Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2012

Βασιλόπιτα


Η βασιλόπιττα της μαμάς μου

της Μαρίας Χούκλη
Είχε πολύ άγχος. Πολλές μέρες πριν από την Πρωτοχρονιά. Αν το αλεύρι που πήρε ήταν καλό, θα φθάσει άραγε το βούτυρο, πόσες δόσεις να κάνει, αν θα πετύχει στο ψήσιμο, γιατί ήταν μείζον ζήτημα νοικοκυρικής αξιοπρέπειας να είναι τέλεια η βασιλόπιττα. Με τον αδελφό μου την ξεμοναχιάζαμε -ο καθένας χωριστά- παρακαλώντας την να βάλει σημάδι, πού θα  κρυψει το νόμισμα, για να το αναγνωρίσουμε όταν έρθει η στιγμή της κοπής. Εκείνη γελούσε και διαβεβαίωνε -τον καθένα χωριστά- ότι θα μας πει το μυστικό.
Το βράδυ της Πρωτοχρονιάς έδιναν και έπαιρναν τα συνωμοτικά βλέμματα, προσπαθούσε να μας ευχαριστήσει και τους δύο, έκανε πως το μαχαίρι έπεφτε ανάμεσα στα δύο κομμάτια και έτσι η οικογενειακή τελετή τέλειωνε χωρίς δράματα. Την άλλη μέρα το πρωί γευόμασταν το προϊόν του κόπου, της αγωνίας και της διπλωματίας της.
Ιδού η βασιλόπιττα της μαμάς μου. η οποία -αφότου φύγαμε απο το σπίτι- προτιμάει να την αγοράζει. Δεν πέρασε και λίγα. Ως βοηθός της, πάμε να δούμε τι θυμάμαι.
Κατά την οικογενειακή μας συνταγή σχηματίζουμε με ενα "κορδελάκι" ζύμης τον αριθμό της χρονιάς που ξεκινά. Αλλά και η εκδοχή της άχνης ζάχαρης δεν είναι απορριπτέα. Σ' αυτήν την περίπτωση το 2013 μπορεί να σχηματιστεί από ολόκληρα καβουρδισμένα αμύγδαλα.
Κατά την οικογενειακή μας συνταγή σχηματίζουμε με ενα “κορδελάκι” ζύμης τον αριθμό της χρονιάς που ξεκινά. Αλλά και η εκδοχή της άχνης ζάχαρης δεν είναι απορριπτέα. Σ’ αυτήν την περίπτωση το 2013 μπορεί να σχηματιστεί από ολόκληρα καβουρδισμένα αμύγδαλα.
Υλικά:
  • 1.300 γρ. αλεύρι
  • 8 αυγά
  • 700 γρ. γάλα κατσικίσιο
  • 250 γρ. βούτυρο κατσικίσιο
  • 40 γραμμάρια μαγιά της μπύρας
  • 250 γραμμάρια ζάχαρη (εξαίρετη λύση η σκόνη STEVIA, αφού οι bostanistas είναι υπέρ της σωστής διατροφής)
  • φρέσκια βανίλια
  • ξύσμα λεμονιού, μανταρινιού και πορτοκαλιού (μισό φλιτζάνι του τσαγιού)

Εκτέλεση:
Διαλύουμε τη μαγιά σε ένα βαθύ σκεύος χρησιμοποιώντας τη μισή ποσότητα γάλακτος, που πρέπει να είναι χλιαρό – ούτε κρύο αλλά ούτε καυτό – μαζί με δυο πρέζες αλάτι.
Μόλις διαλυθεί,  προσθέτουμε τόσο αλεύρι όσο να γίνει ρευστό το μείγμα μας. Σκεπάζουμε το σκεύος και το αφήνουμε σε ζεστό μέρος μέχρι να φουσκώσει η ζύμη. Παίρνουμε μια άλλη λεκάνη και ρίχνουμε το υπόλοιπο αλεύρι στο οποίο σπάζουμε τα αυγά και το βούτυρο (λιωμένο και χλιαρό), το υπόλοιπο γάλα, τη ζάχαρη, τη ζύμη μαγιάς και τα μυρωδικά μας.
Αρχίζουμε να ζυμώνουμε σιγά-σιγά πρακαλουθώντας με τα δάχτυλα την υφή του μείγματος, να μην είναι σφιχτό (αν είναι, προσθέτουμε λιγο γάλα) να μην είναι υδαρές (αν είναι, προσθέτουμε λίγο αλέυρι).
Αλείφουμε ένα μεγάλο ταψί με λιωμένο βούτυρο και πασπαλίζουμε με αλεύρι.
Αφού πλάσουμε τη βασιλόπιττα (μη ξεχάσετε το νόμισμα) , κρατάμε ενα κομμάτι ζύμης για  να τη στολίσουμε σχηματίζοντας τον αριθμό του νέου έτους (παραδοσιακά πράγματα).
Μόλις ολοκληρωθεί το δημιούργημά μας το αλείφουμε με λίγο λιωμένο βούτυρο, το σκεπάζουμε και το αφήνουμε σε ζεστό μέρος για να φουσκώσει.
Χτυπάμε ένα αυγό με λίγα αμύγδαλα και καλύπτουμε με το μείγμα τη βασιλόπιττα  πριν την βάλουμε σε προθερμασμένο φούρνο.
Θα χρειαστεί ψήσιμο σε μέτρια θερμοκρασία, σε 170 βαθμούς για 45 λεπτά και μετά στους 200 για να  ροδοκοκκινίσει από πάνω. Εννοείται ότι δεν την χάνουμε από τα μάτια μας, γιατί δεν είμαι πολύ βέβαιη για τον χρόνο ψησίματος.
Ουφ κουράστηκα. Πόσο δίκιο είχες μαμά!
Χρόνια πολλά.
 Πηγή: bostanistas.gr 

Το εννιάμηνο μνημόσυνο της Πρεσβυτέρας Αγγελικής Κωνσταντίνου

Σήμερα, ήταν το εννιάμηνο μνημόσυνο της Πρεσβυτέρας Αγγελικής, της μακαριστής συζύγου του πατρός Παντελεήμονα, ιερέα του ιερού ναού Αγίου Βασιλείου στον Στρόβολο. Με την μ. Αγγελική δουλέψαμε μόνο δυο χρόνια μαζί στο ίδιο γραφείο ως Β.Δ. στο Λύκειο του Εθνομάρτυρα Κυπριανού στον Στρόβολο, από το 2003 ως το 2005. Βεβαίως, τη γνώριζα πολλά χρόνια πριν, αλλά από μακριά, τυπικά. Ήξερα ότι την αγαπούσε η φιλόλογός μου η κ. Παρασκευά.

Αμέσως, δεθήκαμε τόσο πολύ, σαν αδελφές, γι' αυτό και η Αγγελική με προσφωνούσε: "αδελφούλα". Βεβαίως, ήταν το πιο  εύκολο πράγμα να ταιριάξεις με την Αγγελική, αφού ήταν το πιο βολικό πλάσμα στον κόσμο. Ανοικτόκαρδη, όμορφη, ευειδής, γλυκιά, ανεκτική, με τη γενναιοδωρία της αγάπης, πάντα με τον καλό λόγο, πάντα έτοιμη να βοηθήσει και να προσφέρει ανιδιοτελώς, θυσιάζοντας τον ελεύθερό της χρόνο. Εργατικότατη, πάντα πρόθυμη να αναλάβει ευθύνες, χωρίς να σκέφτεται ότι στο σπίτι την περίμεναν ένα σωρό δουλειές.

Άριστη φιλόλογος με κλασική παιδεία, λάτρευε τους μαθητές της, μα και εκείνοι την αγαπούσαν, γιατί καταλάβαιναν ότι είχαν να κάνουν με μια εκλεκτή καθηγήτρια κι έναν εξαίρετο άνθρωπο ήθους, έναν άνθρωπο της προσφοράς, της θυσίας, της αγάπης, έναν άνθρωπο του Θεού. Μα και οι συνάδελφοι την αγαπούσαν και την εκτιμούσαν, ενώ οι πιο νέοι τη σέβονταν. Η Αγγελική εφάρμοζε στην πράξη τις εντολές του Ευαγγελίου, από πολύ νωρίς.

Δεν θα ξεχάσω πόσα μαθήματα πήρα από αυτήν, άνκαι δεν έχουμε μεγάλη διαφορά ηλικίας. Πάντα την παρακολουθούσα πώς αντιμετώπιζε τις περιπτώσεις παραβατικής συμπεριφοράς μαθητών, ή μαθητές που προέρχονταν από πολυπροβληματικές οικογένειες. Μάλιστα, την πείραζα ότι της τύχαιναν οι πιο δύσκολες περιπτώσεις, γιατί η Θεία Πρόνοια ήξερε ποιος θα μπορέσει καλύτερα να φροντίσει αυτά τα παιδιά που χρειάζονται πολλή αγάπη και κατανόηση.

Ταυτόχρονα, τη συμβουλευόμουν και για την ανατροφή του γιου μου, μια που η ίδια ήταν μάνα εφτά αγοριών. Η συμβουλή της πάντα ήταν υπομονή, αγάπη, κατανόηση, καλοσύνη, προσευχή, και κυρίως να διαβάζω τους Χαιρετισμούς της Παναγίας κάθε βράδυ, γιατί πίστευε ότι πολύ βοηθούν τα παιδιά μας.

Σήμερα, για άλλη μια φορά συγκινήθηκα, ακούοντας τις αγγελικές φωνές των γιων της που έψαλλαν εν χορώ στη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας. Του μνημοσύνου προέστη ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Καρπασίας κ. Χριστόφορος. Στο τέλος της Θείας Λειτουργίας, ο πατήρ Παντελεήμων κάλεσε όλο το εκκλησίασμα να περάσει στην αίθουσα της εκκλησίας για κέρασμα.

Η Αγγελική πρόφτασε να δει εννιά εγγονάκια. Σήμερα είδαμε με μια άλλη φίλη συνάδελφο, τη Δώρα,  την εγγονούλα της, την Αγγελική τη νεότερη, η οποία της μοιάζει καταπληκτικά. Ένα πολύ όμορφο και γλυκό κοριτσάκι που μας γέμισε την ψυχή με χαρά, γιατί στο πρόσωπό της σαν να ζει η φίλη μας.

Ο Θεός ας αναπαύσει την ψυχή της. Είμαστε σίγουροι ότι βρήκε μεγάλη παρρησία στον Θεό, λόγω του πνευματικού της αγώνα και της όλης βιοτής της, γι' αυτό και προσευχόμαστε και την παρακαλούμε να πρεσβεύει για μας και για τους αγαπημένους μας!


Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2012


Ο παππούς Παναής του Ιλαμιού από τη Λύση
Ο Άγιος άνθρωπος που γνωρίσαμε

Της Ζήνας Λυσάνδρου Παναγίδη
Φιλολόγου

Ο παππούς μας ο Παναής του Ιλαμιού ήταν ένας άγιος άνθρωπος ένας κοσμοκαλόγερος, ένας άνθρωπος που ευωδίαζε και ακτινοβολούσε τη Χάρη του Θεού.
Ασφαλώς, η πρώτη φορά που τον αντίκριζες μένει ανεξίτηλα χαραγμένη στη μνήμη σου για όσο ζεις. Ένα αδύνατο, καχεκτικό ανθρωπάκι, καθισμένο σε μια πολυθρόνα, τυλιγμένο σε μια πολύχρωμη κουβέρτα από τη μέση και κάτω, με τα δάκτυλα μπλεγμένα, ή σε εγρήγορση να πλέκουν, με το παλτό του και τη σάρπα του, όλα μαύρα.

Μα σαν κοίταζες το πρόσωπό του ακτινοβολούσε τη Χάρη του Θεού. «Ό,τι ακτινοβολεί, έχει σχέση με χαρά, με ελπίδα, με ευτυχία, με τη λαμπρότητα της ανέμελης αθωότητας», τονίζει ο Μεσογαίας Νικόλαος. Τα άσπρα μαλλιά του πλαισίωναν ένα γελαστό πρόσωπο, μ’ ένα σπινθηροβόλο και στοχαστικό βλέμμα, όλο καλοσύνη, πραότητα και ιλαρότητα, που καταύγαζε το είναι του και τον έκανε τόσο αξιαγάπητο. Μα σύγκαιρα απέπνεε μια θαυμαστή δύναμη ψυχής.

Μέσα στο προσφυγικό του σπίτι στους Αγίους Αναργύρους στη Λάρνακα, βιώσαμε τη λυσιώτικη φιλοξενία, τη χαρά, την ευφροσύνη και την αγαλλίαση που προσφέρει η επαφή με τον Θεό. Το’ νιωθες ότι εκεί μέσα κατοικεί ο Θεός. Το γέλιο έβγαινε άφθονο, γάργαρο, λυτρωτικό.

Θυμάμαι και τα απόδειπνα στο σπίτι τους με λίγους καλούς φίλους. Θυμάμαι με πολλή αγάπη να καθόμαστε γύρω του και να περιμένουμε τα λόγια του που ήταν κέντρισμα στην ψυχή μας. Λόγια  χαριτωμένα, λόγια ενός φωτισμένου ανθρώπου, λόγια ταπείνωσης, απλότητας, λόγια εμπειρικά από την πολύχρονη αφοσίωσή του στην Ορθόδοξη Πίστη μας.

 Πολλές φορές μιλούσε με παραβολές και μας νουθετούσε σαν ένας στάρετς. Κοντά του κάθε πρόβλημα φαινόταν πολύ μικρό, γιατί είχε τον τρόπο να ρίχνει βάλσαμο στις πληγές των ανθρώπων, συμπάσχοντας μαζί τους και προσευχόμενος νυχθημερόν για πολλούς συνανθρώπους μας.

Ασφαλώς, ένας άνθρωπος σαν τον παππού τον Παναή πρέπει να είχε πολλούς πειρασμούς. Πρέπει να πάλεψε πολύ για να φτάσει σε αυτά τα επίπεδα αγιότητας. Ήταν, όμως, και ο εκλεκτός της Θείας Χάριτος, ένα σκεύος εκλογής.
Γι’ αυτό και εξέπεμπε αυτή τη λάμψη, ακτινοβολούσε ολόκληρος σαν μιλούσε για τον Θεό, την Παναγία, την Παναγία του της Λύσης που υπηρέτησε όσα χρόνια έζησε στη Λύση, και τους Αγίους.

Ο Γέροντας Εφραίμ, ο συμμαθητής μου από την Περιστερωνοπηγή, αναφέρει: «Είχε αδιάλειπτη την αίσθηση της παρουσίας του θεού και αγαπούσε πολύ την Παναγία. Αυτό του δημιουργούσε μια συνεχή κατάνυξη και, συχνά, πολλά δάκρυα. Πολλές φορές ομολόγησε ότι αισθάνθηκε τη Χάρη Της. Αυτές οι εμπειρίες μας θυμίζουν ανάλογες του Οσίου Σιλουανού του Αθωνίτου».
Ο ηγούμενος Εφραίμ
με την ανιψιά του Κυριακή

Και καταλήγει ο ηγούμενος της Μονής Βατοπαιδίου: « Η ιδιάζουσα αγάπη προς την Παναγία είναι χαρακτηριστικό όσων προχώρησαν στον δρόμο της αρετής και της τελειότητας».

Ταυτόχρονα, θα ήθελα να προσθέσω ότι οι αρχαίοι Έλληνες συνήθιζαν να λένε: «Οία η μορφή τοιάδε και η ψυχή». Ακριβώς αυτή η καθαρότητα και το αγλάισμα της ψυχής του αντικαθρεφτιζόταν στο πρόσωπό του. Ήταν το φως της αγάπης και της αλήθειας, το φως της πνευματικής ομορφιάς.

Κάτι άλλο που θα ήθελα να αναφέρω είναι αυτά που είπε ο Μητροπολίτης Μόρφου Νεόφυτος σε μια συνέντευξή του στο ιστολόγιο της Μονής Βατοπαιδίου για τον παππού τον Παναή,  ότι ήταν φίλοι με τον παππού Χατζηφλουρέντζο από τη Μηλιά της Αμμοχώστου, δίπλα στο Λευκόνοικο. Μάλιστα, ο Χατζηφλουρέντζος τους επισκεπτόταν, τον παππού Παναή και τον παππού Βασίλη, πηγαίνοντας για το Σταυροβούνι με το ποδήλατό του.
Ο παππιούς
Χατζηφλουρέντζος

Και οι δυο άγιοι άνθρωποι προειδοποιούσαν τους χωριανούς τους για το κακό που θα’ ρχόταν στον τόπο μας. Ο παππούς ο Πανάης έλεγε ότι ήταν κρίμα που έκτιζαν τόσο μεγάλα σπίτια, αφού δεν θα τα χαρούν. Ιδιαίτερα για ένα σινεμά της Λύσης, που από θερινό το έκαναν χειμερινό, έλεγε σε κάποιον συγχωριανό του που μου το έλεγε, «Εν να μας χάσει ο θεός, εν να μας χάσει!».

Ένας άλλος δε Λυσιώτης, θυμάται ότι, όταν ήταν οκτώ χρονών, πέθανε ένα παιδί δεκαοκτώ χρονών, και όλη νύκτα τον έκλαιγαν οι γυναίκες σαν χορός αρχαίας τραγωδίας. Κάποια στιγμή, άκουσε να λένε: «Έρχεται ο Παναής του Ιλαμιού» κι όλες περίμεναν με δέος να τον δουν. Μόλις ήρθε, άρχισε να τους μιλά, και άλλαξε όλη η ατμόφαιρα. Χαμογελούσαν οι γυναίκες που πριν ολοφύρονταν, ακόμη και η χαροκαμένη μάνα.

Ο παππούς Παναής πέθανε στις 30 Δεκεμβρίου του 1989, μετά από δοκιμασία με την υγεία του, ενώ ποτέ δεν μεμψιμοίρησε για τους σωματικούς πόνους που τον ταλαιπώρησαν. Θυμόμαστε όλοι πώς ευωδίαζε όλο το σπίτι του μέχρι έξω. Εκείνη τη μέρα όλοι νιώθαμε ότι κηδεύαμε έναν άγιο, όπως είπε και ο ηγούμενος της Μονής Σταυροβουνίου.

Η Παναγία της Λύσης
Αυτός ήταν ο παππούς ο Παναής του Ιλαμιού. Ένας άνθρωπος που υπηρετούσε στη Λύση την εκκλησία της Παναγίας, έτρεχε να παρηγορήσει τους πενθούντες χωριανούς του, να βοηθήσει τους πάσχοντες συνανθρώπους μας με την ευρυχωρία της καρδιάς του και την γενναιοδωρία της ψυχής του. Κι ύστερα πρόσφυγας έψαλλε στην εκκλησία της Αγίας Θέκλας, λίγο έξω από τη Λάρνακα, με την ψιλή του χαρακτηριστική φωνή.

Αναμφισβήτητα, ο παππούς μας ήταν ο ανυπόκριτος, ο ατόφιος, ο γνήσια ταπεινός, ο καθαρός, ο επιεικής με τους άλλους. Είχε από νωρίς στη ζωή του τη θεοδώρητη επιθυμία της θεώσεως. Ας θυμηθούμε και τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά που κηρύττει ότι «Ύλη της θεώσεως είναι η καθαρότητα».

Αναντίρρητα, η ζωή του είχε ποιότητα και ακεραιότητα. Με μετάνοια, προσευχητική καρτερία και αγόγγυστη υπομονή στον πόνο κατάφερε να αγιάσει, σύμφωνα και με την παραίνεση του Κυρίου μας: «Εν τη υπομονή υμών κτήσασθε τας ψυχάς υμών».

Επιπλέον, κοντά του βιώσαμε τη ζεστασιά της ανυπόκριτης, της ανυστερόβουλης αγάπης. Ήταν μια φυσιογνωμία ουράνια που μας μαγνήτιζε, μια χαρισματική προσωπικότητα. που ενσάρκωνε το ρηθέν: «Τοις αγαπώσι τον θεόν πάντα συνεργεί εις αγαθόν».

Με τα αδέλφια του Βασίλη,
Τρυφωνού και Θεωρού
Αξίζει να σημειωθεί ότι στη Λύση πρωτοστάτησε μαζί με τον «κουμπάρο» του, όπως έλεγε τον αδελφό του τον Βασίλη, στην ίδρυση του Θρησκευτικού Συλλόγου, κι εκεί τελούσαν τις ακολουθίες του Αποδείπνου και των Χαιρετισμών.

Πολλές οι μαθήτριές του, ενώ κάποιες από αυτές έγιναν και μοναχές, τις οποίες γνωρίσαμε στο σπίτι του, όπως και πολλούς άλλους αδελφούς, μεταξύ αυτών δε και τον Γέροντα Γαβριήλ, τον σημερινό ηγούμενο της Μονής του Αποστόλου Βαρνάβα.

Ο γέρο Παναής ήταν ο αληθινός άνθρωπος του Θεού, που όταν ήσουν κοντά του, σου μετέδιδε τη χαρά της ζωής και την ειρήνη, «ως έχων ειρήνη», όπως έλεγε ο Όσιος Σεραφείμ του Σάρωφ. Ήταν, πραγματικά, ένας κοσμοκαλόγερος, μια παπαδιαμάντεια μορφή, ένας άκακος, φιλάνθρωπος  και φιλόθεος άνθρωπος προσευχής.

Δεν έγινε μοναχός, όπως το ποθούσε η ψυχή του, ολημερίς, όμως, έλεγε την ευχή του Ιησού, διάβαζε και αντέγραφε με καλλιτεχνικά γράμματα από τα ιερά βιβλία κι έκανε τις ακολουθίες του. Δεν είχε ποτέ καμία σχέση με τα χρήματα, γι’ αυτό και τα γρόσια που θα έριχνε στο παγκάρι της εκκλησίας φρόντιζε να του τα δίνει η αδελφή του η Τρυφωνού. 

Πόσο μου άρεσαν τα λόγια του Μοναχού Μωυσή Αγιορείτη για τον παππού τον Παναή! «Ήταν ο λεβέντης του Θεού, ο βρακοφόρος Κύπριος. Ο τραγουδιστής του Θεού ο έκτακτος, ο νηστευτής, ο άγρυπνος, ο εγρηγορών, ο ασκητής της πόλης, ο αφιλόδοξος  διδάχος, ο καλοκάγαθος παππούς… ».

Και συνεχίζει: «Ζούσε για τους άλλους, η εκκλησία ήταν σπίτι του και το σπίτι του εκκλησία, η Παναγία ήταν μάνα του και οι Άγιοι αδέλφια του, χόρτασε από νηστείες, πείναγε τον Θεό, μιλούσε με τον Θεό, …δεν μιλούσε και τα’ λεγε όλα, μιλούσε κι αναπαυόσουν, δεν έλεγε κουβέντες στον βρόντο, τις βίωνε, έγινε μικρός κι έγινε μέγας, πλούσιος, άρχοντας, πατέρας πολύτεκνος ο άτεκνος, αληθινός άνθρωπος, αληθινός χριστιανός, ένας ακόμη όσιος του καιρού μας».

Θα ήθελα να αναφέρω και πάλι τι έγραψε ο συμμαθητής μου Γέροντας Εφραίμ, ηγούμενος της Μονής Βατοπαιδίου, για τον παππού: «Ένας αγιορείτης Γέροντας που τον γνώριζε, είπε μετά τον θάνατό του, ότι ο παππούς ο Παναής του εμφανίστηκε μέσα σε φως και του είπε ότι πήγε κατευθείαν στον Θεό, χωρίς να περάσει από τα τελώνια, που συνήθως ανακρίνουν τους ανθρώπους για τα τυχόν σφάλματά τους. Δείγμα κι αυτό της παρρησίας που είχε προς τον Θεό, εξαιτίας της ισάγγελης πολιτείας του».

Επιλογικά, μαζί με όλα τα πνευματικά του παιδιά νιώθω ότι ορφανέψαμε, αλλά είμαστε σίγουροι ότι με την παρρησία που έχει προς στον Θεό θα προσεύχεται και θα παρακαλεί για μας και τη σωτηρία της ψυχής μας. Πάντως, σας εξομολογούμαι ότι σχεδόν καθημερινά προσεύχομαι στον παππού τον Παναή για την οικογένειά μου και για όσους αγαπώ, και είναι η μεγάλη μου παρηγοριά στο ταξίδι της ζωής.

Ας έχουμε την ευχή του, και αιωνία ας είναι η μνήμη του. Εμείς θα τον θυμόμαστε όσο ζούμε, και θα κατέχει πάντα μια ξέχωρη θέση στην καρδιά μας. Είθε να ζήσουμε την ώρα της αγιοκατάταξής του από την Εκκλησία μας! 
Ας έχουμε την ευλογία του!

Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2012


Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Η υπηρέτρα

papadiamantis2-jpg_170906Την εσπέραν της παραμονής των Χριστουγέννων του έτους… η δεκαοκταέτις κόρη, το Ουρανιώ το Διόμικο, μελαγχροινή νοστιμούλα, εκλείσθη εις την οικίαν της ενωρίς, διότι ήτο μόνη.

Ο πατήρ της, ο ατυχής μπαρμπα-Διόμας, αρχαίος εμποροπλοίαρχος πτωχεύσας, όστις κατήντησε να γίνη πορθμεύς εις το γήρας του, είχεν επιβή της λέμβου του, περί μεσημβρίαν, όπως πλεύση εις την νήσον Τσουγκριάν, τρία μίλια απέχουσαν, και διαπορθμεύση εκείθεν εις την πολίχνην εορτασίμους τινάς  προμηθείας. Υπεσχέθη ότι θα επανήρχετο προς εσπέραν, αλλ’ ενύκτωσε και ακόμη δεν εφάνη. Η νέα ήτο ορφανή εκ μητρός. Η μόνη προς μητρός θεία της, ήτις της εκράτει άλλοτε συντροφίαν, διότι αι οικίαι των εχωρίζοντο δι’ ενός τοίχου, εμάλωσε και αυτή μαζύ της δια δύο στρέμματα αγρού, και δεν ωμιλούντο πλέον. Η νεανίς εκάθισε πλησίον του πυρός, το οποίον είχεν ανάψει εις την εστίαν, περιμένουσα τον πατέρα της, και εκράτει το ους τεταμένον εις πάντα θόρυβον, εις τα φαιδρά άσματα των παίδων της οδού, ανυπόμονος και ανησυχούσα πότε ο πατήρ της να έλθη.

Αι ώραι παρήρχοντο και ο πτωχός γέρων δεν εφαίνετο. Το Ουρανιώ είχεν απόφασιν να μη κατακλιθή, αλλ’ έμεινεν ούτως ημίκλιντος πλησίον της εστίας. Παρήλθε το μεσονύκτιον και ήρχισαν ν’ αντηχώσιν οι κώδωνες των ναών, καλούντες τους Χριστιανούς εις την ευφρόσυνον της εορτής ακολουθίαν.

Η καρδία της νέας εκόπηκε μέσα της.
― Πέρασαν τα μεσάνυχτα, είπε, κι’ ο πατέρας μου!…

Συγχρόνως τότε ήκουσε θόρυβον και φωνάς έξωθεν. Η γειτονιά είχεν εξυπνήσει, και όλοι ητοιμάζοντο δια την εκκλησίαν.

Η δύστηνος Ουρανιώ δεν άντεσχεν, αλλ’ έλαβε την τόλμην να εξέλθη εις τον σκεπαστόν και περίφρακτον υπό σανίδων εξώστην της οικίας, όπου, κρυπτομένη εις το σκότος, προέβαλε δια της θυρίδος την κεφαλήν.

Μία γειτόνισσα, λάλος και φωνασκός, είχεν εγερθεί πρώτη και αφύπνιζε δια των κραυγών της τους γείτονας όλους, όσων ο ύπνος ανθίστατο εις των κωδώνων τον κρότον, προσπαθούσα να εξυπνήση τον άνδρα και τα  παιδία της. Ο σύζυγός της, Νταραδήμος, είχεν ανάγκην μοχλού δια να σταθή εις τους πόδας του.

Η θύρα της οικίας των ήτο αντικρύ τής του μπαρμπα-Διόμα. Το Ουρανιώ έβλεπε καθαρώς απέναντί της την γυναίκα εκείνην, κρατούσαν φανόν, φωτίζουσα οικτιρμόνως τα σκότη της οδού, δια τους διαβάτας, και τους γείτονας. Διότι το σκότος ήτο βαθύ και ελαφρός άνεμος έπνεεν, όσος ήρκει δια να μεταφέρη εκ των  χιονοσκεπών βουνών το ψύχος και τον παγετόν εις τας φλέβας των ανθρώπων. Κατ’ εκείνην την στιγμήν διήλθεν άνθρωπός τις, ον ιδούσα και αναγνωρίσασα η Ουρανιώ, δεν ηδυνήθη να μη μειδιάση.

― Πώς! κι’ ο Αργυράκης πάει στην Εκκλησιά;… εψιθύρισεν.

Ο Αργυράκης της Γαροφαλιάς, όστις είχε το προνόμιον να προσωνυμήται από του ονόματος της συζύγου του, είχεν είπει άλλοτε, και το λόγιον έμεινε παροιμιώδες: «όποτε πάω στην εκκλησιά, βάια μοιράζουνε». Αλλά την φοράν ταύτην τον εξύπνησε βιαίως η Γαροφαλιά και τώ επέταξε να υπάγη εις την εκκλησίαν, διότι είδε κακόν όνειρον, είπε. Εφοβείτο μήπως οι γύφτισσες (υπήρχον αντικρύ του οικίσκου των πέντε ή εξ καλύβαι γύφτων νεοφωτίστων), έκαμαν μαγείας εναντίον της. Και αν αυτή επάθαινε τίποτε, Θεός να φυλάη! ποία άλλη θα εκόλλα τον φούρνον, οι μέρες που έρχονται, τώρα τον Άη-Βασίλη κ.τ.λ., εις όλην την γειτονιά; Όλον δε το άτομόν της ενεθύμιζε την μητέρα εκείνην των Σαράντα Δράκων του παραμυθιού ήτις εφούρνιζε με τα παλάμας και επάνιζε με τους μαστούς.

Ο ευπειθής Αργυράκης, όστις μόλις έφθανε των ώμων του αναστήματός της, ηγέρθη, εφόρεσεν εις την κεφαλήν του τον γιοργούλη του, εζώσθη το κόκκινον ζωνάρι του, τρεις σπιθαμάς πλατύ, υπέδησεν εις τους πόδας τα πέδιλά του, και εξήλθεν εις την οδόν.

Ταυτοχρόνως είχεν εξέλθει και ο Νταραδήμος, όστις έπιασεν ομιλίαν με τον Αργυράκη της Γαροφαλιάς.

― Τώρα μ’ αρέσεις, γείτονα, τω λέγει… μήν είσαι αλιβάνιστος, διότι είναι κατά τα σκοίνια (καταισχύνη). Το φεγγάρι δεν είναι τώρα παν’ τσ’ Έλληνες (πανσέληνος) να φοβάσαι τον ίσκιο σου την νύχτα… Τοιαύτα ελληνικά ωμίλει ο Νταραδήμος.

― Τι να κάμουμε, να σ’ ορίσω, γείτονα; απήντησε ταπεινοφρόνως ο Αργυράκης.

Και ο Νταραδήμος κατέβη εις την οδόν, προηγουμένης της συζύγου του, κρατούσης πάντοτε τον φανόν.

― Δεν ξέρουμε, να ήλθε τάχα ο γείτονας; είπε την στιγμήν εκείνην η σύζυγος του Νταραδήμου και ρίπτουσα εκφραστικόν βλέμμα προς την οικίαν του μπαρμπα-Διόμα.

- Σωπάτε, είπε, φέρων τον δάκτυλον εις το στόμα ο Αργυράκης, είπαν πώς βούλιαξε…

― Τι; είπεν η σύζυγος του Νταραδήμου.

Ο Αργυράκης ητοιμάζετο να διηγηθή πώς και πού τα ήκουσεν, αλλά την αυτήν στιγμήν γοερά και σπαρακτική κραυγή ηκούσθη από της σιγηλής οικίας, προς ήν έβλεπον οι τρείς ομιληταί.

Από του σκεπαστού και περιφράκτου εξώστου, η δυστυχής το Ουρανιώ, είχεν ακούσει την λέξιν του Αργυράκη, και αφήκε την κραυγήν εκείνην.

Η άστοργος θεία, ήτις από έτους και πλέον δεν είχε καλημερίσει την ανεψιάν της, ήκουσε την γοεράν κραυγήν, και λησμονήσασα τότε τα τρία στρέμματα του αγρού, έτρεξε προς βοήθειαν της περιαλγούς κόρης.

Περί την μεσημβρίαν της αυτής ημέρας, ο ατυχής μπαρμπα-Διόμας είχε φορέσει, μέχρι των ώτων καταβαίνον όρθιον, το παμπάλαιον φέσι του, είχεν ενδυθή την τσάκαν του και το αμπαδίτικο βρακί του, και καταβάς εις τον αιγιαλόν, έλυσε την μικράν, ελαφροτάτην και υπόσαθρον λέμβον, και λαβών τας κώπας ήλαυνε προς την μεσημβρινώτερον κειμένην μικράν νήσον Τσουγκριάν.

Μόνη έμεινεν η Ουρανιώ εις την οικίαν, και μόνος ο μπαρμπα-Διόμας επέβαινε της λέμβου του, ναύτης ο αυτός και κυβερνήτης και πρωρεύς. Ναυτίλος από της δωδεκαετούς ηλικίας του, ο μπαρμπα-Διόμας, απέκτησεν αμοιβαδόν σκούνες, γολέττες και βρίκια, ύστερον υπεβιβάσθη εις βρατσέραν, και τέλος έμεινε κύριος της μικράς ταύτης λέμβου, δι’ ης εξετέλει βραχείας αλιευτικάς ή πορθμευτικάς εκδρομάς. Τα περισσεύματα των κόπων του τα έφαγαν άλλοι πάλιν φίλοι, ατυχήσαντες και αυτοί εις τας θαλασσίας επιχειρήσεις των. Εις το γήρας του δεν τώ έμενεν άλλο τι, ειμή σιδηρά υγεία, δι’ ης ηδύνατο ακόμη ν’ αντέχη εις τους θαλασσίους κόπους, χάριν του επιουσίου άρτου εργαζόμενος.Ενίοτε, ελλείψει ομιλητού, διηγείτο τα παράπονά του εις τους ανέμους και τα κύματα:

― Πήγα δά και στην Αθήνα, σ’ εκείνο το Ιππομαχικό, και μώ ’δωκαν, λέει, δύο σφάκελλα, να τα πάω στο ’Σοκομείο, να παρουσιασθώ στην Πιτροπή· πήγα και στην Πιτροπή, ο ένας ο γιατρός με ηύρε γερό, ο άλλος σακάτη, κι’ αυτοί δεν ήξευραν… ύστερα γύρισα στο υπουργείο και μου είπαν, «σύρε στο σπίτι σου, κ’ εμείς θα σου στείλωμε τη σύνταξή σου».
Σηκώνομαι, φεύγω, έρχομαι δώ, περιμένω, περνάει ένας μήνας, έρχονται τα χαρτιά στο λιμεναρχείο, να πάω, λέει, πίσω στην Αθήνα, έχουν ανάγκη να με ξαναϊδούν. Σηκώνω τριάντα δραχμές από ένα γείτονα, γιατί δεν είχα να πάρω το σωτήριο για το βαπόρι, γυρίζω πίσω στην Αθήνα χειμώνα καιρό, δέκα μέρες με   παίδευαν να με στέλνουν από το υπουργείο  στο Ιππομαχικό, κι απ’ το Ιππομαχικό στο Σοκομείο, ύστερα μου λένε «πάαινε: και θα βγή η απόφαση». Σηκώνομαι, φεύγω, γυρίζω στο σπίτι μου, καρτερώ… Είδες εσύ σύνταξη; (απηυθύνετο προς υποτιθέμενον ακροατήν), άλλο τόσο κι’ εγώ. Επήρα κι’ εγώ την ’πηρέτρα και πασκίζω να βγάλω το ψωμί μου.

Πηρέτρα ή Υπηρέτρα ήτο το όνομα της λέμβου, όπερ αυτός τή έδιδε.

Και παύων να μονολογή, ήρχιζε να τραγωδή διά της τραχείας και μονοτόνου φωνής του:

Βασανισμένο μου κορμί, τυραγνισμένα νειάτα!… και δεν έλεγεν άλλον στίχον.

Καταπλεύσας εις  την τερπνήν νήσον Τσουγκριάν, ο μπαρμπα-Διόμας εφόρτωσεν επί της «Υπηρέτρας» πέντε ή έξ ζεύγη ορνίθων, κοφίνους τινάς ωών και τυρού, δύο ή τρείς ινδιάνους, και άλλα τινά πράγματα, και ητοιμάζετο να λύση τα απόγεια της λέμβου και ν’ αποπλεύση. Αλλά την στιγμήν εκείνην προσήλθεν ο κουμπάρος του Σταθαρός, ο ποιμήν του Τσουγκριά, και τον παρεκάλεσε να του κάμη την χάριν να  παραλάβη οχληρόν συμπλωτήρα… «υιόν υποζυγίου», ώριμον προς επίσαξιν… όπως κομίση αυτόν προς ένα των πολυαρίθμων κουμπάρων του εις την πολίχνην.

Ο μπαρμπα-Διόμας εσυλλογίσθη το βάρος, και έρριψεν αμήχανον βλέμμα εις το στενόχωρον και την ελαφρότητα της «Υπηρέτρας», αλλ’ αφ’ ετέρου εσκέφθη ότι μία δραχμή, ο ναύλος του οναρίου, ήτο κάτι δι’ αυτόν, ήτο ο καπνός και ο οίνος των τριών σχολασίμων ημερών των Χριστουγέννων, και απεφάσισε να προσλάβη τον πώλον.

Ο κουμπάρος-Σταθαρός ευχαριστηθείς, τον εφίλευσεν ολίγα αυγά, μίαν μυζήθραν, και ο μπαρμπα-Διόμας, επιβιβάσας τον πώλον, έλαβε τας κώπας, και έστρεψε την πρώραν προς τον λιμένα.

Απεμακρύνθη, έκαμε πανιά, και, διανύσας υπέρ το έν μίλιον, απείχεν εξ ίσου σχεδόν του Τσουγκριά και της πολίχνης. Καίτοι βορειοδυτικός ο άνεμος, Γραίος, υπεβοήθει εκ πλαγίου το ιστίον, διότι ο μπαρμπα-Διόμας έδιδε βορειοδυτικήν εις την λέμβον διεύθυνσιν.

Αλλ’ ο πώλος, όστις έβοσκεν ησύχως το χόρτον του, και δεν εφαίνετο ν’ ανησυχή πολύ περί του διάπλου αίφνης εσήκωσε τον πόδα, έδωκεν άτακτον λάκτισμα εις την σανίδα… και το μαδέρι της ευθραύστου και υποσάθρου λέμβου διερράγη. Το ύδωρ ήρχισε να εισρέη εις το κύτος. Η λέμβος ήρχισε να βυθίζηται. Ταχύς ως η αστραπή, ο μπαρμπα-Διόμας, απέβαλε το βαρύτερον φόρεμα, τον αμπά του, τον οποίον είχε φορέσει μόνον ενόσω εκάθητο εις το πηδάλιον, έγειρε προς το μέρος της σκότας του πανίου αριστερά, εκρεμάσθη επί της πλευράς του σκάφους και  κατώρθωσε να μπαττάρη την λέμβον. Μέγας έγινεν ο θρήνος υπό την ανατραπείσαν τρόπιδα. Όρνιθες, ινδιάνοι, κόφινοι και ο αίτιος της συμφοράς ο πώλος, όλα κατήλθον εις τον  πυθμένα. Ο μπαρμπα-Διόμας,  όστις εκολύμβον ως έγχελυς, είχε κι στήριγμα την ανατραπείσαν «Υπηρέτραν», την οποίαν ημπόδισε του να βυθισθή.

Περί τας δύο ώρας έμεινεν ούτως ο μπαρμπα-Διόμας επίστομα επί των πλευρών του σκάφους, κρατούμενος διά των χειρών από της τρόπιδος, μη τολμών να στηριχθή όλος επί των σανίδων, διότι η λέμβος  θα εβυθίζετο.

Τέλος, περί την αμφιλύκην, ενόσω υπήρχεν ακόμη αρκετόν φως, όσον έρριπτεν η ανταύγεια των χιονοσκεπών πέριξ ορέων, εφάνη μακρόθεν έν ιστίον.

Ο μπαρμπα-Διόμας ήρχισε να φωνάζη με όσην δύναμιν τώ έμεινεν ακόμη. Ο άνεμος ήτο βοηθητικός διά το ερχόμενον πλοίον, όπερ έπλεεν εξ ανατολών προς δυσμάς. Ήτο μέγα τρεχαντήριον φορτωμένον. Αι φωναί του μπαρμπα-Διόμα δεν ηκούοντο, ο άνεμος τας ώθει μακράν προς τον λίβα.Αλλά το τρεχαντήριον επλησίαζε και ο μικρός μαύρος όγκος της ανατραπείσης λέμβου διεκρίνετο ως φωλεά αλκυόνος επί των κυμάτων.

Καθ’ όσον όμως επλησίαζεν, ηδύναντο ν’ ακουσθώσι και αι φωναί. Διότι το ανατραπέν σκαφίδιον, ωθούμενον υπό των κυμάτων, είχε μετατοπισθή πολλάς δεκάδας οργυιών προς τα νοτιοδυτικά, και ο γέρων ναυαγός συνέβαλε και αυτός εις τούτο διά των χειρών και των ποδών.
Πέτρος Στεργίου
Τέλος το τρεχαντήριον προσήγγισε και απέλυσε την λέμβον. Ο μπαρμπα-Διόμας ήκουσε κώπας πλαταγούσας πλησίον του, αλλά τόσον μόνον ήκουσεν. Ευθύς κατόπιν ελιποθύμησεν.

Οι δύο κωπηλάται ανέσυραν τον μπαρμπα-Διόμαν παγωμένον και ημιθανή, και τον ανεβίβασαν εις το τρεχαντήριον.

Αφού του ήλλαξαν τα ενδύματα, δι’ εμπνοών και προστρίψεων προσεπάθησαν να τον ανακαλέσουν εις την ζωήν. Ο κυβερνήτης διέταξε να στρέψωσι πρώραν προς τον λιμένα, όπως τον αποδώσωσι νεκρόν ή ζώντα, εις τους οικείους του. Τέλος ο πτωχός ναυαγός ήνοιξε τους οφθαλμούς. Οι καλοί ναύταιηθέλησαν να τώ προσφέρωσι πούντς και άλλα θερμά ποτά. Αλλ’ άμα ανοίξας τους οφθαλμούς ο μπαρμπα-Διόμας, διά του πρώτου βλέμματος είδε βαρέλια. Το πλοίον ήτο φορτωμένον οίνους.

― Όχι πούντς, όχι, είπε διά πεπνιγμένης φωνής· κρασί δώστε μου!

Οι ναύται τώ προσήνεγκον φιάλην πλήρη ηδυγεύστου μαύρου οίνου, και ο μπαρμπα-Διόμας την ερρόφησεν απνευστί.
Υπέφωσκεν ήδη η   ημέρα των Χριστουγέννων, και η θεία εις μάτην προσεπάθει να παρηγορήση την σφαδάζουσαν υπό άλγους Ουρανιώ. Αλλ’ η σύζυγος του Νταραδήμου ελθούσα τότε, ανήγγειλεν, ότι ο μπαρμπα-Διόμας εναυάγησε μεν, αλλ’ εσώθη, και ότι έφθασεν υγιής. Ο Αργυράκης και άλλοι τινές αγρόται είχον ίδει, φαίνεται, μακρόθεν την ανατροπήν της λέμβου, και εντεύθεν διεδόθη ότι ο γέρων επνίγη.  Αλλ’ επειδή ενύκτωσε, δεν είδον και το σωστικόν και οινοφόρον τρεχαντήριον.
Ο μπαρμπα-Διόμας, ελθών μετ’ ολίγον και ο ίδιος, ενηγκαλίσθη την κόρην του. Ω, πενιχρά, αλλ’ υπερτάτη ευτυχία του πτωχού!

Το Ουρανιώ έχυνεν ακόμη δάκρυα, αλλά δάκρυα χαράς. Ο πατήρ της δεν της είχε φέρει ούτε αυγά, ούτε μυζήθρες, ούτε όρνιθες, αλλά της έφερε το σκληραγωγημένον και θαλασσόδαρτον άτομόν του και τας δύο στιβαράς και χελωνοδέρμους χείρας του, δι’ ων ηδύνατο ακόμη επί τινα έτη να εργάζηται δι’ εαυτόν και δι’ αυτήν.

Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2012


Τα Χριστούγεννα του Μολλά Μουσταφά στην Τραπεζούντα
22 Δεκεμβρίου 2012
Θρησκεία / Θρησκευτική ζωή  
Δεν ήταν ούτε τριάντα χρόνων η Δέσποινα όταν έχασε τον Σάββα, τον άνδρα της, και έμεινε χήρα με το τρίχρονο παιδάκι της, τον Νίκο. Ο μακαρίτης ήταν καλός άνθρωπος και χρυσός νοικοκύρης. Με τις δυο λίρες – 216 γρόσια – μισθό που έπαιρνε, ζούσε την γυναίκα και το παιδάκι του, χωρίς να τους στερήσει τίποτε. Οικονόμος ο ίδιος, καλή οικοκυρούλα η γυναίκα του, τα βόλευαν μια χαρά, σε βαθμό που η γειτονιά τους έπαιρνε και για πλούσιους.
Είχαν έξι χρόνια παντρεμένοι. Την βραδιά που θα γιόρταζαν την επέτειο των γάμων τους, έφεραν τον Σάββα νεκρό στο σπίτι του. Τη στιγμή που πλήρωνε τον μανάβη τα φρούτα που αγόρασε, γονάτισε ξαφνικά και ξεψύχησε πάνω στο δρόμο.
Τρέξαν οι καλοί άνθρωποι και φέραν γιατρό. Μα ήταν περιττό. Είχε πάθει συγκοπή. Ο γιατρός δεν είχε να κάμει τίποτε.
Την άλλη μέρα τον θάψανε στην Ελεούσα.
Με τα διακόσια δεκαέξι γρόσια που έπαιρνε το μήνα ο Σάββας δεν ήταν δυνατό ν’ αφήσει τίποτα κατά μέρος.
Έπειτα ήταν τόσο νέος και γερός, που δεν μπορούσε να σκεφθεί τον θάνατο. Κι όπως δεν υπήρχαν τότε οι δι¬άφορες κοινωνικές ασφαλίσεις κι όλα τα μικρά αποκούμπια που βρίσκει σήμερα κουτσά – στραβά η φτωχή οικο¬γένεια που χάνει τον δουλευτή προστάτη της, η χήρα και τ’ ορφανό μείνανε έτσι αναπάντεχα από τη μια μέρα στην άλλη, χωρίς κανένα πόρο ζωής.
Όταν τέλειωσαν όλες οι θλιβερές διατυπώσεις της κηδείας, και την νύκτα της ίδιας ημέρας, έφυγε από το χαροκτυπημένο σπίτι και η τελευταία πονόψυχη γειτόνισσα, η Δέσποινα έμεινε μόνη, κοντά στο παιδάκι της, που είχε αποκοιμηθεί νωρίτερα, για να σκεφθεί πάνω σ’ όλη την τραγωδία που άρχιζε για κείνη και για το μικρό της.
Και πράγματι ήταν τραγική η θέση της κακομοίρας.
Δεν είχε κανένα συγγενή, ούτε δικό της ούτε απ’ την πλευρά του μακαρίτου, στην Τραπεζούντα όπου ζούσαν. Ορφανοί και οι δυο τους, άφησαν κι ο ένας κι η άλλη το χωριό τους, κάπου εκεί στην περιφέρεια της Αργυρουπόλεως, όταν ήταν παιδιά. Με τα χρόνια τούς ξέχασαν και οι λίγοι μακρινοί συγγενείς τους, όπως δεν τους θυμούνταν κι αυτοί.
Η μοίρα το θέλησε να γνωρισθούν μέσ’ στη μεγάλη πολιτεία. Αγαπήθηκαν και πάρθηκαν.
Τ’ αφεντικό του μακαρίτου, από ευσπλαγχνία, είχε αναλάβει όλα τα έξοδα της φτωχικής κηδείας και η γυναίκα του, σαν επέστρεψαν απ’ το νεκροταφείο, ξεμονάχιασε τη Δέσποινα και της έδωσε τριακόσια γρόσια.
-Αυτά, της είπε, είναι απ’ τους μισθούς του σχωρεμένου. Σου τα στέλνει ο άντρας μου.
Στην πραγματικότητα ήταν ελεημοσύνη, γιατί ο μισθός εκείνου του μηνός ήταν πληρωμένος.
Η χήρα δεν βγήκε απ’ το σπίτι της, σύμφωνα με το συνήθειο του τόπου, ως την ημέρα του μνημόσυνου. Σαράντα μέρες!
Όλο αυτό τον καιρό την βασάνιζε η μοναδική σκέψη πώς να ζήσει το παιδάκι της, πώς να το μεγαλώσει και πώς να το μορφώσει, όπως το ήθελε και το ονειρεύονταν ο μπαμπάς του μα κι η ίδια.
Μπορούσε βέβαια να ξενοδουλέψει, μα σε ποιόνε ν’ αφήσει το μωρό;
Ευτυχώς ήξερε «κέντημα», ήξερε και να πλέκει, ακόμη και να ράβει. Είχε και τη ραπτομηχανή της. Πήρε την απόφαση. Θα δούλευε σπίτι της, κοντά στο παιδί της.
Έτσι η χήρα η Δέσποινα, δουλεύοντας 15 και 20 ώρες το μερόνυχτο, μεγάλωσε τον Νίκο της. Ήταν η χαρά, η περηφάνια και η παρηγοριά της.
Δεν έλειψαν οι τύχες και οι ευκαιρίες. Ήταν όμορφη και προκομμένη η Δέσποινα. Της έγιναν πολλές προξενιές τα πρώτα χρόνια. Μάλιστα ένας χηριός, που γύρισε απ’ τη Ρωσσία πολύ πλούσιος, την ζήτησε επίμονα, μα η Δέσποινα δεν ήθελε να δώσει πατρυιό στο παιδί της, και δεν μπορούσε να δώσει και το μικρότερο κομμάτι απ’ την καρδιά και τη ζωή της σε άλλη ύπαρξη. Όλα τα είχε για το μονάκριβο της.
Πέρασαν δέκα χρόνια. Η εντατική και πολύωρη δουλειά, τ’ ατέλειωτα ξενύχτια και η έλλειψη της πιο στοιχειώδους ανάπαυσης, την γηράσανε πρόωρα τη Δέσποινα. Πολλές φορές της έφευγε η βελόνα απ’ το χέρι ή σταματούσε η ραπτομηχανή, γιατί το χέρι δεν είχε την δύναμη να γυρίζει τον μικρό γυαλιστερό της τροχό. Την βοηθούσε ο Νίκος σ’ αυτό, σαν βρισκόταν κοντά της.
Ανησυχούσε η δύστυχη η μάνα. Έβλεπε πως δεν έβγαζε πια δουλειά όπως πρώτα. Λιγόστευαν οι «πρόσοδοι», ενώ απ’ την άλλη μεριά περίσσευαν τα έξοδα, γιατί το παιδί μεγάλωνε κι εκείνη δεν ήθελε να του στερήσει τίποτε.
Και σαν να μην ήταν αρκετά όλα αυτά, άρχισαν ν’ αδυνατίζουν τα μάτια της. Κάθε μήνα και χειρότερα.
Έβαλε γυαλιά. Μα δεν την βοηθούσαν κι αυτά όσον έπρεπε στη λεπτή της δουλειά. Όταν ο Νίκος έγινε δεκαέξι χρονών και πήγαινε στην προτελευταία τάξη του Γυμνασίου, η κατάστασις έφθασε στο απροχώρητο. Η Δέσποινα δεν μπορούσε να περάσει την κλωστή στη βελόνη ούτε και με τα γυαλιά… Θέλησε να ξενοδουλέψει δούλα, πλύστρα, μα δεν την άκουγαν τα πόδια της. Την σακάτεψαν οι ρευματισμοί. Γήρασε πρόωρα.
Όταν κάποια καλή της γειτόνισσα την συμβούλεψε να βγάλει τον Νίκο απ’ το Γυμνάσιο – κι ας ήταν ο πρώτος σ’ όλα τα μαθήματα – και να τον βάλει σε δουλειά για να τα βολέψουν, η Δέσποινα – που δεν την άκουσε ποτέ κανείς να πει κακό λόγο κανενός – της μίλησε απότομα και την έδιωξε σχεδόν απ’ το σπίτι της.
Ακούς εκεί, να βγάλει τον Νίκο απ’ το σκολειό!
Δεκατρία χρόνια ύστερα απ’ τον θάνατο του αντρός της, άρχισε η Δέσποινα να ξεπουλάει τα λίγα κοσμήματα που είχε. Δαχτυλίδια, βραχιόλια, σταυρό. Ύστερα ένα δυο χαλιά. Τελευταία την ραπτομηχανή, που αν και της ήταν άχρηστη, δεν μπορούσε να την αποχωρισθεί. Δεν χωρίζεται κανείς ένα σύντροφο είκοσι χρόνων τόσο εύκολα.
Κάποτε σώθηκαν και τα χρήματα απ’ τη μηχανή. Πουλήθηκε και το «σαμοβάρι», για ν’ αγοραστεί το ύφασμα για τη μαθητική στολή του Νίκου. Πλησίαζαν τα Χριστούγεννα και το παιδί δεν είχε «στολή» σαν κι εκείνη την ομοιόμορφη που είχαν οι συμμαθητές του κι όλα γενικά τα παιδιά του Γυμνασίου. Το ύφασμα αγοράστηκε, μα έλειπαν τα ραφτικά. Αυτό τό ξερε μόνον η Δέσποινα, μα δεν ήταν δυνατό να πικράνει το παιδί της αφήνοντας το δίχως νέο κουστούμι τις γιορτές.
Έπρεπε με κάθε τρόπο να βρεθούν τα χρήματα. Έπρεπε δηλαδή να πουληθεί πάλι κάτι. Μα τι, που δεν είχε απομείνει τίποτε σχεδόν στο σπίτι;
Τίποτε; Και το χρυσό ωρολόγι του μακαρίτη, με τη χρυσή καδένα;
Α!… όλα κι όλα! Το ωρολόγι δεν θα το πουλούσε ποτέ! Όταν τ’ αγόρασε ο Σάββας της είχε πεί: «Αυτό θα το χαρίσω στον γυιό μας όταν θα τον αρρα-βωνιάσουμε!..».
Πάντως έμειναν λίγες μέρες για τα Χριστούγεννα και το πράγμα δεν έπαιρνε αναβολή. Πήγε στον ράφτη. Ογδόντα γρόσια ήταν τα ραφτικά. Θα τα πλήρωνε όταν θάπαιρνε έτοιμο το κοστούμι. Σε τρεις μέρες έμπαινε στο σπίτι ο Νίκος χαρούμενος και περήφανος. Έτρεξε κι αγκάλιασε τη μάνα του.
-Μητερούλα μου, έκανα πρόβα, είναι έξοχο!..
Παραμονή Χριστουγέννων! Όλη η Τραπεζούντα σκεπασμένη με χιόνι, που δεν έπαψε να πέφτει πυκνό. Ο Νίκος κοιμότανε ακόμη – χόρταινε ύπνο τώρα που είχαν διακοπές, – όταν η Δέσποινα τυλιγμένη στο σάλι της βγήκε απ’ το σπίτι και τράβηξε κατά την αγορά, περνώντας απ’ τα στενοσόκακα του Αγίου Βασιλείου.
Βρήκε τον Μολλά Μουσταφά τον ωρολογά στο εργαστήρι του, ένα πραγματικό μεγάλο κιβώτιο κολλημένο στο ντουβάρι του τζαμιού που ήταν εκεί στην άκρη της αγοράς. Στην πρόσοψη του δίπλα στην πόρτα είχε ένα παράθυρο, όπου ήταν ακουμπισμένος από μέσα ο πάγκος της δουλειάς του.
Ένα τενεκεδένιο μαγκάλι ζέσταινε όπως-όπως το ιδιόρρυθμο εκείνο εργαστήρι.
-Καλώς την κυρα Δέσποινα! Τι κάνει το παλληκάρι σου;
Κάθησε η Δέσποινα κοντά στο μαγκάλι και, ζεσταίνοντας τα παγωμένα χέρια της, λέγει του Τούρκου:
-Μολλά Μουσταφά, ο μακαρίτης ο άντρας μου μούλεγε πως σ’ αγαπούσε σαν πατέρα και συ τον αγαπούσες σαν παιδί σου. Έτσι κι εγώ, όπως έμεινα έρμη με τ’ ορφανό μου χωρίς κανένα συγγενή, ήρθα σε σένα για μια χάρη, που δεν μπορώ να την ζητήσω από κανένα Χριστιανό, γιατί δεν θά θελα να μάθει κανείς το μυστικό μου…
-Σ’ ακούγω, κυρα Δέσποινα, όπως θάκουγα την κόρη μου λέγε…
Η Δέσποινα έβγαλε απ’ τις δίπλες του ζωναριού της τ’ ωρολόγι με τη χρυσή του καδένα και τ’ άπλωσε του γέρου:
-Είναι τ’ ωρολόγι του Σάββα. Δεν θέλω να το πουλήσω. Μα έχω ανάγκη από χρήματα. Θέλω να στ’ αφήσω ενέχυρο για μια λίρα.
Και του διηγήθηκε την ιστορία «της στολής» του Νίκου. Του είπε στο τέλος πως ήταν πρόθυμη να δώσει τον τόκο που θα ώριζε εκείνος.
Ο Μολλά Μουσταφάς την άκουσε τραβώντας το χοντρό του κομπολόι. Σηκώθηκε έπειτα, σκάλισε μέσ’ στο συρτάρι του πάγκου του και βγάζοντας δυο λίρες χρυσές, τις άπλωσε της Δέσποινας.
-Τ’ ωρολόγι αξίζει πολύ περισσότερα. Πάρε δυο λίρες, γιατί δεν θα χρειαστείς μόνο τα ραφτικά… Όσο για τον τόκο, να μη γίνεται λόγος… Μόνη σου το είπες. Τον Σάββα τον αγαπούσα σαν παιδί μου.
Πήρε τ’ ωρολόγι με την καδένα και τόκλεισε στο ίδιο συρτάρι απ’ όπου έβγαλε τις λίρες.
Η Δέσποινα τον ευχαρίστησε κι ετοιμάστηκε να φύγει.
-Μια στιγμή, της λέγει ο Μολλάς. Θα σου ζητήσω κι εγώ μια χάρη.
-Σ’ ακούω, Μολλά Μουσταφά.
Ο Τούρκος σηκώθηκε και στάθηκε με την πλάτη μπρος στην πόρτα, σε τρόπο που να μη μπορεί να την ανοίξει κανείς απ’ έξω.
-Άκου, κόρη μου! …Πρώτα θέλω να μ’ ορκιστείς στην ψυχή του Σάββα πως θα κρατήσεις μυστικό αυτό που θα σου πω… Μπορείς;
-Στην ψυχή του Σάββα; Ορκίζομαι, είπε κατηγορηματικά η Δέσποινα.
-Σ’ ευχαριστώ, παιδί μου. Άκουσε τώρα… Απόψε τη νύκτα… ίσως τα μεσάνυχτα θα στείλω σπίτι σου μια γυναίκα με το κοριτσάκι της… Πρέπει να πάνε μ’ εσένα και τον Νίκο μαζί στην εκκλησία… Είναι Χριστούγεννα και πρέπει να κοινωνήσουν…
-Δεν είν’ απ’ εδώ;
-Μη μ’ αρωτάς… Άφησε να τελειώσω… Μετά την μετάληψη θα τις πάρετε μαζί στο σπίτι σου. Θα φύγουν πάλι την νύχτα… Όποιος σ’ αρωτήσει ποιες είναι, θα πεις πως είναι γνωστές σας από το χωριό, για από κάποια άλλη πολιτεία.
-Μα, αφού ορκίστηκα, γιατί δεν μου λες ποιες είναι;
Ο Μολλά Μουσταφάς δεν απήντησε αμέσως. Άνοιξε την πόρτα, έριξε μια ματιά έξω στο δρόμο. Ξανάκλεισε και ακούμπησε και πάλι με την πλάτη στην πόρτα και μίλησε:
-Κυρα Δέσποινα. Η γυναίκα που θα σουρθεί είναι η κόρη μου και το κοριτσάκι της, εγγονή μου! …Για να καταλάβεις πόσο είναι επικίνδυνο αυτό που θα γίνει, μάθε πως ο άντρας της, ο γαμπρός μου, είναι ο γιουζπασής ο Σελίμ, …Τούρκος, μουσουλμάνος. Μένουν στα Πλάτανα. Τις έφερα εδώ για μια βδομάδα στο σπίτι μου… για τα Χριστούγεννα…
-Θεέ μου…, ξέφυγε σαν κραυγή τρόμου η επίκληση αυτή απ’ το στόμα της Δέσποινας…
-Αν φοβάσαι, δεν θα σου έρθουν, λέγει με χαμηλή φωνή ο Μολλά Μουσταφάς.
-Όχι… όχι… να έρθουν… να έρθουν, φωνάζει η Δέσποινα και τα μάτια της γεμίζουν με δάκρυα.
Δακρύζει κι ο Μολλάς, και ξεκολλάει από την πόρτα, τραβά και κάθεται δίπλα στο μαγγάλι χωρίς να πει τίποτε άλλο.
Σηκώνεται η Δέσποινα. Προτού ν’ ανοίξει την πόρτα, ρωτάει με σιγανή φωνή:
-Πώς είν’ τ’ όνομα της;
-Η κόρη μου Μαρία, η κορούλα της Άννα. Εκείνες ας κοινωνήσουν. Εγώ θα κάμω Χριστούγεννα με «τ’ αντίδωρο» που θα μου φέρουν…
Δυο ώρες απ’ τα ξημερώματα τράβηξαν για την εκκλησία η Δέσποινα με την Μαρία και την οκτάχρονη Άννα. Ο Νίκος, με την καινούργια του στολή, τους συνόδευε. Ήταν ακόμη άδεια η εκκλησία. Οι γυναίκες ανέβηκαν στον «γυναικωνίτη» και έπιασαν την πιο απόμερη σκοτεινή γωνιά.
Με το τέλος της λειτουργίας κατέβηκαν, κοινωνήσανε και επέστρεψαν στο σπίτι κρύβοντας το πρόσωπο κάτω απ’ το σάλι τους, όπως έκανε όλος ο κόσμος το παγωμένο εκείνο πρωινό…
Πέρασαν δέκα χρόνια από κείνα τα Χριστούγεννα… Πέθανε σ’ αυτό το διάστημα ο Μολλά Μουσταφάς. Πέθανε κι ο Σελίμ, ο γαμπρός του. Σκοτώθηκε σε κάποια μάχη.
Είκοσι τρία χρόνια ύστερα απ’ τον θάνατο του Σάββα, η Δέσποινα έδωσε το χρυσό τ’ ωρολόγι με την καδένα του στον γυιό της τον Νίκο, την ημέρα που τον στεφάνωνε με την Άννα, την εγγονή του Μολλά Μουσταφά.
Πηγή: Νικ. Π. Ανδριώτη, «Κρυπτοχριστιανικά Κείμενα», § Φίλωνος Κτενίδου « Τα Χριστούγεννα του Μολλά Μουσταφά στην Τραπεζούντα (1954), Θεσσαλονίκη 1974 – Εθνική Βιβλιοθήκη

Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2012

Παρουσίαση βιβλίου "Σε ξένη πατρίδα " Πέτρου Πετρίδη


Παρουσίαση Βιβλίου
Πέτρου Πετρίδη
«Σε ξένη πατρίδα»   
Απόδημοι Κύπριοι στις ΗΠΑ
Της Ζήνας Λυσάνδρου Παναγίδη
Φιλολόγου,MSc

Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου2012, ώρα 7:30μ.μ.
Αίθουσα Εκδηλώσεων του Πολιτιστικού Ιδρύματος Καραβιωτών

Γνώρισα τον Πέτρο τον Μάιο του 1993 στην Αστόρια της Νέας Υόρκης, όταν τελείωσα το Μάστερ μου στο Άλμπανι, και ετοιμαζόμουν γύρω στις 16 Μαίου να γυρίσω στο νησί μας. Ο ταξιδιωτικός πράκτοράς μου μού πρότεινε, αν ήθελα, να μεταφέρω στον τηλεοπτικό σταθμό «Ο Λόγος», τότε,  μια κασέτα του δημοσιογράφου Πέτρου Πετρίδη, για την εκπομπή που παρουσίαζε  για τη ζωή των αποδήμων "Ιάσονες  και Οδυσσείς"  , κι εγώ δέχτηκα, γιατί δεν μου ήταν καθόλου δύσκολο να εξυπηρετήσω έναν συμπατριώτη μας.
Ο Πέτρος, όμως, με την ανοικτή καρδιά και τη μεγαλοψυχία του, πρότεινε να με πάρει στο αεροδρόμιο. Έτσι, γνωριστήκαμε και βρήκαμε τόσα πράγματα να πούμε, δυο άγνωστοι μέχρι τότε Αμμοχωστιανοί πρόσφυγες στην Αμερική. Τον ένιωσα σαν ένα μικρότερο αδελφό μου.

Από τότε μας συνδέει μια αδελφική φιλία που μεγάλωσε, όταν παντρεύτηκα τον Αριστείδη Παναγίδη, και είχαμε πολλές ευκαιρίες να συναντιόμαστε με τον Πέτρο.

Γι’ αυτό, όταν μου πρότεινε να παρουσιάσω το βιβλίο του, δέχτηκα με μεγάλη χαρά, θεωρώντας το τιμή μου, όχι μόνο γιατί μου το πρότεινε ο Πέτρος Πετρίδης, ο εκλεκτός αυτός πνευματικός άνθρωπος, ο εξαίρετος σκηνοθέτης και παραγωγός, ο χαλκέντερος ερευνητής, ο λογοτέχνης , ο αγαπημένος φίλος, αλλά γιατί την εκδήλωση διοργανώνει το Δημοτικό Συμβούλιο Νεολαίας Δήμου Καραβά, ενός Δήμου που αγαπώ και θαυμάζω.

Καταρχάς, δηλώνω ότι το βιβλίο του φίλου Πέτρου Πετρίδη με φόρτισε πολύ συναισθηματικά, μου ξύπνησε μνήμες, με μετέφερε σε τόπους που έζησα κι εγώ για λίγο, σε εκδηλώσεις που βίωσα, αλλά απέξω, ως περαστική. Γι’ αυτό και σπεύδω να σας διαβεβαιώσω ότι κανένας από μας δεν μπορεί να καταλάβει πώς έζησαν και τι δεινά πέρασαν οι πρώτοι μετανάστες στην Αμερική, αλλά και αλλού τους προηγούμενους αιώνες.


«Την ξενιτιά, την ορφανιά, την πίκρα, την αγάπη,
τα τέσσερα τα ζύγιασαν, βαρύτερα είν’ τα ξένα».
 «Ο ξένος εις την ξενιτιά πρέπει να βάνει μαύρα
για να ταιριάζει η φορεσιά με της καρδιάς τη λαύρα».
 Από τον ομηρικό νόστο, όπου ο Οδυσσέας επιθυμούσε να δει «καπνόν αναθρώσκοντα» , από την πατρίδα του, μέχρι τους σημερινούς Έλληνες μετανάστες στην Αμερική, δεν διαφοροποιήθηκε και πολύ η κατάσταση, εκτός από κάποιες εξαιρέσεις. Όλοι πήγαν για λίγα χρόνια, να εξοικονομήσουν κάποια λεφτά και να γυρίσουν πίσω. Όμως, τα χρόνια πέρασαν, απέκτησαν εγγόνια, και πού να πάνε να τα αφήσουν;

Άλλοι θυσίασαν τη ζωή τους για να βοηθήσουν τους γονείς τους να γλυτώσουν από τη γάγγραινα της τοκογλυφίας ή τα αδέλφια τους, και πέθαναν μόνοι και αβοήθητοι στην ξενιτιά. Άλλοι πάλι με το κραχ του 1929 πείνασαν, έμειναν στον δρόμο. Οι πιο πολλοί έφυγαν για να ζήσουν καλύτερα απ’ ό, τι οι γονείς τους, είτε γιατί δεν μπορούσαν λόγω ανέχειας να ζήσουν στην Κύπρο, ή γιατί έπρεπε να φτιάξουν την προίκα των αδελφών τους, μια που οι γαμπροί, όπως μας τα διηγείται ο Παπαδιαμάντης στη «Φόνισσα» ήθελαν προίκα για να πάρουν τα κορίτσια.
Ο Μητροπολίτης Κυρηνείας και οι Δήμαρχοι Κερύνειας
και Καραβά

Το βιβλίο- λεύκωμα του Πέτρου Πετρίδη «Σε ξένη Πατρίδα», αποτυπώνει στο χαρτί, όσα ο φωτογραφικός φακός και το έμπειρο και εξασκημένο μάτι του φωτογράφου με αγάπη και έγνοια περισσή, με σεβασμό, με αιδώ και περίσκεψη, κατέγραψε από τη ζωή της κυπριακής παροικίας της Νέας Υόρκης. Είναι μια πολύμοχθη προσπάθεια, πέραν των είκοσι χρόνων, στην οποία απεικονίζεται και διαζωγραφίζεται η ζωή αυτών των ανθρώπων, τα συναισθήματά τους, οι αγωνίες και τα πάθη τους, οι λαχτάρες της ψυχής τους, η πίστη τους στο δίκαιο του αγώνα μας, οι αέναοι αγώνες τους για την ελευθερία της Κύπρου, οι μύχιες σκέψεις, η αμφιταλάντευσή τους και ο μετεωρισμός τους ανάμεσα σε δυο πατρίδες.

Αξίζει να τονίσω ότι το βιβλίο που έχουμε στα χέρια μας, μια πολύ αξιόλογη, επιμελημένη και καλαίσθητη έκδοση, που πιστεύω ότι πρέπει να στοίχισε ουκ ολίγα, αν σκεφτούμε μόνο πόσες έγχρωμες φωτογραφίες περιέχει, αποτελεί τη δεύτερη έκδοσή του. Είναι θα έλεγα η ιστορία των μεταναστών μας στη Νέα Υόρκη μέσα από φωτογραφίες από έναν μερακλή φωτογράφο, που βάζει ψυχή σε ό,τι κάνει, και μέσα από κείμενα- λόγια των ιδίων των μελών της κυπριακής παροικίας της αμερικανικής μεγαλούπολης, όπως και μέσα από κάποια ποιήματα, μερικά και του συγγραφέα.
Ο Πέτρος Πετρίδης παρακολουθεί τη ζωή της παροικίας μας σε όλες τις εκφάνσεις της. Από τους χορούς τους με τις κυπριακές στολές, τις εθνικές γιορτές τους, όπως για την 1η Απριλίου, τα γενέθλιά τους, τους γάμους και τα βαφτίσια, τις εκκλησίες τους, τις παρελάσεις τους,  όπως την παρέλαση για την 25η Μαρτίου στην Πέμπτη λεωφόρο, τις διαδηλώσεις τους, τις πορείες τους, τις ποδοσφαιρικές ομάδες τους, τα τραγούδια τους, την προκοπή τους. Είναι συνεχώς πλάι τους και απαθανατίζει όλα τα σημαντικά και ασήμαντα γεγονότα της ζωής τους, με πάθος προμηθεϊκό και  με υπομονή, με θυσία του ελεύθερού του χρόνου. Όλα, όμως, τα κάνει με αγάπη, γι’ αυτό και είναι γνήσια. Είναι η ζώσα ιστορία της παροικίας μας, που με την παρούσα έκδοση αποκτά και θουκυδίδεια προοπτική: θα μείνει «κτήμα εσαεί» για τις μελλοντικές γενιές.
Η τραγουδίστρια Αλέξια Βασιλείου

Το σημαντικότερο, όμως, επίτευγμα του φίλτατού μας Πέτρου είναι ότι καταγράφει τον πολιτισμό μας και τις παραδόσεις μας που οι απόδημοί μας με ζηλευτή φροντίδα και επιμέλεια καλλιεργούν και διαφυλάσσουν στην ξένη γη, για να μην αφομοιωθούν και να μην πολτοποιηθούν από τις συμπληγάδες και τις μυλόπετρες του πολιτισμικού αρμαγεδώνα. Στις φωτογραφίες, επιπρόσθετα, παρελαύνουν όλες οι ηλικίες και όλες οι κοινωνικές τάξεις.
Καταξιωμένος δημοσιογράφος ο Πέτρος Πετρίδης, με αυτή την πολύχρονη έρευνα στη Νέα Υόρκη, μας μεταγγίζει πολύ εύγλωττα με την τέχνη του μα και με τα σύντομα κείμενα που αγγίζουν την ψυχή, μάλιστα μερικά «μπήγονται σαν καρφιά μέσα της», τα βιώματα και τις εμπειρίες της εκατοντάχρονης σχεδόν παρουσίας των συμπατριωτών μας στη μεγάλη αυτή χώρα, την υπερδύναμη του κόσμου.
Το χορευτικό συγκρότημα της νεολαίας του Δήμου Καραβά

Αναρριγώ σαν σκέφτομαι τα πάθια και τους καημούς των πρώτων μεταναστών σ’ αυτή τη χώρα, με την εφιαλτική εμπειρία του νησιού Ellis Island που ήταν το τελωνείο, ένας τόπος μαρτυρίου. Αναρριγώ σαν σκέφτομαι την υποτίμηση, την εκμετάλλευση, τις ταπεινώσεις, την καταφρόνια, την ένδεια, τη μιζέρια, την πείνα… Μα, σύγκαιρα, σκέφτομαι και την προκοπή, τον πλούτο, την προσπάθεια για διατήρηση της ιδιοπροσωπίας, της ταυτότητας, του πολιτιστικού τους προσώπου, και για μεταλαμπάδευση των αξιών που φέρανε από την πατρίδα στα παιδιά τους, τους μετανάστες δεύτερης και τρίτης γενιάς που διακρίθηκαν σε όλους τους τομείς.


Χίλια ευχαριστώ στον Δήμαρχο Καραβά
για το αναμνηστικό του δώρο
Αυτό το βιβλίο-λεύκωμα είναι φόρος τιμής σε όλους αυτούς που κράτησαν το ελληνικό όνειρο ζωντανό στην άλλη άκρη του κόσμου. Είναι φόρος τιμής στον πολιτισμό τους, στη διάθεσή τους για δημιουργία, για ανέλιξη, για διάκριση. Στην αγάπη τους για την πατρίδα και τη θρησκεία.
Εξάλλου, όπως ο ίδιος ο Πέτρος αναφέρει στον πρόλογο του βιβλίου του, η παραμονή του για 23 χρόνια στην Αμερική τον βοήθησε να διαπιστώσει «ότι δεν υπάρχει πιο αληθινός σύμμαχος της Ελλάδας και της Κύπρου από τους απόδημούς μας, Ελλαδίτες και Κυπρίους. Είναι προς το συμφέρον της πατρίδας μας, αλλά και χρέος και υποχρέωση όλων μας, να τους κρατήσουμε κοντά μας όσο μακριά κι αν βρίσκονται».
Τα κείμενα που συνοδεύουν τις φωτογραφίες έχουν επιλεγεί από συνεντεύξεις που παρουσιάστηκαν στην τηλεοπτική εκπομπή «Η Κύπρος μας» της Νέας Υόρκης. Πριν σταθώ σε αυτές, θα ήθελα να αναφέρω πόσο με συγκλόνισε η εισαγωγή του βιβλίου για τη ζωή των πρώτων μεταναστών, αλλά και η επισήμανση ότι πριν πατήσει το πόδι του Κύπριος στην Αμερική, «αρχαία αντικείμενα της Κύπρου κοσμούσαν ήδη μια από τις σημαντικότερες αίθουσες του Μητροπολιτικού Μουσείου της Νέας Υόρκης».
Μαζί με τον Πέτρο Πετρίδη. Πίσω μας
ο αδελφός μου Γιαννάκης Λυσάνδρου

Είναι η περιβόητη συλλογή Τσεσνόλα, που ήταν πρόξενος της Αμερικής και της Ρωσίας στην Κύπρο τον καιρό της Τουρκοκρατίας. Αυτός ο κύριος «με την ανοχή, αν όχι την ενθάρρυνση των τουρκικών αρχών, σύλησε εκατοντάδες τάφους και άλλους αρχαιολογικούς χώρους του νησιού», και αυτή η κλεμμένη συλλογή θεωρείται «η πιο πλούσια συλλογή αρχαίων αντικειμένων της Κύπρου στο εξωτερικό, από την εποχή του Χαλκού (2,300 π.Χ.), μέχρι τα ρωμαϊκά και τα βυζαντινά χρόνια».
Σήμερα, τονίζει ο συγγραφέας, «οι ελληνοκύπριοι των ΗΠΑ υπολογίζονται περί τις 45 χιλιάδες, είναι διασκορπισμένοι σε όλες σχεδόν τις πολιτείες της Αμερικής, και έχουν γίνει μια αξιόλογη ομάδα που χαίρει γενικότερης εκτίμησης στο χώρο των ΗΠΑ. Εκείνο, όμως, που προκαλεί θαυμασμό είναι η προσήλωσή τους στις παραδόσεις τους, αλλά και ο συνεχής αγώνας για λευτεριά της μαρτυρικής τους πατρίδας».
Με τον Πέτρο Πετρίδη και τον σύζυγό μου
Αριστείδη Παναγίδη

Από τις ανατριχιαστικές μαρτυρίες  των πρώτων μεταναστών θα σας αναφέρω, για λόγους συντομίας, μόνο την πιο κάτω: «Καθόμουν φοβισμένη σε μια γωνιά και περίμενα. Αν μπορούσα θα γύριζα πίσω από την πρώτη στιγμή. Όταν βγήκα ,είχα γράψει ένα γράμμα στη μάνα μου και της έλεγα εφτά μέρες που με κράτησαν μέσα μανούλα μου, όσα δάκρυα έκανα, αν ήταν ποτάμι θα έρχονταν να σε βρουν».
Πέραν, όμως, από τις φωτογραφίες προσώπων και πολιτιστικών ή άλλων δρωμένων, όπως από τις παραστάσεις της Θεατρικής Ομάδας της Νέας Υόρκης, ο Πέτρος μάς παραθέτει και πολύ εντυπωσιακές φωτογραφίες της  Νέας Υόρκης με τους ουρανοξύστες της, τις γέφυρές της, γενικά το Μανχάταν. Αν τις έβλεπα πριν πάω στην Αμερική, θα ήταν για μένα ένα υπερθέαμα που θα με συνάρπαζε πρωτόγνωρα.

Ομολογώ ότι μετροφυλλώντας το βιβλίο του Πέτρου Πετρίδη, έπιασα τον εαυτό μου να έχει ξεχάσει κάτι που έγινε το 1987. Οι ομογενείς μας περπάτησαν για έντεκα ολόκληρες μέρες από τη Νέα Υόρκη στην Ουάσιγκτον από τις 9 μέχρι τις 20 Ιουλίου για να προβάλουν τα δίκαια της Κύπρου μας και να βροντοφωνάξουν για το άδικο.
Στη συνέχεια, σταχυολογώ κάποιες πολύ χαρακτηριστικές φράσεις από τους απόδημούς μας:
«Μακάρι να μην ερχόμουν ποτέ».
« Παρά τις τόσες δυσκολίες που αντιμετωπίζαμε, κανένας δεν γυρνούσε πίσω. Πού να βρίσκαμε μαζεμένα χρήματα για το ταξίδι της επιστροφής;» Και το πιο ανατριχιαστικό ακολουθεί: «Είχαμε πια μπει σε μια φυλακή, χωρίς να έχουμε διαπράξει κανένα έγκλημα».
Όσα χρόνια κι αν περάσουν η Κύπρος είναι στην καρδιά και την ψυχή τους, όταν θυμούνται τον τόπο τους κλαίνε με αναφιλητά. «Κανένας τόπος δεν κάνει την καρδιά τους να σκιρτά, όπως εκεί που πρωταντίκρισαν το φως του ήλιου», θυμίζοντάς μας και τον συγγραφέα Στρατή Τσίρκα που στην «Αριάγνη» του η ηρωίδα αποφαίνεται: «Μια ζωή την έζησες που 
την έζησες. Δεν θα τη βρεις αλλού».

Μεγάλο πρόβλημα για τους μετανάστες είναι η αίσθηση ότι έχουν δυο πατρίδες και στις δυο νιώθουν ξένοι. Είναι αυτός ο δυισμός που επανέρχεται συνεχώς, ο διχασμός της προσωπικότητας, γι΄ αυτό και ακούεται από πολλούς ότι «είναι πολύ δύσκολο ποια πατρίδα να διαλέξω».  Προσωπικά, άκουσα να λένε: «Αλοίμονο σ’ όποιον γνώρισε δυο πατρίδες». Κι ο ίδιος ο Πέτρος στο ποίημά του με τίτλο «Κάποια μέρα…», γράφει:
«Κάποια μέρα θα φύγω,
στην πατρίδα πάλι
θα γυρίσω.

Θα’ ναι άνοιξη και καλοκαίρι.
Τα παλιά δρομάκια θα γυρέψω,
Όπως τα άφησα παιδί, να τρέξω.

Το ξέρω! Τίποτα δεν θα’ ναι το ίδιο.
Το κρύο θα πλακώνει την καρδιά
κι όσους χειμώνες έζησα μακριά
όλοι μαζί θα με ακολουθήσουν.
Κι εκεί που θα γυρεύω ζεστασιά
χιόνια θα βρω και παγωνιά».
Νομίζω ότι η ακόλουθη δήλωση πρέπει να μας συνταράξει: «Η αλήθεια είναι ότι έπρεπε να έλθω στην Αμερική για να γνωρίσω και να αγαπήσω την Κύπρο με όλα τα ήθη και έθιμά της, τις παραδόσεις της, ντον αγώνα της για δικαίωση, και αυτό χάρη στην παροικία. Θα έλεγα ότι εδώ είναι η Κύπρος».
Δεν θα ήθελα να παραλείψω τα λόγια ενός μικρού κοριτσιού, όταν η δασκάλα τους, τους έβαλε έκθεση για κάποιον που θαυμάζουν, και όλα τα παιδιά έγραψαν για τραγουδιστές και ποδοσφαιριστές, ενώ αυτή έγραψε για τον Ευαγόρα Παλληκαρίδη και τη θυσία του. Η δασκάλα κάλεσε τη μητέρα της στο σχολείο και τη συνεχάρη. Αυτά ας είναι για μας που ζούμε στην Κύπρο μαθήματα εθνικής αγωγής.

Επιλογικά, οι ώρες που ασχολήθηκα  με το βιβλίο-λεύκωμα του Πέτρου Πετρίδη «ΣεΞένη Πατρίδα», ήταν για μένα ώρες πνευματικής ανάτασης και ψυχικής ευωχίας. Ευφράνθηκε το είναι μου από το νέκταρ της πνευματικής μυσταγωγίας που αποπνέει αυτό το βιβλίο. Ευαισθητοποιήθηκα και μεταφέρθηκα νοερά  στη Νέα Υόρκη. Θαύμασα το ψυχικό μεγαλείο των αποδήμων μας , που με την εμπειρία της ανθρωπιάς, της προσφοράς και της θυσίας, κυρίως οι παλαιότεροι, νίκησαν τον μινώταυρο του ρατσισμού που τους θεωρούσε τα πρώτα χρόνια παρείσακτους και ανθρώπους δεύτερης κατηγορίας ,και απειλούσε να τους κατασπαράξει.


Με τη θέρμη της ψυχής τους και τη βιωματική μνήμη, με την εργατικότητα, το πείσμα, την επιμονή, κατάφεραν σήμερα να είναι οι πρώτοι σε μόρφωση και οι δεύτεροι σε πλούτο, από τις ξένες παροικίες στην Αμερική, όπως σεμνύνεται στον χαιρετισμό του στο βιβλίο ο κ. Φίλιπ Κρίστοφερ. Ασφαλώς, σήμερα , παρόλο που με τα σχολεία και τις εκκλησίες διατηρούν άσβηστη τη φλόγα του ελληνισμού και οι συνθήκες είναι πολύ πιο εύκολες, απ’ ό,τι τον περασμένο αιώνα, εντούτοις καραδοκεί ο κίνδυνος της αλλοτρίωσης και της πολιτιστικής αφομοίωσης των νεότερων γενεών από τους μικτούς γάμους και την «ακηδία», την αδιαφορία, την ευμάρεια και τον ευδαιμονισμό. 
Προσωπικά, φίλοι και φίλες, ένιωσα τέτοια κατάνυξη τη βδομάδα του Πάσχα που έζησα στην Αστόρια και τόση περηφάνια στην παρέλαση της 25ης Μαρτίου στην 5η λεωφόρο, που τείνω να πιστέψω ότι οι απόδημοι φυλάνε καλύτερα τις Θερμοπύλες του Ελληνισμού από εμάς. Ο θεός να τους έχει καλά, κι ακόμα καλύτερα τον φίλο μας τον Πέτρο για να συνεχίσει να προσφέρει σ’ αυτά τα αδέλφια μας «χρώμα και άρωμα πατρίδας».