Δευτέρα, 24 Ιανουαρίου 2011

Η Μετανάστευση

Vadopaidi Friend
Η ξενιτιά κι ο χωρισμός, η πίκρα, η αγάπη

Τα τέσσερα ζυγίστηκαν να δουν το ποιο βαραίνει.

Της ξενιτιάς βαρύτερο ν’ πό όλα τα γκιντέρια.

Χωρίζουν μάνες και παιδιά

Κι η γης ανατρομάζει

Χωρίζουν αδέλφια καρδιακά και δέντρα ξεριζώνουν

Χωρίζουνε τ΄ αντρόγυνα τα πολυαγαπημένα.

Στον τόπο που χωρίζουνε χορτάρι δεν φυτρώνει…


Το δημοτικό τραγούδι είναι η αυθεντικότερη και γνησιότερη έκφραση των αισθημάτων του λαού, ό,τι πιο ευγενικό και πιο ανθρώπινο.

Μια έκφραση αυτών των αισθημάτων για την ξενιτιά και πώς την έβλεπαν κι ερμήνευαν οι άνθρωποι, αποτελεί το πάρα πάνω δημοτικό τραγούδι. Γιατί η πλειοψηφία των Ελλήνων , δεν μιλούσε για Μετανάστευση, μιλούσε και μιλάει για ξενιτιά, λέξη η ξενιτιά, όπου κατά πάσα πιθανότητα δεν υπάρχει σε άλλη γλώσσα.

Ο όρος «Μετανάστευση», σύμφωνα με τις Κοινωνικές Επιστήμες αλλά και το Διεθνές Δίκαιο, αναφέρεται στη γεωγραφική μετακίνηση ανθρώπων είτε μεμονωμένα, είτε κατά ομάδες.

Η Ελληνική Εξωτερική μετανάστευση, θα μπορούσε να χωριστεί στις εξής χαρακτηριστικές περιόδους:

Πριν από το 1900, η μετανάστευση ήταν κυρίως σε Μεσογειακές χώρες, την Αίγυπτο και αλλού.

1900-1921, έχουμε οικονομικούς μετανάστες που κινούνται κυρίως για τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής.

1945-1950, παρατηρείται η υποχρεωτική μετανάστευση 1.000.000 Ελλήνων για πολιτικούς λόγους σε χώρες του Ανατολικού μπλοκ, ως αποτέλεσμα του εμφυλίου πολέμου, ενώ το ίδιο διάστημα φεύγουν πολλοί και για τις Ηνωμένες Πολιτείες.

1950-1960, υπάρχει πολύ μεγάλο ρεύμα μεταναστών με κύριο λόγο την ανεργία, όπου μεταβαίνουν σε Αμερική και Αυστραλία, καθώς και Ευρωπαϊκές χώρες, κυρίως, Βέλγιο και Δυτική Γερμανία.

Υπολογίζεται ότι αυτή τη δεκαετία, μετανάστευσαν συνολικά, 312.000 Έλληνες από τους οποίους οι 185.000, εκτός Ευρώπης.

1961-1973, αναχωρούν από Ελλάδα κυρίως για Δ. Γερμανία, Σουηδία, Βέλγιο και Αυστραλία, 965.000 άτομα.

Από το 1974 και μετά, παρατηρείται σταδιακή κάμψη της μετανάστευσης, ενώ παράλληλα αυξάνεται ο αριθμός αυτών που επαναπατρίζονται. Το ίδιο διάστημα, όμως, έχουμε τους αδελφούς Κύπριους που καταφθάνουν εδώ πρόσφυγες μετά το πραξικόπημα και την εισβολή στην Κύπρο.

Από πρόσφατα στοιχεία της Γενικής Γραμματείας Απόδημου Ελληνισμού, προκύπτει ότι οι Έλληνες του Εξωτερικού και στις 5 Ηπείρους, ανέρχονται περίπου στα 5.600.000 από αυτούς, 3.400.000 διαμένουν στην Αμερική, 1.280.000 στην Ευρώπη, 710.000, (κατά πολλούς ο αριθμός αυτός είναι αμφισβητήσιμος, έτσι τον αναφέρω με κάθε επιφύλαξη), στην Ωκεανία, 140.000 στην Αφρική και 70.000 στην Ασία.

Σύμφωνα με την προφορική παράδοση, ο πρώτος Έλληνας που έφτασε στην Αυστραλία ήταν κάποιος Δαμιανός Γκίκας, το 1802.

Αν αληθεύουν οι ισχυρισμοί δημοσιεύματος μιας επαρχιακής εφημερίδας, της Gold Coast Bulletin, ο πρώτος Έλληνας που ήλθε στην Αυστραλία ήταν κάποιος ναυτικός, ονόματι Γιώργος Παπάς, ο οποίος εγκατέλειψε το καράβι, παντρεύτηκε μια ιθαγενή και εγκαταστάθηκε στο Σίδνεϊ.

Οι επίσημες ιστορικές πηγές, όμως, αναφέρουν ότι οι πρώτοι Έλληνες που έφτασαν εδώ ήταν 7 νεαροί Υδραίοι καπεταναίοι που καταδικάστηκαν από την Αγγλική Δικαιοσύνη για πειρατεία στη Μάλτα κι από εκεί στάλθηκαν υπόδικοι στην Αυστραλία το 1829, οι 5 επαναπατρίστηκαν, όμως, το 1936.

Ο πρώτος ελεύθερος Έλληνας που φτάνει στην Αυστραλία, συγκεκριμένα στο Σίδνεϊ, το 1838 είναι κάποιος ονομαζόμενος Τζων Πήτερς, ενώ η πρώτη Ελληνίδα είναι η Αικατερίνη Πλέσσα που έφτασε στην Αυστραλία το 1853.

Φυσικά, δεν έλειψαν και οι Έλληνες χρυσοθήρες την εποχή που η «χρυσομανία» είχε κυριεύσει την Αυστραλία, αυτό αναφέρεται και στη Έκθεση Χρυσοθήρων του 1859, ότι ανάμεσα στους χρυσοθήρες της εποχής, βρίσκονταν και αρκετοί Έλληνες,

Η μαζική αλυσιδωτή μετανάστευση, όμως, έλαβε χώρα στις δεκαετίες του 50 και 60, όπου χιλιάδες νέοι και νέες κατέφθαναν συνεχώς στην Αυστραλία, είτε κατόπιν πρόσκλησης συγγενών, είτε μέσω της ΔΕΜΕ., Διακυβερνητικής Επιτροπής Μετανάστευσης εξ Ευρώπης. Βέβαια, επιβάλλεται να γίνει μνεία και στις εκατοντάδες κοριτσιών, τις νύφες των καραβιών όπως ονομάστηκαν, που ήλθαν εδώ για να παντρευτούν, στην πλειοψηφία τους, ανθρώπους που τους ήταν παντελώς άγνωστοι και είχαν γνωρίσει μόνο από φωτογραφία

Με την άφιξη των μεταναστών στην καινούρια χώρα, δημιουργούνται πολλά προβλήματα. Ο Πανεπιστημιακός καθηγητής Ψυχίατρος του Νοσοκομείου St Vincent’s, Edmond Chiu, αναφέρει ότι από πολυετείς, μελέτες του Τμήματος Ψυχιατρικής Υγείας Βικτόριας προκύπτει ότι μέχρι να φτάσει στην καινούρια χώρα ο μετανάστης, έχει ήδη κάποια ψυχολογική πάθηση. Παραλλήλιζε τους μετανάστες με τα φυτά, λέγοντας, ότι αν μεταφυτεύσεις ένα λουλούδι ή φυτό, παρά τις φροντίδες που θα του προσφέρεις, καθόλου απίθανο να μην επιβιώσει ή να αγωνιστεί πολύ για επιβίωση, αν λοιπόν το άψυχο δυσκολεύεται τόσο στη προσαρμογή στον ξένο χώρο, πόσο μάλλον ο άνθρωπος.

Είναι ο χωρισμός από αγαπημένους και τον τόπο που έζησε μέχρι τότε, ενοχές για αυτούς που αφήνει πίσω, συνήθως γονείς, ο φόβος και η αβεβαιότητα για το άγνωστο, η ανασφάλεια για το τι μέλει γενέσθαι, ακόμα, οι δικές του προσδοκίες αλλά και οι προσδοκίες των άλλων, για να πλουτίσει γρήγορα και να επιστρέψει στην πατρίδα.

Βέβαια, η πραγματικότητα που αντιμετωπίζει φτάνοντας είναι πολύ διαφορετική.

Προκύπτουν άμεσες ανάγκες, οι κυριότερες, δουλειάς, στέγης.

Πολλοί από τους πρώτους Έλληνες που έφτασαν στην Αυστραλία πήγαν σε διάφορους καταυλισμούς, πιο γνωστός αυτός της Bonegilla . Το θέμα με τις νύφες των καραβιών καθώς και αυτό της Μπονεγκίλα, αποτελούν ενδιαφέρον θέμα για χωριστή διάλεξη το καθένα. Συνοπτικά για την Μπονεγκίλα, θα αναφερθεί ότι ήταν ο μεγαλύτερος και μακροβιότερος Καταυλισμός Μεταναστών ή Κέντρο Υποδοχής Μεταναστών όπως είχε ονομαστεί.

Από το 1947 που δέχτηκε τους πρώτους μετανάστες μέχρι το 1971 που έκλεισε οριστικά τις πόρτες του, πέρασαν από εκεί 320.000 νέοι μετανάστες προερχόμενοι από 30 διαφορετικές χώρες.

Ο Γιώργος Ζάγκαλης, στο πρόσφατο βιβλίο του: Migrant Workers and Ethnic Communities, στο κεφάλαιο 8 με τίτλο Μπονεγκίλα, σελίδα 277, αναφέρει ότι από τις αρχές της δεκαετίας του 50 μέχρι το 1971 όπου έκλεισε, πέρασαν από την Μπονεγκίλα τουλάχιστον 35.000 Έλληνες νεοφερμένοι μετανάστες.

Εκτός όλων των άλλων προβλημάτων προσαρμογής στον ξένο τόπο, οι μετανάστες είχαν να αντιμετωπίσουν και τη μάστιγα του ρατσισμού. Την ξενοφοβία, την καταφρόνια, που πολλές φορές απορρέουν από υπεροψία ή φόβο. Τις διακρίσεις στο χώρο εργασίας, μα και έξω στην κοινωνία.

Πολλά από τα παιδιά των μεταναστών βίωσαν ρατσισμό και διακρίσεις στα σχολεία που φοιτούσαν.

Πλείστες όσες φορές αυτός ο ρατσισμός που τον γεύτηκαν κατά κόρο τις πρώτες δεκαετίες οι μετανάστες της Αυστραλίας, και όχι μόνο, οδηγούσε σε βίαια επεισόδια και στον κατατρεγμό των νεοφερμένων. Σίγουρα, οι περισσότεροι από τους πρώτους μετανάστες είχαν την ευκαιρία να γευτούν επανειλημμένως τις εις βάρος τους διακρίσεις που απέρρεαν από ρατσισμό, καθώς και να ακούσουν να τους αποκαλούν ταπεινωτικά wogs.

Τα πράγματα άρχισαν να καλυτερεύουν κάπως ως προς το ρατσισμό, το 1975 όταν ο τότε Πρωθυπουργός Αυστραλίας, Gough Whitlam, ψήφισε το Νόμο Κατά του Ρατσισμού.

Σήμερα πολλοί από τους παλιούς μετανάστες, συμπεριφέρονται ρατσιστικά στις καινούριες ομάδες μεταναστών, χωρίς να το παραδέχονται, ξεχνώντας ότι έτσι συμπεριφέρονταν στην πλειοψηφία τους οι Αυστραλοί και στους ίδιους όταν πρωτοήλθαν εδώ.

Το πρόβλημα των προσφύγων που ζητούν άσυλο εδώ, είναι τεράστιο. Πολύ συχνά ακούμε στις ειδήσεις για τα σαπιοκάραβα που μεταφέρουν δυστυχισμένους ανθρώπους, άνδρες, γυναίκες και παιδιά, που στην απόγνωσή τους και γνωρίζοντας ότι οι πιθανότητες να βγουν ζωντανοί στην Αυστραλία είναι πολύ μικρές, μπαίνουν στους θαλασσοπνίχτες. Μα και αυτοί που καταφέρνουν να φτάσουν εδώ μισοπεθαμένοι από τις άθλιες συνθήκες και τους κινδύνους που αντιμετωπίζουν στο ταξίδι, τις περισσότερες φορές δεν τυγχάνουν ανθρώπινης μεταχείρισης από τις Αρχές. Ποιος μπορεί να λησμονήσει το σκάνδαλο με τα παιδιά που δήθεν οι γονείς τους τα πέταξαν στη θάλασσα για να εκβιάσουν την τότε Κυβέρνηση του Τζων Χάουαρντ να τους δεχτεί στην Αυστραλία;

Η μετανάστευση έχει επιπτώσεις τόσο στη χώρα υποδοχής, όσο και στη χώρα αποστολής.

Είναι ηλίου φαεινότερο ότι η Αυστραλία ωφελήθηκε οικονομικά τα μέγιστα από τη μετανάστευση, αφού ξαφνικά πλήθυναν τα φτηνά, εργατικά χέρια και αυξήθηκε η παραγωγή τόσο στο βιομηχανικό όσο και τον εμπορικό τομέα. Οι μετανάστες ήταν εκείνοι που έκαναν τις πιο βαριές και ανθυγιεινές δουλειές, λόγω έλλειψης προσόντων και γνώσης της γλώσσας, αφού τέτοιους ανειδίκευτους εργάτες ζητούσε κυρίως.

Όμως, δεν ήταν μόνο η βιομηχανία και το εμπόριο που ωφελήθηκε. Ας μην ξεχνάμε πως η Αυστραλία για πάνω από 100 χρόνια, μετά την εισβολή των λευκών, που ήλθαν να…εκπολιτίσουν τους ντόπιους, έζησε απομονωμένη από τον υπόλοιπο κόσμο, ας θυμηθούμε επίσης, ποιοι και τι ήταν αυτοί οι πρώτοι λευκοί.

Με τη μετανάστευση επηρεάστηκε τόσο η δομική εμφάνιση της Αυστραλίας, όσο και η νοοτροπία και κοινωνικές δομές, διότι κάθε άτομο και ομάδα μεταναστών, μετέφερε ήθη και έθιμα, απόψεις για κοινωνικά θέματα, όπως θρησκεία, παιδεία, ηθική. Ας μην παραβλέπεται και η επιρροή των μεταναστών στις γαστρονομικές συνήθειες των Αυστραλών, τώρα πια, το να βρωμοκοπάει κάποιος από σκορδοκρέμμυδα, είναι πολύ…trendy.

Επιπτώσεις, όμως, έχει η μετανάστευση και στη χώρα αποστολής, την Ελλάδα, μια και μιλάμε για τις δικές μας χώρες. Μειώθηκε η ανεργία και ενισχύθηκε η οικονομία με τα εμβάσματα των μεταναστών, αυτή είναι θετική επίπτωση, μολαταύτα, η αναχώρηση των νέων, γιατί στην πλειοψηφία νέοι ήταν αυτοί που έφυγαν, αποδυνάμωσε το εργατικό δυναμικό της Ελλάδας και συντέλεσε στη μείωση του ποσοστού γεννήσεων και γάμων, με αποτέλεσμα να ερημώσουν πολλές περιοχές και να αυξάνεται το ποσοστό γήρανσης της χώρας.

Όμως, τις μεγαλύτερες επιπτώσεις, τις υφίσταται ο ίδιος ο μετανάστης, το άτομο, ο άνθρωπος.

Είπαμε νωρίτερα, ότι, ο μετανάστης έχει ήδη κάποιας μορφής ψυχολογικό πρόβλημα φτάνοντας στη χώρα υποδοχής. Συνοπτικά, ας αναφερθούμε στο ότι οι περισσότεροι μετανάστες αντιμετώπισαν πολλά προβλήματα, ιδίως τα πρώτα χρόνια από την άφιξη τους, δούλεψαν πολύ σκληρά, υποβλήθηκαν σε στερήσεις και θυσίες για να επιβιώσουν στον ξένο τόπο, οι περισσότεροι χωρίς γνώσεις, χωρίς εφόδια και να διασφαλίσουν πως τα παιδιά τους θα είχαν καλύτερη μοίρα από αυτούς.

Η παροικία μας, αναπόφευκτα γερνάει χωρίς μεγάλη μέριμνα από το κράτος και πολλές φορές, χωρίς μέριμνα και από τα ίδια τα παιδιά.

Επιβάλλεται, όμως, να αναφερθούν και οι δικαιολογημένες πικρίες που οι περισσότεροι κουβαλούν μέσα τους για την αδιαφορία και έλλειψη ενδιαφέροντος της γενέτειρας απέναντί τους. Στην Ελλάδα, δεν υπάρχει Υπουργείο Αποδήμων για τα 5.600.000 Έλληνες που ζουν διασκορπισμένοι στις 5 Ηπείρους, όπως υπάρχει σε άλλα κράτη. Το 2004, η Ελληνική κυβέρνηση υποσχέθηκε στους Έλληνες Βουλευτές Ξένων Κρατών την επανίδρυση του Υφυπουργείου Απόδημου Ελληνισμού, που θα αντικαθιστούσε τη Γενική Γραμματεία Απόδημου Ελληνισμού, υπόσχεση, όμως, που δεν υλοποιήθηκε.

Στην Ελληνική Εκπαίδευση ο Απόδημος Ελληνισμός βρισκόταν πάντα στο περιθώριο, ακόμα και σήμερα, στα Αναγνωστικά από την Α΄ Δημοτικού ως και την Γ΄ Λυκείου δεν υπάρχει κείμενο που να αναφέρεται στους αποδήμους, σε αντίθεση με τον Απόδημο Ελληνισμό όπου στην πλειοψηφία του ενδιαφέρεται και ενημερώνεται άμεσα και έμμεσα για το κάθε τι που αφορά τη γενέτειρα.

Το ΣΑΕ, Συμβούλιο Απόδημου Ελληνισμού, δεν είναι γνωστό στους περισσότερους Έλληνες, ούτε καν στη Θεσσαλονίκη που εδρεύει.

Είναι, όμως, και η αδιάφορη αντιμετώπιση που βίωσαν πολλοί από τους δικούς τους όταν πήγαν έστω και για διακοπές πίσω στην πατρίδα…ουαί κι αλίμονο σε κείνους που έστω και για συναισθηματικούς λόγους, τόλμησαν να διεκδικήσουν μια πιθαμή γης από την πατρική περιουσία.

Είναι η διάκριση που ακούν και βλέπουν, είναι η γιαγιά που σε συζητήσεις για τα εγγόνια λέει στον…μετανάστη γιο/κόρη, τα δικά μας εδώ… λες και τα παιδιά του ξενιτεμένου γιου ή της κόρης δεν είναι δικά της, δεν είναι εγγόνια της…

Είναι ο συμπάροικος ταξιτζής, που έφυγε αμούστακο παιδί από την Ελλάδα, και 18 χρόνια αργότερα, αφήνοντας ταξί και σπίτι χρεωμένα, πήγε στην Ελλάδα να δει τους γονείς του και να τους γνωρίσει τη γυναίκα και τα παιδιά του. Λίγο αφού έφτασαν στο σπίτι, άκουσε τη μάνα του να λέει στη φίλη της που τηλεφώνησε, πως δεν θα μπορέσει να τη δει σήμερα γιατί έχει…επισκέψεις!!!! ο γιος της, η νύφη της και τα εγγόνια της που ταξίδεψαν χιλιάδες μίλια για να πάνε να τη δουν και που ξόδεψαν χιλιάδες δολάρια που δεν τους περίσσευαν, ήταν επισκέπτες για κείνην…ίσον ξένοι…

Αυτές αγαπητοί φίλοι και φίλες, είναι λίγες μόνο από τις επιπτώσεις της μετανάστευσης στον μετανάστη, δυστυχώς τα χρονικά περιθώρια δεν επιτρέπουν να επεκταθούμε περισσότερο, μολονότι είμαι σίγουρη, ότι οι περισσότεροι που βρισκόμαστε σήμερα εδώ μέσα, έχουμε βιώσει παρόμοιες καταστάσεις, για αυτό,

Σας αφήνω με μικρά αποσπάσματα, από το πολύ γνωστό δημοτικό τραγούδι:

«Του Νεκρού αδελφού» που δείχνει τον πόνο που πολλοί από εμάς και τους γονείς μας νιώσαμε όταν ήλθε το αναπόφευκτο για τον πατέρα, τη μάνα, κι εμείς πολύ μακριά..

Μάνα με τους εννιά σου γιους/και με τη μια σου κόρη
Την κόρη την μονάκριβη/την πολυαγαπημένη

Προξενητάδες ήλθανε από τη Βαβυλώνα/να πάρουνε την Αρετή πολύ μακριά στα ξένα

«μάνα μου κι ας τη δώσουμε/την Αρετή στα ξένα»

Φρόνιμος είσαι Κωνσταντή/μ΄άσκημα απολογήθης

Κι α μόρτει γιε μου θάνατος/κι α μόρτει γιε μου αρρώστια

Κι αν τύχει πίκρα ή χαρά/ποιος πάει να μου τη φέρει;

Γνωστή η συνέχεια του τραγουδιού, όπου ψυχορραγεί η μάνα και ζητά από τον πεθαμένο Κωνσταντή να τιμήσει τον όρκο που της έδωσε, όταν χτυπάει την πόρτα η Αρετή, η μάνα :

Αν είσαι φίλος διάβαινε/κι αν είσαι εχτρός μου φύγε

Κι αν είσαι ο Πικροχάροντας/άλλα παιδιά δεν έχω

Κι η δόλια η Αρετούσα μου/λείπει μακριά στα ξένα
Διαπιστώνουμε πως ακόμα και στη στερνή της ώρα η μάνα, το ξενιτεμένο της παιδί ζητάει.

Για πολλούς από μας, όμως, δεν ήλθε ο Κωνσταντής, κάνοντας,

Το σύγνεφο άλογο και τ΄ άστρο χαλινάρι

Και το φεγγάρι συντροφιά

Στη μάνα να μας πάει…

Τρίτη, 11 Ιανουαρίου 2011

ΜΑΡΙΑ ΠΥΛΙΩΤΟΥ

Δήμος Λευκονοίκου

Εκδήλωση της Σχολικής Εφορείας Λευκονοίκου για τη Μαρία Πυλιώτου

Τετάρτη, 29 Δεκεμβρίου 2010


Καλή μου Μαρούλα,


Θεωρώ μεγάλη μου τιμή να μιλήσω για σένα ως άνθρωπο και ως λογοτέχνη. Θυμάμαι, μικρούλα στο Λευκόνοικο που σε διάβαζα στην Παιδική Χαρά και καμάρωνα που ήσουν χωριανή μας και αδελφή του φίλου του παπά μου. Αργότερα, σαν τέλειωσα τις σπουδές μου, ένα βράδυ μετά από μια διάλεξη, ήρθα και σου συστήθηκα, κι από τότε με σκλάβωσε η γλυκύτητα της καρδιάς σου και η αρχοντιά της ψυχής σου.


Η Μαρία Πυλιώτου, αγαπητοί μου φίλοι, με την προσφορά της στη λογοτεχνία και τις τιμητικές της διακρίσεις, με κορωνίδα τη βράβευσή της από την Ακαδημία Αθηνών, το ανώτατο πνευματικό Ίδρυμα της Ελλάδας, τίμησε και τον εαυτό της και την Κύπρο μας, αλλά και την κωμόπολή μας.


Η Μαρία Πυλιώτου, ως συγγραφέας παιδικών παραμυθιών, είναι μια σύγχρονη παραμυθού, που οι ήρωές της είναι τα ζώα που μέσω αυτών μεταδίδει τις αξίες του παναθρώπινου πολιτισμού, όπως ο σεβασμός και στο πιο ποταπό πλάσμα της φύσης, η πίστη στον εαυτό μας, η ελευθερία, η αγάπη, η αξία των στόχων στη ζωή μας, η ανεκτικότητα, η αποδοχή της διαφορετικότητας, τα αγνά και ανιδιοτελή συναισθήματα, η εποικοινωνία, η θέληση για ζωή, τα ολέθρια αποτελέσματα του πολέμου κ.α.


Τέτοια παραμύθια είναι η «Αρβύλα που’γινε βαρκούλα», η «Πεταλούδα με τα πράσινα φτερά», το «10 και 10 και άλλα δέκα πρόβατα». Ακόμη, «Το άγαλμα που πετούσε στο όνειρό του», «Ο σκύλος που έχασε την ουρά του», «Το ταξίδι του Γλάρου»κ.α.


Η Μαρούλα Πυλιώτου, ως εκπαιδευτικός της δημοτικής που γνωρίζει πολύ καλά την ψυχοσύνθεση των παιδιών, με τη γλυκύτητά της και την αμεσότητά της αγγίζει την ευαίσθητη παιδική ψυχή και ενσταλάζει μέσα της το απόσταγμα της ευαισθησίας της μαζί με τα μηνύματά της με τα οποία θέλει να γαλουχήσει τους αυριανούς πολίτες, για να έχουν αυτοπεποίθηση, ήθος, ενσυναίσθηση, ανοικτούς ορίζοντες, πνευματική καλλιέργεια και αυτονομία.


Ταυτόχρονα, η συγγραφέας θέλει να ταξιδέψει τα παιδιά μας στον κόσμο της φαντασίας και του ονείρου, για να ξεφύγουν από την πεζή και σκληρή καθημερινότητα του κόσμου που τα περιβάλλει, με μια απλή και λιτή γλώσσα, χωρίς φτιασιδώματα, με μια μοναδική διακειμενικότητα.


Επιπρόσθετα, η Μαρία Πυλιώτου είναι γνωστό ότι εμπνέεται από την Κύπρο, διακρίνεται για το κυπριακό ήθος, επιθυμεί να καλλιεργήσει στα παιδιά την αγάπη για τη σκλάβα γη μας, την πίστη στον Νόστο και παράλληλα προσπαθεί να καλλιεργήσει την ιδέα της φιλίας μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων.


Αυτό φαίνεται μέσα από τις συλλογές διηγημάτων της, «Χαρούμενοι Χαρταετοί» και «Καλημέρα Μαργαρίτα», και μια νουβέλα, «Οι Λύκοι και η Κοκκινοσκουφίτσα».


Κυρίως, όμως, φαίνεται στα πέντε μυθιστορήματά της που εκδόθηκαν ή επανεκδόθηκαν στην Αθήνα από γνωστούς εκδοτικούς οίκους, από το 1979 ως το 1997, με τους τίτλους, «Το κάστρο μας», «Τα δέντρα που τρέχουν», «Τα παιδιά του ήλιου», «Το ασημένιο καπνιστήρι» και «Τζιαφέρ Γιασίντ Αλή: Μικρή Ερωτική Ιστορία».


Αξιοσημείωτο είναι ότι τα τελευταία χρόνια η λογοτέχνις στρέφεται και σε έργα φαντασίας, ενώ στα τρία τελευταία της μυθιστορήματα ασχολείται με θέματα που απασχολούν όλους τους ανθρώπους και τους νέους: «Λεώνη», «Περιπέτεια στο


Βοτανόκηπο» και το τελευταίο της «Μ’ αγαπάς; Σ’ αγαπώ».


Αξίζει, νομίζω, να τονίσουμε ότι ως κυπροκεντρική συγγραφέας η Μαρία Πυλιώτου στέλλει μηνύματα στα παιδιά για τα προβλήματα που απασχολούν το νησί μας και τους καλλιεργεί την αγάπη για τους ανθρώπους και τη φύση. Οι ήρωές της είναι ολοκληρωμένοι και δρουν σε απολύτως ρεαλιστικά πλαίσια, ενώ εγκλείουν μια δυναμική αυθεντικών αξιών. Ταυτόχρονα οι ήρωές της συνεργάζονται και αλληλοβοηθούνται, κυρίως για να ορθοποδήσουν μετά την προσφυγιά, άνκαι η ψυχή τους είναι στην κατεχόμενη γη τους στην οποία θέλουν να επιστρέψουν.


Επιπλέον, με τη ρέουσα γραφή της και την αφηγηματική της δεινότητα συγκαταλέγεται ανάμεσα στους καλύτερους συγγραφείς της παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας. Οι ήρωές της


«κάνουν άλματα», όπως θα έλεγε ο Ελύτης, «πάνω από τη φθορά».Διαπνέονται από έναν παγκόσμιο ουμανισμό δίχως σύνορα. Έτσι, η συγγραφέας μέσα από αληθινές εικόνες καρδιάς δείχνει εθνικούς και διαπολιτισμικούς δρόμους αυτογνωσίας και ατομικής καταξίωσης.


Ταυτόχρονα, κρατάει ανοικτά τις πόρτες της συνείδησης σ’ ένα φιλόξενο σπίτι με αξίες την αγάπη, τον ανθρωπισμό, την ανεξαρτησία, τη ζωντανή μνήμη, την αποδοχή του άλλου.


Μαρούλα μου, σ’ ευχαριστούμε για όσα πρόσφερες μέσα απ’ την καρδιά σου σε μας και στα παιδιά μας, και είμαστε σίγουροι ότι θα συνεχίσεις με την ίδια ζέση και αγάπη να γράφεις ιστορίες και παραμύθια που αγγίζουν την ψυχή μας!


Να σε έχει ο Θεός καλά και σου ευχόμαστε κάθε καλό σε σένα και στην οικογένειά σου.

Πέμπτη, 6 Ιανουαρίου 2011

Ημερολόγιο του Δήμου Λευκονοίκου για το 2011

Το Ημερολόγιο του Δήμου Λευκονοίκου για το 2011 είναι αφιερωμένο σε ξεχωριστές προσωπικότητες που λάμπρυναν με την παρουσία και το έργο τους την κωμόπολή μας. Θεωρώ τιμή μου που μου αναθέτουν να γράφω τις λεζάντες κάτω από τις φωτογραφίες.
Επίσκοπος Κιτίου Κυπριανός(1833-1886)


Υπήρξε η σημαντικότερη πολιτική και εκκλησιαστική φυσιογνωμία της Κύπρου κατά τον δέκατο έννατο αιώνα.


Σχολάρχης και μέλος του Νομοθετικού Συμβουλίου, υπερασπιστής των λαϊκών δικαιωμάτων, ακραιφνής πατριώτης, λάτρης της Ελλάδας.


Υποδέχτηκε τον πρώτο Ύπατο Αρμοστή της Κύπρου σερ Γκάρνετ Γούλσλεϊ στη Λάρνακα, με τα εξής:


«Στέργομεν τήν μεταπολίτευσιν χωρίς νά λησμονώμεν τούς πόθους καί τήν καταγωγήν ημών καί ελπίζοντες ότι η Αγγλία θά επαναλάβη καί εν τή ημετέρα νήσω τό παράδειγμα όπερ έδωκε διά τής παραδόσεως τών Ιονίων νήσων εις τήν μητέρα Ελλάδα...”.






Βασίλης Μιχαηλίδης(1850-1917)


«Η Ρωμιοσύνη εν φυλή συνότζιαιρη του κόσμου»


Ο ποιητής της 9ης Ιουλίου, βάρδος της Ρωμιοσύνης, υπήρξε ο εκφραστής της ψυχής του Κυπριακού Ελληνισμού που αφιέρωσε την ποιητική του Μούσα στην Υπηρεσία της Μεγάλης Ιδέας, της εθνικής αποκατάστασης των Ελλήνων της Κύπρου.


Άφησε πίσω του σημαντικό ποιητικό έργο, γραμμένο στην κυπριακή διάλεκτο, όπως το μεγαλόπνοο ποίημά του «Η 9η Ιουλίου 1821», η «Χιώτισσα», η «Ανεράδα», η «Ασθενής Λύρα»,
η «Τοκογλυφία», «Το όρομαν του Ρωμιού»κ.α.








Ιωάννης Οικονομίδης(1864-1934)


Επιφανής προσωπικότητα της οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής ζωής του τόπου, δικηγόρος, δικαστής, βουλευτής, εισηγήθηκε τον νόμο περί Συνεργατικών Εταιρειών που ψηφίστηκε από τη Βουλή το 1914.


Ήταν από τους πρωτεργάτες για την ίδρυση του Παγκυπρίου Γυμνασίου. Το 1899, μαζί με τον γιατρό Αντώνιο Θεοδότου, ίδρυσε το «Ταμιευτήριο η Λευκωσία», το πρώτο τραπεζικό ίδρυμα της Κύπρου, το οποίο το 1912 μετατράπηκε σε Τράπεζα Κύπρου.


Στις 5 Δεκεμβρίου του 1909, μαζί με τον Μάρκο Χαραλάμπους, ίδρυσαν στο Λευκόνοικο την πρώτη συνεργατική Εταιρεία της Κύπρου με το όνομα «Χωρική Τράπεζα Λευκονοίκου».








Μάρκος Χαραλάμπους(1876-1932)Μεγάλος Παιδαγωγός, φωτισμένος δάσκαλος, απόφοιτος του Διδασκαλείου Αθηνών. Ήταν ο πνευματικός ταγός του Λευκονοίκου που απολάμβανε του σεβασμού και της αγάπης όλων και συντέλεσε στην πνευματική ανάπτυξη της κωμόπολής μας.


Ο τότε διευθυντής της Ακρόπολης Αθηνών, ο Βλάσης Γαβριηλίδης, που επισκέφθηκε για λίγες ώρες το Λευκόνοικο, τον Μάϊο του 1911, τον παρομοίασε με τον Ηρακλή που σκότωσε τον «λέοντα της Νεμέας» του χωριού του, τον τοκογλύφο.


Υπήρξε ο στυλοβάτης της Πρώτης Συνεργατικής Τράπεζας της Κύπρου.










Θεόδουλος Καλλίνικος(1904-2004)


«Ψαλώ τω θεώ μου έως υπάρχω»


Άρχοντας Πρωτοψάλτης της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου, μαθητής του Στυλιανού Χουρμούζιου, Δάσκαλος Βυζαντινής Μουσικής, πτυχιούχος του Εθνικού Ωδείου Αθηνών, κατέγραψε δημοτικά τραγούδια και κυπριακούς χορούς, διασώζοντας τον θησαυρό αυτό της παράδοσής μας.


Για την προσφορά του αυτή τιμήθηκε με αρκετές τιμητικές διακρίσεις, όπως της Ακαδημίας Αθηνών, του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Κυπριακής Δημοκρατίας.








Ο Άγιος Φωκάς
«Το τραγούδι του Άη Φωκά»


Μιχαήλ Καζαμία




"Το εννιακόσια εννιά εν η χρονολογία


π’ αρκέφτηκεν τ’ Άη Φουκά τότες η εκκλησία…


Όσοι εβοηθήσασιν εις τούντην εκκλησίαν


να τους χαρίνει ο Θεός τζιαι την καλήν εγείαν


τζιαι που τον Επουράνιον να βρουν την βασιλεία.


Το ποίημα αυτό διέσωσε η Χρυστάλλα Καζαμία-Παναγή, όπως της το διηγήθηκαν ο πατέρας της και ο θείος της.


Άγιε Φωκά μου, μεσίτευσε στον Κύριο για την Ευλογημένη μέρα που θα σε κτίσουμε ξανά!