «Αγροτόσπιτο» του Πανίκκου Χατζηκακού.

Επιπλέον, στο Λευκόνοικο υπήρχε νοσοκομείο, δικαστήριο, αποθήκες σιτηρών της ΣΠΕ Λευκονοίκου, Γεωργικό Τμήμα, Κτηνοτροφικός Σταθμός, Φαρμακεία, Τράπεζες, Αλευρόμυλοι, Φυτώριο, Γκαράζ Αυτοκινήτων, Ιδιωτικοί γιατροί, Σχολή Βυζαντινής Μουσικής, πολλά εμπορικά καταστήματα, βιβλιοπωλείο, πρατήρια βενζίνης, Σωματεία, γραφεία ταξί, εστιατόρια, ΠΕΚ, ΘΟΙ, Λαϊκές Οργανώσεις, Ζαχαροπλαστεία, κ.α., ενώ έξω από την εκκλησία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ δέσποζε ο ανδριάντας του Βασίλη Μιχαηλίδη.

Φίλοι και φίλες,
αυτή την ιερή παρακαταθήκη που μας άφησαν οι πρόγονοί μας τη φυλάμε ως κόρη οφθαλμού, γιατί όραμά μας και στόχος μας είναι να αξιωθούμε το «νόστιμον ήμαρ»,τη γλυκιά μέρα της επιστροφής στη γη των προγόνων μας, στη γη του Λευκονοίκου μας, στη μάνα γη τροφό μας, που όπως πολύ εύστοχα με τη γραφίδα της επισημαίνει η κ. Κούλα Παρασκευά:

«Σε πήρε ο Τούρκος τζι αλυσώθης
μα γιω σε κουβαλώ μες την καρκιάν μου».

Εμείς οι πρόσφυγες πάντα θέλουμε να μιλούμε για τα μέρη που χάσαμε. Είναι μια εσώτερη ανάγκη της ψυχής. Για να μην ξεχαστεί, να μη γίνει άλλη μια χαμένη πατρίδα.

Γιατί θέλουμε να συνεχιστεί ο πολιτισμός του Λευκονοίκου. Όσα έφτιαχναν οι χρυσοχέρες νοικοκυρές του από τα λευκονοικιάτικα υφαντά μέχρι τα υπέροχα γλυκά τους,  όπως η τσιππόπιτά τους.

Ένας πολιτισμός με ποιότητα και με ανοικτούς ορίζοντες, αφού μόρφωνε τη γυναίκα και έτσι η Λευκονοικιάτισσα πέρα από πολύφερνη νύφη ήταν και δυναμική προσωπικότητα με πνευματική καλλιέργεια και αγωγή της ψυχής, που κατά τον Πλάτωνα είναι το «μέγιστον μάθημα».

Δήμος το Λευκόνοικο έγινε την 1η Απριλίου του 1939. Ολόγυρα από το Λευκόνοικο το μάτι αντίκριζε απέραντες εκτάσεις σπαρμένες με σιτάρι και κριθάρι, θαλερούς ελαιώνες και στα βόρεια περιβόλια με βερύκοκα, χρυσόμηλα και καϊσιά.

Οι δημότες του, άνθρωποι της γης και του ανοικτού κάμπου της Μεσαορίας, που έδεναν και τα ξωκκλήσια με άσπρο νήμα και δέονταν στον Ύψιστο να τους λυπηθεί τις κακές χρονιές  και να τους ρίξει τις ευεργετικές βροχές του για να καρπίσει ο κάμπος και να αναγεννηθεί η Μεσαορία.

Άνθρωποι του «μέτρου», με ήθος και αρχοντιά, με ανοικτή καρδιά, όπως ήταν και το σπίτι τους, φιλόξενοι και περήφανοι, όπως όλοι οι αφέντες της γης που είχαν πάνωθέ τους μόνο τον Θεό.

Μα και η κοινωνία του Λευκονοίκου  ήταν μια κοινωνία που ήξερε να τιμά τους ήρωές της και όσους την τιμούσαν, θυμίζοντας τη ρήση του Ολύμπιου Περικλή ότι στην περίπτωση ανθρώπων

«Έργω γενομένων αγαθών,
έργω και δηλούσθαι τας τιμάς».


Σήμερα που το Λευκόνοικο είναι για μας μια ανάμνηση και για τα παιδιά μας ένα ερειπωμένο χωριό, που η γη μας δεν μας ανήκει τυπικά, αλλά ψυχικά και ουσιαστικά είναι και θα είναι δική μας, μόνο τον πολιτισμό μας έχουμε και την παρακαταθήκη των προγόνων μας για να αντέξουμε στους καιρούς της θλίψης και της δοκιμασίας. Έχουμε το πνεύμα ενάντια στην ύλη, το μέτρο στην ύβρη, την ομορφιά στην ασκήμια.

Με τον πολιτισμό μας, όπως εύστοχα παρατηρεί ο Κώστας Γεωργοσόπουλος «θα πνίξουμε τα διεθνή κέντρα αποφάσεων που δεν ακούνε τον βραχνά μας». Ίσως τότε αντιληφθούν ότι αυτά τα χώματα κι αυτές οι πέτρες κουβαλούν τριών χιλιετηρίδων ελληνική ιστορία.


Σας ευχαριστώ πολύ.