Τετάρτη, 30 Μαΐου 2012

Ημερίδα της Βουλής των Αντιπροσώπων για τους δύο Παγκοσμίους Πολέμους

Αναντίρρητα, πρέπει να δοθούν τα εύσημα στη Βουλή των Αντιπροσώπων, και ιδιαίτερα στην Υπηρεσία Ερευνών, Μελετών και Εκδόσεων για την άψογη οργάνωση της Ημερίδας με τίτλο:

«Α΄Παγκόσμιος Πόλεμος
Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμο

10 χρόνια φρίκης

81 εκατομμύρια χαμένες ζωές»

Τους ευχαριστούμε για την ευτυχή συγκυρία που είχαμε να ακούσουμε τόσους εξαίρετους επιστήμονες και ανθρώπους που πήραν μέρος στον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Οπωσδήποτε, κερδίσαμε αρκετά!
Καταρχάς, απηύθυνε χαιρετισμό εκ μέρους του Προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων ο βουλευτής κ. Αδάμου. Στη συνέχεια, ο Πρόεδρος του Παγκύπριου Συνδέσμου Πολεμιστών Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο κ. Λοΐζος Δημητρίου, στον δικό του χαιρετισμό έκανε μια εκτενή παρουσίαση και των δύο πολέμων.
Συντονιστής της Πρωινής Συνεδρίας που είχε τον γενικό τίτλο: «Οι αιτίες και οι συνέπειες των πολέμων για τον άνθρωπο, για τα κράτη, για την υφήλιο» ήταν ο καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Στέλιος Περράκης, ο οποίος τόνισε ότι θεωρεί εξαιρετικό προνόμιο να είναι συντονιστής σε αυτό το συνέδριο, και ευχαρίστησε τη Βουλή για την τιμητική και ευγενική πρόσκλησή της.

Πρώτος ομιλητής ήταν ο πασίγνωστος από τα βιβλία του για την περίοδο του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου κ. Χάγκεν Φλάισερ, Ομότιμος Καθηγητής της νεότερης και σύγχρονης Ιστορίας, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ο οποίος μίλησε για τις αιτίες των πολέμων, και, με την προσήνεια, το χιούμορ και την αμεσότητά του, μας καταγοήτευσε. Χαρακτήρισε τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο ως το «Big Bang” της Νεότερης Ιστορίας. Αφού έκανε ιστορική αναδρομή στην πορεία των ευρωπαϊκών χωρών κατέληξε στη συμφωνία «Ρίμπεντροπ-Μολότοφ».
Στη συνέχεια, ο καθηγητής Οικονομικών του Πανεπιστημίου Κύπρου παρουσίασε την οικονομική εξαθλίωση που επέφεραν στην Ευρώπη οι δυο μεγάλοι πόλεμοι, ενώ η κ. Μαρία Γιαβουνέλη, Επίκουρη καθηγήτρια Διεθνούς Δικαίου του Πανεπιστημίου Αθηνών αναφέρθηκε στις περιβαλλοντικές συνέπειες των πολέμων αυτών.

Την απογευματινή συνεδρία άνοιξε η εξαίρετη κυρία Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ, Πρόεδρος του Πανεπιστημίου της Ευρώπης, η οποία αναφέρθηκε στην παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σ’ αυτούς τους πολέμους. Μου άρεσαν κάποιες φράσεις που ανέφερε, γι’ αυτό τις παραθέτω: «Οι καταστροφείς των πόλεων θεωρούνται ήρωες, αλλά δεν μπορεί να θεωρηθούν σπουδαίοι άντρες». Βολτέρος. Κι ακόμη: «Προσδοκώ την ώρα που ένας ήρωας δεν θα σκοτώσει τον αντίπαλο, αλλά θα αγωνιστεί μόνο για τα δικαιώματα του ανθρώπου». Πασκάλ Μερσιέ, Καθηγητής Φιλοσοφίας.

Επίσης, η κ. Αρβελέρ αναφέρθηκε και στις διάφορες πρακτικές των εμπολέμων, όπως το ξερίζωμα πληθυσμών που λέγεται «κάκωση», κατάσταση που βίωσε πολλάκις ο Ελληνισμός, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, ενώ στάθηκε και στο «σύνδρομο του Κάιν», των εμφυλίων πολέμων, και κατέληξε στους θρησκευτικούς πολέμους. Τέλος, μας θύμισε την εξής φράση: « Όταν ακούω τη λέξη πολιτισμός, βγάζω το περίστροφό μου». Ίσως, τώρα, να λέμε: «όταν ακούω περίστροφο, βγάζω τον πολιτισμό μου». Πράγματι, ακούοντας την κ. Αρβελέρ ευφράνθηκε το είναι μας.
Δεύτερος ομιλητής στην απογευματινή συνεδρία ήταν ο καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Στέλιος Περράκης ο οποίος μίλησε για το δικαίωμα στην ειρήνη και διερωτήθηκε μήπως είναι η αναζήτηση της ουτοπίας.
Σύμφωνα, όμως, με τον Λε Κορπουζιέ «αυτό που ήταν ουτοπία χθες, σήμερα είναι πραγματικότητα». Ο κ. Περράκης στάθηκε ιδιαίτερα στα «Δικαιώματα Αλληλεγγύης», τα δικαιώματα «τρίτης γενεάς», για τα οποία, όπως μας είπε, πρώτος μίλησε ο μέντοράς του κ. Βαζάκ. Αναντίρρητα, συμπέρανε, στην εποχή μας καλλιεργείται η «κουλτούρα της ειρήνης», όμως στα 2500 χρόνια ιστορίας του κόσμου, μόνο 200 χρόνια είχαμε ειρήνη.

Αξίζει ιδιαίτερα να μιλήσουμε για τον εκλεκτό Ποιητή, τον κύριο Τίτο Πατρίκιο, που, με τη γλυκιά και ευγενική παρουσία του, μας έδωσε μαθήματα αξιοπρέπειας, αντικειμενικότητας, αμεροληψίας. Το θέμα του ήταν: «Γράφοντας ποίηση μετά το Άουσβιτς». Ξεκίνησε, υποστηρίζοντας ότι όσοι επέζησαν από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης έχουν ενοχές, αφού η δημιουργία ενοχών είναι μέσο επιβολής της κάθε εξουσίας. Ανέφερε, μάλιστα, τον Τέοντορ Αντόρνο, τον εβραϊκής καταγωγής συνθέτη και καθηγητή, ο οποίος έγραψε: «Πώς μπορούμε να γράφουμε ποιήματα μετά το Άουσβιτς;» ή «το να γράφει κανείς ποιήματα μετά το Άουσβτς είναι βάρβαρο».
Ασφαλώς, χωρίς επιζήσαντες, τόνισε, δεν θα είχαμε μαρτυρίες, αλλά μόνο όσους γράφουν σύμφωνα με τις επιταγές της εκάστοτε εξουσίας ή της άρχουσας τάξης. Γι’ αυτό ο επιζήσας είναι «ενοχλητικός», όπως είπε χαρακτηριστικά. Μου έκανε τρομερή εντύπωση μια λεπτομέρεια που μου διέφευγε: ότι κανένας δεν αυτοκτόνησε στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Κι αυτό οφείλεται, όπως το ερμήνευσε ο κ. Πατρίκιος, στο γεγονός ότι η ελπίδα ήταν πιο δυνατή από τον φόβο του θανάτου, θυμίζοντάς μας, προσθέτω, τον Βίκτορα Φρανκλ με το έργο του «Αναζητώντας νόημα ζωής κι ελευθερίας σ’ ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης».
Για να υπεραμυνθεί της άποψής του για τους ανθρώπους της τέχνης που ενεργούν σύμφωνα με τις επιταγές της εκάστοτε εξουσίας, ανέφερε ως παραδείγματα τα ποιήματα που έπρεπε να γράψουν οι σοβιετικοί ποιητές μετά τον θάνατο του Στάλιν το 1953, ή το πορτρέτο του Στάλιν που φιλοτέχνησε ο Πικάσο, αλλά απαγορεύτηκε, γιατί τον παρουσίαζε ως έναν άγριο νεαρό και όχι ως στρατάρχη.

Ταυτόχρονα, στάθηκε και στην αυταρχική εξουσία που αναγκάζει τους καλλιτέχνες να δημοσιοποιούν πολύ αργότερα το έργο τους, όπως τον Ρίτσο, τον Άρη Αλεξάνδρου, τον Τάσο Λειβαδίτη και τον ίδιο που μετέφεραν τις εμπειρίες τους από τη Μακρόνησο πολύ αργότερα. Επιπλέον, μίλησε και για τις περιπτώσεις του Μπορίς Πάστερνακ που πέθανε το 1960, χωρίς να δει το έργο του δημοσιευμένο στα ρωσικά, και του Σολτζενίτσιν που εξορίστηκε για το έργο του: «Μια ημέρα στη ζωή του Ιβάν Ιβάνοβιτς».
Τέλος, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο 19ος αιώνας, παρά τους πολέμους, τις σφαγές, την αποικιοκρατία δεν είχε γκουλάγκ, ούτε Άουσβιτς, οι εξουσίες δηλαδή ήταν πιο ανεκτικές.

Επόμενη ενότητα στην απογευματινή συνεδρία ήταν η συμβολή της Κύπρου στους δύο Παγκοσμίους πολέμους, με πρώτο ομιλητή τον Αναπληρωτή Καθηγητή Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου κ. Πέτρο Παπαπολυβίου ο οποίος αναφέρθηκε στους Κυπρίους εθελοντές σ’ αυτούς τους πολέμους. Αρχικά, ο κ. Παπαπολυβίου τόνισε το οξύμωρο της ονομασίας εθελοντές, αφού οι πιο πολλοί έπαιρναν μισθό.

Πυρήνας των εθελοντών στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο ήταν οι εμπειροπόλεμοι εθελοντές των βαλκανικών πολέμων του 1912-13 που γι’ άλλη μια φορά έτρεξαν στο κάλεσμα της Μάνας Ελλάδας για να πολεμήσουν για την τιμή και την αξιοπρέπεια του Έθνους μας.

Το 1916 πολλοί κατατάχτηκαν ως ημιονοοδηγοί για τις ανάγκες των συμμαχικών στρατευμάτων στο μακεδονικό μέτωπο. Ανάμεσά τους ήταν και 1000 Τουρκοκύπριοι, ένα 11% του συνόλου «των μουλάρηδων», όπως λέγονταν τότε, που πολέμησαν εναντίον της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Στην Κύπρο τότε ακουγόταν η φράση: «πήγε στις μούλες». Ένα μέρος από τους κύπριους μουλάρηδες κατατάχτηκαν μετά στον ελληνικό στρατό και, μάλιστα, πέντε απ’ αυτούς έπεσαν στην πολυαίμακτη μάχη του Σκρα. Συνολικά, από το 1916-19 ήταν 30 οι πεσόντες Κύπριοι εθελοντές.
Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου η Κύπρος ήταν η πρώτη αποικία που έστειλε άνδρες στον πόλεμο. Αποτελούσαν το CVF, Cyprus volunteer Force. Το Κυπριακό Σύνταγμα αποτελείτο από 12,192 στρατιώτες. Το 1943 το ΑΚΕΛ κάλεσε τον κόσμο του σε μαζική στράτευση. Ας μην ξεχνάμε και τις συνθήκες της ανεργίας και της εξαθλίωσης στην οποία ζούσε τότε ο κόσμος, λόγω και του πολέμου, οπότε με τον μισθό των στρατιωτών θα ζούσαν και οι οικογένειες. Από τους στρατιώτες αυτούς, 2059 βρέθηκαν αιχμάλωτοι σε ναζιστικά στρατόπεδα, κυρίως στην Ελλάδα, περίπου το 1/6.

Αξίζει να αναφέρουμε ότι υπήρχαν και 778 γυναίκες, όπως η Θεοδώρα Ιωάννου Κασκάνη που σκοτώθηκε το 1943 στην Αίγυπτο. Στην Αίγυπτο πολέμησε, επίσης, και ο γνωστός Αμμοχωστιανός Ευάγγελος Λουΐζου. Οι Κύπριοι βρέθηκαν και σε μακρινές ηπείρους, όπως στις ΗΠΑ, 36 άντρες και στην Αυστραλία, 135. Γενικά, συνέβησαν 360 θάνατοι, 308 από το Κυπριακό Σύνταγμα, 35 εθελοντές και 17 που υπηρετούσαν στο βρετανικό στρατό, ενώ είναι θαμμένοι σε πολλά νεκροταφεία σε αρκετές χώρες του κόσμου.
Επόμενος ομιλητής ήταν ο κ. Χρίστος Κουρτελλάρης, βετεράνος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου ο οποίος αφηγήθηκε τη δική του ιστορία και τα δικά του βιώματα.

Το πιο συγκλονιστικό μα συνάμα και ανατριχιαστικό μέρος του συνεδρίου ήταν στο τέλος με την παρουσία ανθρώπων που έζησαν τις θηριωδίες του πολέμου. Είχε τίτλο: «Οι τραγικότερες σελίδες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου». Παρουσιάστηκαν η κ. Κολόμπα Τζιβρέ η οποία επέζησε από το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Άουσβιτς και ο κ. Κεϊζίρο Ματσουσίμα, επιζών της ατομικής βόμβας στη Χιροσίμα. Μέσα στην κατάμεστη αίθουσα επικρατούσε απόλυτη σιωπή, όταν η κ. Κολόμπα Τζιβρέ, ελληνοεβραία, περιέγραψε τη φρίκη που βίωσε μαζί με τις αδελφές της στο Μπίρκεναου, ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης κοντά στο Άουσβιτς. Και οι δυο ομιλητές έδωσαν το αντιπολεμικό τους μήνυμα, ευχήθηκαν να μη ζήσει ποτέ ξανά ο κόσμος τέτοιες τραγικές στιγμές.
Κλείνοντας την παρουσίαση της Ημερίδας αυτής, της τόσο αξιόλογης, θα ήθελα να αναφέρω τα λόγια του Βενιαμίν Φραγκλίνου: «Δεν υπάρχει καλός πόλεμος, αλλά ούτε και κακή ειρήνη». Εμείς, ας ευχηθούμε οι άνθρωποι να μην ξαναπιάσουν «τον παλιό δόλο των θεών» και να μην πολεμήσουν για «ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη».

Δευτέρα, 28 Μαΐου 2012

Η Άλωση της Πόλης.

«Το την πόλιν σοι δούναι ούτ’εμού εστί ούτ’ άλλου των κατοικούντων εν ταύτη, κοινή γαρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεθα και ου φεισόμεθα της ζωής ημών».
Έτσι απάντησε στον Μωάμεθ τον Β’, τον Πορθητή, ο τελευταίος Αυτοκράτορας του Βυζαντίου, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, όταν του ζήτησε να του παραδώσει τη βασιλίδα των πόλεων, την Κωνσταντινούπολη.
Και συμβόλιζε εκείνη τη στιγμή ο Κωνσταντίνος τη συνείδηση χιλιάδων χρόνων της Ελληνικής Ιστορίας. Ξαναζούσε ο Κόδρος των Αθηνών και ο Λεωνίδας της Σπάρτης.
Έδωσε στην περίλαμπρη βυζαντινή χιλιετηρίδα λάμψη μεγάλη, ένα τέλος αντάξιο του μεγαλείου της.
Έτσι, με τον θάνατό του ο Παλαιολόγος πραγματοποίησε εκείνο που είπε στους συμπολεμιστές του στην τελευταία του δημηγορία. «Εάν αποθάνωμεν, στέφανος ο αδαμάντινος εν ουρανοίς εναπόκειται ημών και μνήμη αιώνιος εν τω κόσμω έσεται».
Πράγματι, άφησε στο Γένος την πολύτιμη κληρονομιά του ηρωισμού, του πατριωτισμού και της αυτοθυσίας.
Δεν υπάρχει, αλήθεια, ελληνική ψυχή που να μη δονείται βαθύτατα στην αναπόληση των δραματικών γεγονότων της Αλώσεως της Κωνσταντινούπολης. Η σκέψη μας στρέφεται προς τον μάρτυρα αυτοκράτορα και τους άλλους υπερασπιστές της πολιορκούμενης πόλης.
Οι άνθρωποι που μάχονται στις ερειπωμένες επάλξεις έχουν συνείδηση της σημασίας, και του αγώνα και της θυσίας τους. Ξέρουν ότι το Βυζάντιο θα πέσει, αλλά η τελευταία του ώρα δεν μπορεί παρά να είναι φωτεινή.
Από την άλλη, ο σουλτάνος Μωάμεθ ο Β’ για να εξάψει και να φανατίσει το φρόνημα του στρατού του, είχεν υποσχεθεί τριήμερη λεηλασία της πόλης και ιδιοποίηση όλων των κινητών πραγμάτων, αν εκπορθούσαν αυτή την εκλεκτή πόλη, «τη βασίλισσα των πάλαι Ρωμαίων», κατά τον Κριτόβουλο, «και σε ύψος ευδαιμονίας και τύχης υπάρξασαν, κεφαλήν συμπάσης της οικουμένης». Οι στρατιώτες δεν σκέφτονταν τίποτε άλλο παρά αιχμαλώτους και λάφυρα.
Εκείνοι που μπήκαν πρώτοι από την Ξυλόκερνο πύλη, και κατόπιν οι άλλοι, αφού ο Κωνσταντίνος έπεσε, ρίχτηκαν ακάθεκτοι και φωνάζοντας. Στιγμές απόγνωσης και φρίκης για τους κατοίκους. Στην αρχή, σκότωναν όσους έβρισκαν στους δρόμους , αδιάκριτα, γυναίκες, γέροντες, παιδιά. Ύστερα, επιδόθηκαν στη λεηλασία τα πληρώματα του στόλου.
Η πόλη πλέον τους ανήκε. Ξεχύθηκαν σ’ όλες τις συνοικίες, αρπάζοντας, σκοτώνοντας , αιχμαλωτίζοντας. Ιδίως επέμειναν στις εκκλησίες, όπου είχαν καταφύγει οι περισσότεροι, νομίζοντας πως θα τις σεβαστούν, ως άσυλα. Πόσο είχαν διαψευστεί.
Υπήρχε μια παλιά παράδοση πως η Πόλη θα κυριευθεί, αλλά μόλις οι Τούρκοι έφταναν στον κίονα του Μεγάλου Κωνσταντίνου, κάποιος Άγγελος θα κατέβαινε από τα ουράνια και θα’δινε στον πρώτο τυχόντα μια ρομφαία και θα’ λεγε: «Λάβε την ρομφαίαν ταύτην και εκδικήσου τον λαόν του Κυρίου». Τότε οι Τούρκοι θα φεύγαν μέχρι των ορίων της Περσίας και η Πόλη θα σωζόταν.
Τέτοιες ελπίδες τρέφοντας οι κάτοικοι, κατέφυγαν στην Αγία Σοφία, πολλές χιλιάδες.
«Κουρσεύοντες», λέγει ο Δούκας, «σφάζοντες και αιχμαλωτίζοντες έφθασαν τω ναώ...»
Και συνεχίζει : «Τις έστιν όστις διηγήσεται την εκεί συμφοράν: Τίς τους γεγονότας τότε κλαυθμούς και τας φωνάς των νηπίων, τα συν βοή δάκρυα των μητέρων, των πατέρων τους οδυρμούς, τις διηγήσεται;».
Εικόνες, ιερά σκεύη, αφιερώματα, δισκοπότηρα, όλα αρπάκτηκαν.
Ο Πορθητής, αφού πείστηκε ότι η Πόλη ήταν δική του, μπήκε μέσα, ακολουθούμενος από πασάδες, μπέηδες, δερβίσηδες κι άλλους, και περικυκλωμένος από σημαίες κι άλλα σήματα των Τούρκων, έφτασε, επιτέλους, θριαμβευτής στην Εκκλησιά γύρω στις 12:30 μ.μ. Προσευχήθηκε και μετέβαλε την εκκλησία σε τζαμί. Αυτός ήταν ο θρίαμβος του Μωάμεθ.
Οι Τούρκοι συστηματοποίησαν την αρπαγή και την αιχμαλωσία από την ημέρα της Αλώσεως. Ο ιστορικός Φραντζής αιχμαλωτίστηκε με όλη του την οικογένεια.
Ο Γεώργιος Φραντζής στο βιβλίο «Το Χρονικό της Αλώσεως» αναφέρει ότι ο Σουλτάνος επιθυμούσε να μάθει αν ο αυτοκράτωρ υπάρχει στη ζωή ή σκοτώθηκε. Έπλυναν τα κεφάλια πολλών πτωμάτων, αλλά δεν μπόρεσαν να αναγνωρίσουν το πρόσωπό του. Βρήκαν μόνο το πτώμα του, που το αναγνώρισαν από τις περικνημίδες και τα πέδιλα, όπου υπήρχαν πάνω ζωγραφισμένοι χρυσοί, δικέφαλοι αετοί, κατά τη συνήθεια που είχαν οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου.
Όταν το έμαθε ο Σουλτάνος, χάρηκε πάρα πολύ. Διέταξε να θάψουν οι χριστιανοί, που είχαν απομείνει από τη σφαγή, το βασιλικό πτώμα με τιμές που αρμόζουν σε βασιλέα. Ο αυτοκράτορας ήταν τότε 49 ετών και 3 μηνών.
Τη δεύτερη μέρα, ο Σουλτάνος επισκέφθηκε και πάλι την Κωνσταντινούπολη. Βλέποντας δε την ερήμωση της Πόλης,
« οίκτος κατέλαβεν αυτόν», λέει ο Κριοτόβουλος,
« και μετάμελος ου μικρός διά τε την ασέλγειαν και την αρπαγήν και δάκρυον αφήκε των οφθαλμών και, εκβαλών μέγα και περιπαθή στεναγμόν, είπεν: «Οποίαν πόλιν παρεδώκαμεν εις διαρπαγήν και ερήμωσιν!».
Αφού τέλειωσε το τριήμερο κούρσο, τέλειωσε και το τρομερό και αιματόβρεκτο δράμα της αλώσεως, ένα από τα δραματικότερα που γνώρισε ο κόσμος.
Με τον θάνατο της Αυτοκρατορίας, όμως, δεν πέθανε και το οικουμενικό ιδεώδες του Βυζαντίου, η οικουμενική ιδέα. Ο Ελληνισμός της Κωνσταντινούπολης είδε τη συνεργασία με τον κατακτητή ως πολιτική ανάγκη, υποτάκτηκε σ’αυτόν με την απώτερη προοπτική της κυριαρχίας.
Έτσι, οι υπόδουλοι μεταβάλλονταν σε μετόχους της μεγάλης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ήταν σαφές ότι, κατά το παλαιότερο παράδειγμα της Ρώμης, η αυτοκρατορία αυτή θα απέβαινε «το Οθωμανικό Κράτος του Ελληνικού Έθνους».
Η πτώση του Βυζαντίου μάς δίνει αρκετά διδάγματα, και πρώτιστο απ’όλα ότι ένα έθνος στους ιστορικούς του αγώνες για την επιβίωσή του δεν πρέπει να επαφίεται σε ελπίδες για ξένη βοήθεια.
Δεύτερο, ότι η τουρκική κατάκτηση σήμανε μεν την πολιτική υποδούλωση των Ελλήνων, αλλά εξασφάλιζε την πνευματική τους ανεξαρτησία που διατηρεί ζωντανό έναν λαό και τη συνένωση του Ελληνισμού κάτω από τη σκέπη της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Έτσι, το Έθνος ετοιμάστηκε με την Ορθόδοξη Εκκλησία να ανακτήσει και πάλι την πολιτική του ανεξαρτησία.
Τρίτο δίδαγμα είναι ότι στο χαμό της Πόλης συντέλεσε και η κατάρα της διαίρεσης και της διχόνοιας.
Τέταρτο δίδαγμα εξάγεται από την αιώνια ζωτικότητα του Ελληνικού πνεύματος. Η ελληνική ευφυϊα επιβλήθηκε στους δυνάστες. Οι Φαναριώτες με τη μόρφωση και την ευφυϊα τους κατέλαβαν πολλές ανώτερες θέσεις στην ιεραρχία του Οθωμανικού κράτους, προσφέροντας παράλληλα μέγιστες υπηρεσίες στο Γένος.
Όταν ο σκλάβος ονόμαζε τον εαυτό του Γένος, έβλεπε τον εαυτό του οργανικά ζωντανό, προορισμένο να αναζήσει και να αναθάλει κάποτε.
Και το σπέρμα του Γένους αυτού διατηρήθηκε στη χαμένη Πόλη. Φυλάκτηκε ευλαβικά σε κάποια βιβλία, σε κάποια μαθήματα, σε κάποια σχολεία. Εκεί κοντά στην έδρα του αρχηγού του Γένους, του Πατριάρχη, η Πατριαρχική Μεγάλη του Γένους Σχολή βοηθούσε και το Γένος και την Εκκλησία.
Σ’ αυτή φοίτησαν άρχοντες και κρατικοί αξιωματούχοι, διερμηνείς, μητροπολίτες και πατριάρχες. Αυτή έστειλε σ’ όλες τις επαρχίες τους σκαπανείς της εθνικής ιδέας, τους δασκάλους και τους ιερείς.
Και έτσι το ελληνικό πνεύμα, παρά τη βία του κατακτητή, βρήκε τη δύναμη να κρατηθεί και να φανερωθεί.
Έγινε πίστη στους Έλληνες ότι με το πνεύμα θα αναστηθούν. Η ίδρυση σχολείων, η ανάδειξη μεγάλων διδασκάλων του Γένους, αλλά και η δράση των αφανών δασκάλων, η φιλοτιμία των πλουσίων να συνεισφέρουν στην παιδεία, τα ενθουσιώδη κηρύγματα των λογίων, ο θαυμασμός και των απλοϊκών για την κλασική Ελλάδα, όλα αυτά μαρτυρούν αναβίωση της ελληνικής πνευματικότητας, αναβίωση η οποία ασφαλώς συνέτεινε και στην προετοιμασία για την πολιτική απελευθέρωση του Γένους.
Έτσι, μέσα στη μαύρη εποχή της σκλαβιάς, κάτω από έναν αλλόφυλο, αλλόγλωσσο, αλλόθρησκο και αλλοεθνή κατακτητή, το Σχολείο και η Εκκλησία διατήρησαν την εθνική μας πίστη, την ιστορική μας μνήμη, την εθνική μας συνείδηση και σιγά-σιγά δημιουργήσαμε ένα νέο κεφάλαιο της ιστορίας μας, το κεφάλαιο του νέου Ελληνισμού.
Επίσης, πρέπει να τονιστεί πως όταν έπεσε η Κωνσταντινούπολη, οι Έλληνες ξεχύθηκαν προς τη Ρωσία, όπως και στην Ιταλία και την Κεντρική Ευρώπη. Ο Ιβάν ο Γ’, ο τότε Μέγας Δούξ της Μόσχας, ανοίγει διάπλατα τις θύρες προς τον φυγαδευμένο Ελληνισμό. Πολιτικοί άνδρες, διπλωμάτες, καλλιτέχνες και θεολόγοι τέθηκαν στη διάθεσή του και μαζί με τα ελληνικά χειρόγραφα έφεραν και την πολύτιμη κληρονομιά του αρχαίου πολιτισμού. Έτσι, παράλληλα με την αναγέννηση της Δύσης, έχουμε και την αναγέννηση του Βορρά.
Αν και οι Έλληνες θορυβήθηκαν από την πτώση της πρωτεύουσας του Βυζαντίου, δεν έχασαν την πίστη τους στην απελευθέρωσή τους. Αμέσως, την επομένη της αλώσεως, οι ιστορικοί και οι χρονογράφοι της εποχής προλέγουν βέβαιη την αναγέννηση του Έθνους.
Η ελπίδα αυτή γρήγορα μεταβλήθηκε σε πίστη και πεποίθηση. Το δημοτικό τραγούδι θα ψάλλει αργότερα:
«Πάλι με χρόνους, με καιρούς, πάλι δικά μας είναι».
Νέες προφητείες, νέοι χρησμοί, νέες φήμες άρχισαν να κυκλοφορούν την επαύριο της αλώσεως. Καμιά αμφιβολία δεν υπήρχε σ’ αυτούς για την ανάσταση!
Μια μερίδα λαού στήριξε την ελπίδα τους για απελευθέρωση του Γένους στη βοήθεια των ξένων, και μάλιστα των δυτικών ή βορείων χριστιανικών κρατών.
Οι διάφοροι «θρήνοι» που κυκλοφόρησαν ευρύτατα μετά την άλωση μεταξύ του Ελληνικού λαού, και οφείλονται κυρίως σε ιερωμένους, θεωρούν την εθνική ταλαιπωρία ως τιμωρία εκ μέρους του θεού, «ως άνωθεν επιβληθείσαν κύρωσιν κατά των ολιγοπίστων και των ασεβών».
Και στον «Θρήνο της Κωνσταντινουπόλεως»:
«Τα έργα των Χριστιανών και οι κενές ελπίδες εκείνες εχαλάσασιν τη βασιλείαν Ρωμαίων».
Κλείνοντας αυτή την αναφορά μας στην Άλωση της Πόλης, θυμίζουμε ότι «η αυτοκρατορία έζησε κοντά 1100 χρόνια, γνωρίζοντας όλες τις τροπές της μοίρας: τη δόξα, το μεγαλείο, την κατάπτωση…Η ιστορία έπρεπε να κλείσει τον μεγάλο της κύκλο». Ήταν 29 Μαΐου του 1453.

Δευτέρα, 21 Μαΐου 2012

Ο Παππούς Παναής από τη Λύση

Το παρόν κείμενο το έγραψα και το δημοσίευσα στις 30 Δεκεμβρίου του 1993, τέσσερα χρόνια μετά την αποδημία του παππού μας. Του παππού Παναή από τη Λύση, του κοσμοκαλόγερου, που δεν ιερώθηκε, αλλά έμεινε λαϊκός και υπηρετούσε στη Λύση τον ναό της Παναγίας. Τον γνώρισα στην προσφυγιά μας στη Λάρνακα, τον αγάπησα, βίωσα τα χαρίσματα της ψυχής του. Πιστεύω ότι θα αγίασε.

Το ξαναδημοσιεύω τώρα, μια που τότε δεν είχαμε ιστολόγια.

«Ζωή σημαίνει ήλιο και νερό.
Αγάπη είναι προσφορά «άνευ όρων».
Πίστη μια αναμμένη λαμπάδα στην καρδιά
κι ελεύθερος ο άνθρωπος που μόνος του διαλέγει
πώς ν’ αγαπά, να ζει και να πιστεύει
χωρίς προσχήματα κι ενδοιασμούς».
Κλ. Αγγελίδου
Μα είναι δυνατόν να πέρασαν κιόλας τέσσερα χρόνια από τη μέρα που ο παππούς ο Παναής, ο παππούς ο δικός μας, μακαρίστηκε και μας άφησε σε πνευματική ορφάνια, χωρίς το φως που ακτινοβολούσε στο πρόσωπό του, το φως της Αιώνιας Αλήθειας, το φως της Δικαιοσύνης, το φως της Αγιότητας, το φως της Ωραιότητας;

«Και το φως εν τη σκοτία φαίνει, και η σκοτία αυτό ου κατέλαβεν» (Κατά Ιωάννην 1,5)

Γιατί μόνο ο άνθρωπος που αγίασε κατά χάριν Θεού μπορεί ν’ αγιάζει και τους άλλους. Μόνο όποιος έγινε ο ίδιος φως, μπορεί να φωτίζει τους άλλους.
Κι όλοι εμείς, που οι ψυχές μας ξαπόστασαν στην όαση του σπιτιού του, όλοι εμείς που η λάμψη της αγιότητάς του καταύγασε το είναι μας, που μεθύσαμε από το άρωμα της ψυχής του, όλοι εμείς τα πνευματικά του παιδιά θα τον ευγνωμονούμε και θα τον θυμόμαστε σ’ όλη μας τη ζωή. Τι κι αν δεν είχε δικά του παιδιά; Εμείς όλοι είμαστε παιδιά του.

Αναντίρρητα, κοντά στον παππού Παναή βιώσαμε τη Χάρη του Θεού. Ο παππούς Παναής μάς έμαθε ότι ο Χριστός είναι χαρά, γλυκύτητα, καλοσύνη, αγάπη, ταπείνωση, πνευματικός αγώνας, προσφορά προς τον άλλο, τον αδελφό μας. Μας έμαθε, επίσης, με τον δικό του ιδιόμορφο τρόπο των παραβολών ότι μέσα στην Αγάπη του Θεού θα βρούμε το νόημα της ζωής μας, θα σώσουμε την ψυχή μας, βέβαια μέσα από τον δύσκολο και δύσβατο δρόμο της Αρετής.
Τώρα, το σπίτι των παππούδων μας, του παππού Βασίλη και της αδελφής τους της Τρυφωνούς, δεν είναι σαν και πρώτα. Τα δύο αδέλφια του παππού Παναή, όπως και όλοι εμείς νιώθουμε τόσο πολύ την έλλειψή του, αν και η παρουσία του είναι εμφανής, λες και τον βλέπουμε να κάθεται πάντα στην ίδια καρέκλα, ένα κεφαλάκι κάτασπρο, γλυκό κι αγαπημένο, κουλουριασμένος στο πλεκτό του, με τα χέρια πλεγμένα ή σε εγρήγορση να πλέκουν, ή άλλοτε να κρατά ένα βιβλίο να διαβάζει και να μας αναλύει κάποιο χωρίο μ’ εκείνο το αστραφτερό βλέμμα που έβγαζε σπίθες- σπίθες της ομορφιάς του και σπίθες της αγάπης του.

Κάθε φορά που κίναγα για να πάω να τους δω πετάριζε η καρδιά μου κι άνοιγε σε μια γλυκιά προσμονή. Λαχταρούσε να την κανακέψουνε με λόγια αγάπης, ζεστασιάς, να τη σεργιανίσουνε σε κόσμους μαγικούς, παραμυθένιους, μέσα στον κόσμο μας. Εξάλλου, μαζί με τον παππού Παναή γελάσαμε πολύ. Λυτρωτικά. Ήταν ένα γέλιο κάθαρσης της ψυχής από καθετί μικρό. Ένα γέλιο γάργαρο, καθάριο, χορτάτο. Ένα γέλιο που μας έκανε όλους μικρά παιδιά που χαίρονταν.

Αυτή η παπαδιαμάντεια μορφή είχε το χάρισμα να μεταδίδει σ’ όλους μας, με το χιούμορ της , το κέφι, τη ζωντάνια, την καλοσύνη, την πληρότητα. Εμένα, με πείραζε που έλεγα: «μάνα μου».
Τι να πρωτοθυμηθούμε από τον παππού Παναή; Τον καφέ που πίναμε μαζί, τον «τρυφωνίσιμο», τα σισαμένια κουλούρια της ανιψιάς τους της παπαδιάς, το χαλλούμι που έφερνε ο ανεψιός τους ο γιατρός από τα Λεύκαρα, τη δική του εγκράτεια, τη λυσιώτικη φιλοξενία και το ήθος γενικά της Λύσης;

Στον «ηλιακό» του παππού Παναή γνωριστήκαμε με πολλούς φίλους του, κι αμέσως νιώθαμε ότι γνωριζόμαστε χρόνια, είχαμε τον ίδιο παππού, τον ίδιο πνευματικό καθοδηγητή, τον ίδιο στάρετς.
Ο παππούς Παναής μάς έμαθε να αγαπάμε και να βιώνουμε την Ορθοδοξία. Μας έκανε περήφανους για την ελληνορθόδοξη παράδοσή μας. Αν θέλουμε να βρούμε την ταυτότητά μας ως Νεοέλληνες, στο υπόβαθρο της Ορθοδοξίας θα βρούμε τη δημιουργική και συνεκτική εκείνη δύναμη που παρέμεινε αναλλοίωτη και πνευματικά κρυστάλλινη. Πρέπει συνειδητά να στραφούμε προς την Ορθοδοξία και να αναβαπτιστούμε στις αστείρευτες πηγές της. Επιπλέον, επιβάλλεται να έχουμε στην ψυχή μας ως πολύτιμο φυλακτό την εικόνα του παππού Παναή και να ζητούμε τη συνδρομή του στις προσευχές μας.

Αξίζει, ταυτόχρονα, να διαδίδουμε τις ιδέες και τα πιστεύω του και να τον θυμόμαστε πάντα. Ας είναι αιωνία η μνήμη του. Είμαι σίγουρη ότι τώρα θα χαμογελά πλατιά, γλυκά. Ας του ανταποδώσουμε κι εμείς τούτο το χαμόγελο…θα μας κάνει ευτυχισμένους.

Κυρίως, τούτες τις μέρες που το φως της φάτνης φωτίζει τις καρδιές και καταυγάζει τους ουρανούς των συνειδήσεων με την υπόκρουση του ύμνου των αγγέλων: «Επί γης ειρήνη και εν ανθρώποις ευδοκία».
Κυρίως, τούτες τις μέρες που ζούμε στην ατμόσφαιρα του παραμυθιού, στην ατμόσφαιρα του ονείρου. Τούτες τις μέρες χρειαζόμαστε το χαμόγελο του παππού Παναή.

Πέμπτη, 17 Μαΐου 2012

«Οι καιροί ου μενετοί»

Για τη χρεωκοπία της Ελλάδας μας
Αυτό τον καιρό πολύς κόσμος παρακολουθεί πολιτικές εκπομπές και από ιδιωτικά κανάλια, αλλά κυρίως από την κρατική τηλεόραση της Ελλάδας. Το παραδέχονται και οι συντονιστές των συζητήσεων αυτών ότι αυξήθηκε η τηλεθέασή τους θεαματικά από την ημέρα των εκλογών. Όλοι αγωνιούν για το αύριο. Η οικονομική κρίση δημιούργησε πολλά ψυχολογικά προβλήματα και ανασφάλεια στον κόσμο. Πώς, όμως, έφτασε ως εδώ η Ελλάδα;

Στο παρόν άρθρο δεν σκοπεύω να αναλύσω τις αιτίες της κρίσης, μόνο θα ήθελα να αναφέρω μια προσωπική μου εμπειρία που είχα πριν από είκοσι περίπου χρόνια στο Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού της Κύπρου, όταν ήμουν αποσπασμένη στο Γραφείο Δημοσίων Σχέσεων της Υπουργού κ. Κλαίρης Αγγελίδου.

Θυμάμαι τώρα πόση εντύπωση μου έκανε το γεγονός αυτό τότε, αλλά τώρα εξηγούνται κάποιες απορίες μας, γιατί η Ελλάδα μας οδηγείται σε χρεωκοπία. Βεβαίως, αυτό είναι ένα μεμονωμένο γεγονός, δείχνει όμως το μέγεθος της ευθύνης κάποιων.

Πρόκειται για μια επίσκεψη του τότε Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων της Ελλάδας κ. Γιώργου Παπανδρέου στην Κύπρο. Υποδέχτηκα τον κ. Υπουργό στην είσοδο του Υπουργείου και τον συνόδευσα στο γραφείο της κ. Αγγελίδου. Καταρχάς, ομολογώ, ότι με εξέπληξε πολύ ευχάριστα η ευγένεια, η προσήνεια και η απλότητα του κ. Παπανδρέου. Στη συζήτηση που ακολούθησε, ένιωσα ότι είχαμε μπροστά μας έναν εξαίρετο άνθρωπο, καλοαναθρεμμένο, με ήθος, σεμνότητα και αρχοντιά ψυχής. Μάλιστα, έκανα τη σκέψη ότι η κ. Μαργαρίτα Παπανδρέου έδωσε πολύ καλή αγωγή στα παιδιά της και ενδόμυχα της απένειμα τα εύσημα για τις αρχές που τους μεταλαμπάδευσε. Όλα αυτά, βέβαια, αφορούν στο ανθρώπινο πεδίο.

Από την άλλη, όμως, μου έκανε αλγεινή εντύπωση, και με παραξένεψε, η πολυπληθής συνοδεία του κ. Παπανδρέου. Η κ. Αγγελίδου συνήθως ταξίδευε μόνη της, χωρίς κουστωδία. Νομίζω ότι αυτή η περίπτωση αποδεικνύει μια νοοτροπία που οδήγησε σε κατασπατάληση του δημόσιου χρήματος. Αυτές οι υπέρογκες κρατικές δαπάνες ήταν ανεπίτρεπτες. Δεν υπήρχε κανένας έλεγχος; Τι χρειάζονταν όλοι αυτοί οι σύμβουλοι να έλθουν ταξιδάκι αναψυχής στην Κύπρο δωρεάν; Φαντάζομαι ότι αυτή την τακτική ακολουθούσαν και για μακρινά, πολυέξοδα ταξίδια.

Νιώθω, ειλικρινά, ότι επικρατούσε η νοοτροπία του «φάτε, να φάμεν», όπως λέμε στην Κύπρο. Φαίνεται ότι από το «Τσοβόλα, δώστα όλα», ξεκίνησε η διασπάθιση του δημόσιου χρήματος κι έφτασε μέχρι των ημερών μας. Γι’ αυτό, έστω και στο χείλος του γκρεμού, ας γίνει κάποιο νοικοκύρεμα, ας σοβαρευτούν επιτέλους οι ταγοί του έθνους, γιατί «οι καιροί ου μενετοί».

Δευτέρα, 14 Μαΐου 2012

Π. Παΐσιος: "Θα έχετε κυβέρνηση και θα είναι σαν να μην έχετε"...

"Μετά θα ξεκινήσει ο πόλεμος με τη Τουρκία που θα γίνει Παγκόσμιος..."

"Θα σας δώσουν πολλά λεφτά και μετά θα σας βάλουν δυσβάσταχτους φόρους, αλλά δεν θα προλάβουν να τους πάρουν. Ο κόσμος θα σιχαθεί τους πολιτικούς και θα τους πάρει με τις πέτρες. Θα γίνει κάτι και θα φανεί πως φταίει η Ελλάδα, τότε η Τουρκία θα το εκμεταλλευτεί..." Διαβάστε τις συγκλονιστικές προφητείες του γέροντα Παΐσιου που γίνονται σήμερα πραγματικότητα...

Γέροντας Παΐσιος: «…Θα έχετε κυβέρνηση και θα είναι σα να μην έχετε» «…θα σας δώσουν πολλά λεφτά και μετά θα σας βάλουν δυσβάσταχτους φόρους, αλλά δεν θα προλάβουν να τους πάρουν» «…ο κόσμος θα σιχαθεί τους πολιτικούς και θα τους πάρει με τις πέτρες»… «…θα γίνει κάτι και θα φανεί πως φταίει η Ελλάδα, τότε η Τουρκία θα το εκμεταλλευτεί…»

Πραγματική μαρτυρία προσκυνητή (από βιβλίο «Μαρτυρίες Προσκυνητῶν»):

Ὁ Γέροντας τὸ 1983 στὴ Σουρωτὴ εἶχε ἀναφέρει συγκεκριμένα: «Θὰ ἔρθει καιρὸς ποὺ θὰ ἀνεβαινοκατεβαίνουν κυβερνήσεις, θὰ ἐναλλάσσονται τὰ κόμματα, θὰ ἀνακαλοῦνται διατάγματα, θὰ ψηφίζονται νόμοι καὶ θὰ καταργοῦνται ἄλλοι, καὶ θὰ ἐπικρατεῖ σύγχυση καὶ ταραχή. Τότε, ὅμως, θὰ ἀντιδράσουν λίγοι πιστοὶ Χριστιανοὶ ἀλλὰ καὶ τὸ Κ.Κ.Ε..» (τον ΣΥΡΙΖΑ θα εννοούσε).

Μᾶς ἔκανε πολλὴ ἐντύπωση ἐκεῖνο πού εἶπε γιά τό Κ.Κ.Ε. καὶ γελάσαμε, θυμᾶμαι. Εἶπε, ἐπίσης, ὅτι ἐμεῖς θὰ τὰ βλέπαμε ὅλα αὐτὰ ἐνῶ ἐκεῖνος ὄχι. Και ακολουθούν τα γεγονότα. (βλ. βιβλίο «Μαρτυρίες Προσκυνητῶν», 5η Ἔκδοση, σελ.396-453, γιὰ τὰ ἐθνικὰ θέματα).

«…Κλείστηκα για βδομάδες ολόκληρες μέσα στην απεραντοσύνη της βιβλιοθήκης της Μονής Βατοπεδίου μελετώντας βυζαντινή λογοτεχνία και άλλα σπάνια αριστουργήματα. Κι εκεί, πρωτοάκουσα απο έναν άλλον παππούλη για έναν γέροντα με χαρακτηριστικά σύγχρονου Αγίου. Του γέροντα Παΐσιου. Οι περισσότεροι μοναχοί, όταν αναφέρονταν σε εκείνον, η μορφή τους άλλαζε απο την ευλάβεια και τον θαυμασμό που ένοιωθαν για κείνον.

Με τον πατέρα Ιωσήφ, η συναναστροφή είχε αρχίσει να γίνεται πραγματικά συναρπαστική. η θεματολογία των ατέρμονων συζητήσεών μας ήταν ασφαλώς η γαλήνια μορφή του Παισίου αφ ενός και τα …γραφόμενά του για τα μελλούμενα. Εκεί πρωτάκουσα για τις ρήσεις του περί Αντιχρίστου, για τις προφητείες του για τα ελληνοτουρκικά και – κυρίως – για τις συμφορές που περίμεναν την Ελλάδα!

Τα λόγια του ήταν σαν ήχος κεραυνού στο μυαλό μου, που κόντευε να εκραγεί κυριολεκτικά!
«Μα πως είναι δυνατόν παππούλη να γίνει μια παγκόσμια δικτατορία με τα σημερινά δεδομένα, όπως λές και όπως έλεγε κι ο Γέροντας Παΐσιος;» ρωτούσα με περισσή απορία, μιας και η στενομυαλιά μου δε με άφηνε να σκεφτώ πιο καθαρά, πιο ξάστερα.

Ο παππούλης χαμογελούσε, με ένα χαμόγελο όλο γαλήνη αλλά και συμπόνια απέναντι σε έναν νεαρό, που επειδή ήξερε πέντε γράμματα παραπάνω, νόμιζε πως μπορούσε και να διυλίσει και τον…κώνωπα.

«Μα δεν καταλαβαίνεις τις προθέσεις του; Δεν θα αναγκάσει ΚΑΝΕΝΑΝ να δεχτεί κανένα σφράγισμα παιδί μου! Τίποτε τρομαχτικό από αυτά που φαντάζεσαι. Θα το κάνει μέσω του ΧΡΗΜΑΤΟΣ. Το χρήμα θα εκλείψει απο τον κόσμο. Τα κράτη όλης της γής θα χρεοκοπήσουν και δεν θα έχουν χρήματα για να ταίσουν τους λαούς τους. Και τότε, οι τράπεζες που είναι όργανά του, θα δώσουν χρήματα στα κράτη και αυτά θα τον προσκυνήσουν ως μεγάλο ευεργέτη. Μέσω της τεχνολογίας θα σκλαβώσει τον κόσμο. Και δεν θα το κάνει με εξαναγκασμό. Εσύ μόνος σου θα πας να σκλαβωθείς. Θα πάρεις τις διάφορες τραπεζικές κάρτες για να κάνεις – υποτίθεται – τη δουλειά σου, ενώ θα κάνεις αυτό που θέλει αυτός. Θα σκλαβωθείς μόνος σου, για να εξακολουθείς να απολαμβάνεις τη ζωή που έχεις τώρα. Κατάλαβες;»

Ολα αυτά μου φαινόταν τρομερά υπερβολικά. δηλαδή δεν μπορούσα να κατανοήσω ακόμη το πώς θα μπορούσε κάποιος να σκλαβωθεί με τη …θέλησή του!

«Να πως θα γίνει… Σήμερα μαρκάρει όλα τα τρόφιμα που βλέπεις με το γραμμωτό κώδικα. Αυτός ο γραμμωτός κώδικας, που έχει και τους αριθμούς το ονόματός του, χωράει πολλές πληροφορίες για τα προιόντα. Πού κατασκευάστηκαν, απο ποιόν, απο ποιό κράτος, ποια παρτίδα, όλα όσα αφορούν το προιόν. Το ίδιο θα κάνει και για τον άνθρωπο. Θα τον καταντήσει έναν αριθμό. Εναν μοναδικό αριθμό, που να τον αναγνωρίζουν όλα τα κομπιούτερ της γής. Η Αγία Γραφή μας λέει πως θα «αναγκάσει». Δεν είναι έτσι ακριβώς. Εσένα σε ανάγκασε κανείς να βγάλεις αυτή τη τραπεζική κάρτα που έχεις; Οχι βέβαια! Μόνος σου πήγες και την έβγαλες, επειδή σε διευκολύνει για να βγάζεις τα λεφτά σου απο τη τράπεζα! Απλό δεν είναι; Ε, αυριο-μεθάυριο, αυτό που σου φαίνεται εσένα ως απλοικό, θα είναι αναπόφευκτο. Δεν θα σε υποχρεώνει κανείς να το κάνεις, αλλά αν δεν το κάνεις, δεν θα μπορείς να πάρεις εύκολα τα λεφτά σου, θα χρειάζεσαι μια διαδικασία που μπορεί να κρατήσει και βδομάδες! Γιατί όλα θα είναι αυτοματοποιημένα! Μέσω κομπιούτερ! Δεν θα υπάρχουν χαρτιά παρα μόνον αυτές οι κάρτες. εκεί μέσα θα σε έχουν μαρκάρει. Και μετά σιγά-σιγά, θα τις εξαφανίσουν τις κάρτες με τη δικαιολογία οτι μπορεί κάποιος να σου τις κλέψει και να σηκώσει τα λεφτά σου. Τότε, θα σου βάλουν το μαρκάρισμα στο χέρι σου ή στο μέτωπο. Το κεφάλι σου και το χέρι σου αποκλείεται να στο κλέψουν. Και αυτό θα είναι η ταυτότητά σου, ο αριθμός σου και ο λογαριασμός στην τράπεζά σου. Αυτό θα είναι όμως και το τέλος σου».
Ναί, ήταν ένα σενάριο που μπορούσα να το καταλάβω. Ενα σενάριο που «έστεκε». Αλλά και πάλι μου φάνταζε πολύ μακρινό, πέρα δηλαδή κι απ τον ίδιο ίσως τον 21ο Αιώνα, μιας και προϋπόθετε αλλαγές και μεταρρυθμίσεις τέτοιες, που θα απαιτούσαν πολλά χρόνια για να αφομοιωθούν από τις κοινωνίες των κρατών. Ενα σενάριο, που δεν έμοιαζε και τόσο σαν επιστημονική ή μεταφυσική φαντασία.

Και για την Ελλάδα;

"Την Ελλάδα παιδί μου την περιμένουν πολλά. Καλά και άσχημα. Οπως έλεγε κι ο μακαριστός γέροντας Παίσιος, η πατρίδα θα πεινάσει… Θα πέσει πείνα στην Ελλάδα, θα την εκβιάζουν για να προσκυνήσει… Εκείνες τις μέρες, θα της βάλουν φόρους τόσο δυσβάχταχτους, που δεν θα μπορεί να τους πληρώσει ο κόσμος… Ο Αγιος Κοσμάς ο Αιτωλός μας λέει οτι θα βάλουν φόρους και στα παράθυρα! Αλλά δε θα προλάβουν να τους πάρουν… Και μετά, το κεφάλαιο θα αποσυρθεί και θα πέσει πείνα στον κόσμο, χειρότερη απο αυτή που ζήσαμε στη Κατοχή… Ο γέροντας Παίσιος μας λέει πως για όλα θα φταίνε οι πολιτικοί και η ασέβεια που έχουν σε όλα (ανατριχιαστικό)… Ο κόσμος θα τους πάρει με τις πέτρες… Θα τους κυνηγάει κι αυτοί θα κρύβονται, γιατί αυτοί θα παραδώσουν τη πατρίδα μας στον Αντίχριστο… Ο κόσμος θα υποφέρει πολλά, αλλά δε θα κρατήσει για πολύ αυτό… Κάποιους μήνες… Μετά θα ξεκινήσει ο πόλεμος με τη Τουρκία που θα γίνει Παγκόσμιος… Και η Ελλάδα θα μεγαλουργήσει! Ολα αυτά θα γίνουν γρήγορα… Θα τα δεί η δική σου γενιά… Γι αυτό να προσεύχεσαι και να ζείς όπως πρέπει, ενάρετα…"

Τον άκουγα αμίλητος, συγκλονισμένος. Μα το μυαλό μου δεν μπορούσε να δεχτεί οτι όλα αυτά που μου έλεγε, θα μπορούσαν να γίνουν γρήγορα, τόσο γρήγορα που η δική μου γενιά θα τα ζούσε κιόλας! Η Ελλάδα ήταν μέλος της Ε.Ε., με ισχυρή οικονομία, παρ όλο που οι – όντως διεφθαρμένοι – πολιτικοί την απομυζούσαν! Πώς ήταν δυνατόν να ζήσει τέτοιες εφιαλτικές στιγμές στα καλά καθούμενα; Θα έπρεπε να μεσολαβήσουν κατακλυσμιαία γεγονότα, ανατροπές που θα θύμιζαν τη ρήση «Θα κατέβει ο ουρανός κάτω και η γή θα ανέβει επάνω»! Μπορούσαν να γίνουν τέτοια πράγματα;

Έφυγα απο το Άγιο Όρος, γεμάτος ερωτηματικά. Μάζεψα ό,τι βιβλίο βρήκα για τον γέροντα Παίσιο και τα ξεσκόνισα στη κυριολεξία! (και το απίστευτο του πράγματος, είναι και το οτι δεν ήμουν ο μόνος που το… έκανε! Ακολούθησε μετά από πολλά χρόνια και η ίδια η CIA την ίδια μέθοδο!)».

Κυριακή, 13 Μαΐου 2012

Το πρώτο σκαλί

Το πρώτο σκαλί
13 Μαΐου, 2012 — vatopaidifriend4
Εις τον Θεόκριτο παραπονιούνταν
μιά μέρα ο νέος ποιητής Ευμένης·
«Τώρα δυό χρόνια πέρασαν που γράφω
κ’ ένα ειδύλιο έκαμα μονάχα.
Το μόνον άρτιόν μου έργον είναι.
Αλλοίμονον, είν’ υψηλή το βλέπω,
πολύ υψηλή της Ποιήσεως η σκάλα·
και απ’ το σκαλί το πρώτο εδώ που είμαι
ποτέ δεν θ’ αναιβώ ο δυστυχισμένος».
Ειπ’ ο Θεόκριτος· «Αυτά τα λόγια
ανάρμοστα και βλασφημίες είναι.
Κι αν είσαι στο σκαλί το πρώτο, πρέπει
νάσαι υπερήφανος κ’ ευτυχισμένος.
Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι·
τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα.
Κι αυτό ακόμη το σκαλί το πρώτο
πολύ από τον κοινό τον κόσμο απέχει.
Εις το σκαλί για να πατήσεις τούτο
πρέπει με το δικαίωμά σου νάσαι
πολίτης εις των ιδεών την πόλι.
Και δύσκολο στην πόλι εκείνην είναι
και σπάνιο να σε πολιτογραφήσουν.
Στην αγορά της βρίσκεις Νομοθέτας
που δεν γελά κανένας τυχοδιώκτης.
Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι·
τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα».

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης

Τετάρτη, 9 Μαΐου 2012

ΠΩΣ ΕΙΔΕ Ο ΤΥΠΟΣ ΤΗΝ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΩΝ ΚΑΡΑΟΛΗ ΚΑΙ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

-

Αύριο, που θα΄ρθουν οι φωτεινές μέρες

θα πρέπει ν' αναρτήσουμε -οι ζωντανοί

απ' το λαιμό μας στολίδι

δίπλα από το χρυσό σταυρό μας

ένα μικρό ομοίωμα κρεμάλας

Θάναι χρυσό κι αυτό.

Και θα΄χει μια κλωστή θηλειά στην άκρη.

Θα το προσκυνάμε κι αυτό.

Κι όταν ξανακινδυνέψουν τα χώματά μας

θα προσκυνήσουμε το ομοίωμα

και δρασκελώντας την όχθη του φόβου

θα ρίξουμε γροθιά

στα μούτρα του Μήδου.

( Σπ. Παπαγεωργίου)

10 Μαίου 1956! Δυο λεβεντονιοί του νησιού μας κίνησαν για ν'ανταμώσουν την αθανασία. Ένα φως τους παρέσυρε τόσο γλυκά, με μιαν ακατάβλητη έλξη σ' αυτό το ταξίδι τους που γυρισμό δεν έχει. Μπροστά τους μόνο η αγχόνη και το ολόδροσο δέντρο της λευτεριάς, που άνθιζε και θέριευε. Γι΄αυτούς είχε αξία ο θάνατος, γιατί πέθαιναν για την Ελλάδα.

Κι ο δυνάστης το' ξερε καλά, γι΄αυτό έστησε τις αγχόνες, νομίζοντας πως θ' αλυσοδέσει τον ήλιο, πως θα κλείσει το στόμα τους που τραγούδαγε για λευτεριά κι Ελλάδα. Κι όμως, ξέχασε πως τούτη η γη είναι Ελληνική, κι οι Έλληνες ακούνε την καρδιά πιότερο απ' το μυαλό. Για τούτο και τ' αμούστακα παιδιά γίνανε ήρωες και βάψανε με το αίμα τους αυτή τη γη.

Καραολής και Δημητρίου! Οι πρώτοι αγωνιστές της Ε.Ο.Κ.Α., που τους χάραξαν το λαιμό με το σκοινί της αγχόνης. Στην πρώτη άνοιξη της νιότης τους, πάγωσε το χαμόγελό τους.

Γλυκιά η ζωή, κι όμως ενσυνείδητα, κάνοντας τη μελέτη του θανάτου, διάλεξαν το «ευ ζην», πιστεύοντας στην αφθαρσία και την αθανασία της ψυχής. Η αιωνιότητα τούς υποδέκτηκε, καθώς δρασκέλιζαν την όχτη της ζωής. Κείνη τη νύκτα την αξημέρωτη, που ζύγιζαν τα χρόνια τους με τις χαρές που ζήσανε, μας μακάριζαν, γιατί μας σκέφτονταν μπροστάρηδες κατάματα στο ήλιο στο μεγάλο πανηγύρι της λευτεριάς.

Κι ο ποιητής Κώστας Μόντης σιγοψιθυρίζει:

«Αδελφέ της αγχόνης

Τι μας έκανε αυτή η νύκτα

Τι μας πήρε και τι μας έδωσε!».

Ήταν Πέμπτη μετά το Πάσχα του 1956. Πάσχα των Ελλήνων αλησμόνητο, αφού αμαυρώθηκε από τη θηριωδία και κηλιδώθηκε από τον σαδισμό εκείνων που ήθελαν να επιδείξουν την πυγμή τους, για να επιβάλουν την τάξη.

Θρασύδειλοι νοσταλγοί της «Πάλαι ποτέ» κοσμοκράτειρας Βρετανικής Αυτοκρατορίας, πίστεψαν πως, οδηγώντας στην αγχόνη δυο λυγερόκορμους νιους, θα ανάγκαζαν τούτο τον υπέροχο λαό να ποδηγετηθεί. Δεν αντιλήφθηκαν ότι το άλυκο αίμα τούτων των Ελλήνων, θα πυροδοτούσε τόσες εκρήξεις λεβεντιάς, αυτοθυσίας, πατριδολατρίας και ιερής τρέλας.

Μιχαλάκης Καραολής και Ανδρέας Δημητρίου!

Δυο ονόματα τόσο δικά μας και τόσο αγαπημένα! Δυο βλαστάρια του νησιού μας, που μας καθοδηγούν στον δρόμο της τιμής και της λευτεριάς.

ΜΙΧΑΗΛ ΚΑΡΑΟΛΗΣ

Κάθε φορά που μνημονεύω

«Μιχαήλ Καραολής»,

νιώθω να φτερουγίζουν περιστέρια

στο μουντό ουρανό της Κύπρου

Σκεπάζουν του Μαγιού τα ρόδα

τ' αχνό χαμόγελο του νιού

που βάδισε

κρατώντας δάδα δικαιοσύνης.

Ο Χάροντας έσκυψε το κεφάλι

να διαβεί το παλληκάρι

που΄χε τον ήλιο στα μαλλιά,

τα μάτια αστραφτερά

και το τραγούδι της πατρίδας

στην καρδιά.

Ένας λαός κι η μάνα του

έκλαψαν περήφανοι

για το λεβεντονιό.

Όμως,

Μια βασίλισσα έχασε το θρόνο της τιμής.

Έτσι ύμνησε πριν από λίγα χρόνια, τον Μάιο του 2001, τη θυσία του Μιχαλάκη Καραολή, η αγωνίστρια της Ε.Ο.Κ.Α., ποήτρια Κλαίρη Αγγελίδου.

Ο Μιχαλάκης Καραολής γεννήθηκε στο Παλαιχώρι το 1934. Απόφοιτος της Αγγλικής Σχολής Λευκωσίας, εργαζόταν στο Γραφείο Φόρου Εισοδήματος. Στη σύντομη ζωή του διακρινόταν για την ευαισθησία, τη φιλομάθεια, την ευσέβεια, το ήθος και τον πλούσιο ψυχισμό του. Καταδικάστηκε σε θάνατο στις 28 Οκτωβρίου 1955 για τον φόνο του αστυνομικού Πουλλή, ενός πράκτορα των Άγγλων, άνκαι δεν ήταν αυτός που διέπραξε τον φόνο, αλλά άλλος συναγωνιστής του.Μετά την καταδικαστική απόφαση του δικαστηρίου, που βασίστηκε σε Τούρκους μάρτυρες, το Ελληνικό Ραδιόφωνο στις 15 Νοεμβρίου χαρακτήρισε αυτούς τους μάρτυρες ως «ανθρωπόμορφα τέρατα θανάτου», που λόγω της φιλοχρηματίας τους κατηγόρησαν «αυτόν τον σεμνόν νέον».

Γι' αυτό το παλληκάρι, ο ποιητής Κώστας Μόντης έγραψε το πιο κάτω ποίημα:

«Μην πάρετε οποιαδήποτε φωτογραφία του.

Υπάρχει μια όταν ήταν δεκαέξι χρονών

-στα χείλη το χαμόγελο των δεκαέξι χρονών-

Στα μάτια μια πρωινή πόρτα χωριού που άνοιγε.

Υπάρχει στο δωμάτιό του

μια φωτογραφία με την πρώτη του χρωματιστή γραβάτα.

Γύρω τριγύρω μεταξωτό πλαίσιο,

Κεντημένο από την αδελφή.

Αυτή ταιριάζει. Έτσι ήταν ξανά όταν πέθανε,

Αυτό το ίδιο τραγούδι τραγουδούσε

Χωρίς ίχνος ενδιάμεσης αλλαγής

Ούτε καν απ' την αγχόνη».

Ο άλλος ήρωάς μας της 10ης Μαίου του 1956, ο Ανδρέας Δημητρίου, γεννήθηκε στον Άγιο Μάμα Λεμεσού και βρισκόταν σε στρατιωτική βάση στο Βαρώσι. Καταδικάστηκε σε θάνατο στις 30 Ιανουαρίου του 1956, γιατί πυροβόλησε και τραυμάτισε τον Άγγλο έμπορο Σίντνευ Τέιλορ στο Βαρώσι. Τα τελευταία λόγια του Δημητρίου στο δικαστήριο ήταν αυτά:

«Λυπάμαι που δε θα δω την Κύπρο μας ελεύθερη. Όμως, δε με φοβίζει ο θάνατος, γιατί η ζωή είναι περιττή μέσα στη σκλαβιά. Γεια σας».

Μετροφυλλώντας τις εφημερίδες της εποχής, την Ελευθερία, τον Φιλελεύθερο, το Έθνος, τη Χαραυγή, την Κύπρο, το Φως, τις Αγγλικές CYPRUS MAIL, TIMES OF CYPRUS και άλλες, συλλαμβάνουμε την αδημονία του Κυπριακού Ελληνισμού μα και της παγκόσμιας κοινής γνώμης, που ευαισθητοποιήθηκε για την τύχη των δυο μαχητών της λευτεριάς.

Μετά την απόφαση του κυβερνήτη της Κύπρου Σερ Τζων Χάρντιγκ να μη δώσει χάρη στους δυο θανατοποινίτες, οι αντιδράσεις του λαού κορυφώνονται, εκκλήσεις για χάρη και ψηφίσματα συμπαράστασης καταφθάνουν από όλο τον κόσμο.Στην ίδια την Αγγλία επικρίνουν την αποικιακή πολιτική. Η επίσημη θέση της Αγγλικής κυβέρνησης ήταν: «Η ενέργεια του Χάρντιγκ επιδοκιμάζεται, ενώ ταυτόχρονα η Αγγλική κυβέρνηση δηλώνει αδυναμία της να επέμβει στις αποφάσεις του κυβερνήτη της Κύπρου».

Οι αποικιοκράτες στο νησί τρέμουν, φοβούνται αντίποινα, κινητοποιούν ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις για προστασία, παίρνουν δρακόντεια μέτρα. Παρόλα αυτά ο κόσμος ελπίζει ότι θα μετατραπεί η ποινή. Ότι οι θύτες δε θα προχωρήσουν στο ανόσιο έργο τους. Ότι ο ανθρωπισμός θα επικρατήσει.

Μα αλίμονο. Ο ίδιος ο Καραολής δήλωσε στη μητέρα του: «Θα εκτελεστώ την Πέμπτη». Όπως είπαν οι συγγενείς του, ο Καραολής, όταν τον επισκέφτηκε η μητέρα του, ήταν ήρεμος και ψύχραιμος και προσπαθούσε να εμψυχώσει τη μητέρα και τις αδελφές του.

Μετά το οιχτρό συμβάν ένα μαύρο πέπλο πένθους, οργής, πόνου, αγανάκτησης, αποφασιστικότητας και συγκίνησης κάλυψε τη μεγαλόνησο. Οι Καραολής και Δημητρίου έγιναν τα παιδιά όλου του Ελληνισμού κι όλες οι μάνες τούς θρήνησαν σαν δικά τους παιδιά.

Πώς άντεξαν οι ηρωομάνες το χαμό των παιδιών τους;

Η μάνα του Καραολή λιποθύμησε και η αδελφή του έμεινε σε αφασία μια μέρα, ενώ οι συγγενείς του Δημητρίου αναλύθηκαν σε «γοερούς θρήνους».

Κείνες τις μέρες τα μάτια της πολιτισμένης ανθρωπότητας ήταν στραμμένα στους δυο αγωνιστές μας. Ενώθηκε ο κόσμος όλος γύρω στο κελί τους. Ένιωθε τους κραδασμούς της ψυχής τους και προσευχόταν για τη σωτηρία τους.
Σ'όλες τις εφημερίδες πουθενά δεν συναντούμε τη λέξη απαγχονισμός αλλά εκτέλεση. Πουθενά δεν αναφέρει ότι τούτα τα παλληκάρια ήταν μαχητές της Ε.Ο.Κ.Α., για ευνόητους λόγους. Τους ονομάζει νεαρούς Κυπρίους.

Την Τετάρτη, 9 Μαίου 1956, οι πηχυαίοι τίτλοι των εφημερίδων αναγγέλλουν το δυσάρεστο γεγονός:

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ: «Ο Κυβερνήτης απέρριψε τας αιτήσεις χάριτος των Μ. Καραολή και Α. Δημητρίου».

Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ: «Ο Κυβερνήτης αποφάσισεν όπως εκτελεσθεί η θανατική ποινή των Μιχαήλ Σάββα Καραολή και Ανδρέα Δημητρίου».

ΧΑΡΑΥΓΗ: «Θα εκτελεστεί ο Καραολής».

ΕΘΝΟΣ: «Η Αίτησις Χάριτος των Καραολή και Δημητρίου απερρίφθη και ούτοι θα εκτελεσθούν αύριον Πέμπτην».

TIMES OF CYPRUS " THE FIRST TWO HANGINGS".

CYPRUS MAIL " THE LAW MUST TAKE ITS COURSE".

H εφημερίδα «ΦΩΣ» της ίδιας μέρας, στην τελευταία ώρα αναφέρει ότι τριάντα εργατικοί βουλευτές, ανάμεσά τους και πρώην υπουργοί έστειλαν τηλεγράφημα από τη Βουλή των Κοινοτήτων προς τον Κυβερνήτη της Κύπρου Σερ Τζων Χάρντιγκ για απονομή χάριτος.

Να τι λέει το τηλεγράφημα:

«Προτρέπομεν όπως ανασταλεί εκτέλεσις Καραολή και Δημητρίου προς πρόληψη μεγαλυτέρας πικρίας...".
Όμως, ο απαγχονισμός των δυο παλληκαριών δεν συγκίνησε μόνο τον Ελληνισμό της Μεγαλονήσου μας αλλά και όλους τους Έλληνες της Οικουμένης. Στην Αθήνα, το Δημοτικό Συμβούλιο αποφάσισε να στήσει ανδριάντες για τους δυο μάρτυρες της κυπριακής ελευθερίας και να μετονομάσει την οδό Λουκιανού, μπροστά από την Αγγλική Πρεσβεία σε οδό Καραολή -Δημητρίου. Επίσης, η Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος αποφάσισε να παραχωρήσει συντάξεις εφ' όρου ζωής στις μητέρες των δυο ηρώων.

Στο Μπάρι, τριάντα Έλληνες σπουδαστές έκαναν απεργία πείνας για μια μέρα, και έξω από το Πανεπιστήμιο έβαλαν πινακίδα με την επιγραφή: «Όταν οι Έλληνες έκτιζον τον Παρθενώνα, οι Άγγλοι έζων εντός σπηλαίων».

Όπως φάνηκε από τα δημοσιεύματα, ο τύπος , κυπριακός και ξένος, έδωσε μεγάλη κάλυψη στο γεγονός του απαγχονισμού των δυο πρώτων παλληκαριών της Ε.Ο.Κ.Α. από τους Άγγλους.Τα παλληκάρια αυτά με το χριστιανικό ήθος, γαλουχημένα με την ελληνική παράδοσή μας, έμειναν άκαμπτα και απροσκύνητα. Τα λόγια και οι επιστολές τους είναι μνημεία θάρρους, αλτρουισμού και απέραντης αγάπης για την Ελλάδα και την Κύπρο μας.
Με τον τίτλο «Τελευταία Νύκτα», ο Καραολής γράφει το «κύκνειο άσμα» του:

Έχε γεια γλυκειά πατρίδα

Δουλωμένο μου νησί

Τρανή που΄χεις και μεγάλη

Την αδούλωτη ψυχή


Έχετε γεια λαγκάδια

Κάμποι, βουνά, βρυσούλες

Έχετε γεια Κυπριόπουλα

και σεις Κυπριοπούλες.

Επίσης, την παραμονή της εκτέλεσής του έγραψε το τελευταίο του γράμμα στον θείο του Δαμιανό Καμένο, ένα ιδιαίτερα συγκινητικό κείμενο αποχαιρετισμού:

«Με απόλυτον ψυχικήν γαλήνην σας απευθύνω τον λόγον του υστάτου αποχαιρετισμού, χωρίς όμως να αποκρύπτω την πικρίαν που μου επροκάλεσεν η στέρησις μιας αποχαιρετιστηρίου επισκέψεως εκ μέρους των πλέον στενών τουλάχιστων συγγενών. Ελπίζω ότι όλοι θα κρατήσουν την ψυχραιμίαν των και ότι το κουράγιο δε θα λείψει.Αν είναι κάτι που με στεναχωρεί είναι ότι δεν τα κατάφερα να γίνω εκείνο που ήθελα διά τους γέρους γονείς μου και τ' αδέλφια μου. Ας είναι όμως. Ο Θεός ας είναι γι'αυτούς και για όλους σας βοηθός και υπερασπιστής, κραταιός προστάτης και πονετικός πατήρ».

Και καταλήγει η επιστολή:

«Ούτε το θάρρος, ούτε οι ελπίδες μας εγκαταλείπουν, η δε ψυχική μου γαλήνη είναι ακμαιοτάτη. Χαίρετε, λοιπόν, και είθε ο Πανάγαθος Θεός να χαρίσει εις όλους σας κάθε ευτυχίαν.

Σε φιλώ και πάλιν θερμά

Μιχαλάκης»



Ο Ανδρέας Δημητρίου, ως μελλοθάνατος έζησε μαρτυρικές στιγμές μαζί με τον Καραολή. Γι'αυτό έγραψε στον Άγγλο διοικητή των κεντρικών φυλακών, ανακοινώνοντάς του την απαράδεκτη στάση των στρατιωτών:

«Διά της παρούσης έρχομαι να σας πληροφορήσω ότι από δυο νύκτες τώρα δεν μπόρεσα να κοιμηθώ και δυο ημέρας δεν μπόρεσα να φέρω τον νουν μου από τους συνεχείς θορύβους τους οποίους προκαλούν οι στρατιώτες, οι οποίοι το κάνουν επίτηδες υπό την συνεχή υποστήριξιν του λοχία τους».

Τελικά, υποβάλλει τη δραματική έκκληση:

« Επιταχύνετε την εκτέλεσίν μου, για να απαλλαγώ από τις βάρβαρες ενοχλήσεις».

Οι Δημητρίου και Καραολής απαγχονίστηκαν μέσα σε μια κορύφωση διαμαρτυριών κι έναν πρωτοφανή ψυχικό συγκλονισμό, όχι μονάχα του Ελληνισμού αλλά και ολάκερης της φιλελεύθερης ανθρωπότητας για την επονείδιστη, τη βάρβαρη και βάναυση πράξη των Άγγλων αποικιοκρατών.
Γράφει ο μεγάλος Albert Camus για τον Μιχαήλ Καραολή:

«Εδώ και λίγες εβδομάδες η επαναστατημένη Κύπρος έχει αποκτήσει τον ήρωά της στο πρόσωπο του νεαρού Μιχάλη Καραολή, που καταδικάστηκε σε θάνατο με τη μέθοδο απαγχονισμού. Στο ευτυχισμένο αυτό νησί όπου γεννήθηκε η Αφροδίτη, οι άνθρωποι πεθαίνουν σήμερα- και μάλιστα με τρόπο φρικιαστικό. Για μια ακόμη φορά, η ταπεινή διεκδίκηση ενός λαού που παρέμεινε για χρόνια βουβή και αναχαιτίστηκε μόλις θέλησε να εκδηλωθεί, ξεσπά τώρα σε εξέγερση.Τώρα σήμανε η ώρα για τους μάρτυρες που, ακούραστοι όπως και οι κατακτητές, κατορθώνουν να κάνουν γνωστή σ' έναν αδιάφορο κόσμο τη διεκδίκηση ενός λαού που τον ξέχασαν όλοι εκτός απ' τον εαυτό του». Και τελειώνει το κείμενό του με τον τίτλο «Αποδώστε την Κύπρο στον Καραολή» με την πιο κάτω έκκληση:

«Η Βρετανική Κυβέρνηση έχει την ευκαιρία να εξοπλίσει με μια πιθανότητα επιτυχίας τις συζητήσεις που έχουν ήδη αρχίσει, με το να σεβαστεί τη ζωή του νέου καταδίκου».

Τα δυο παλληκάρια μας αντάμωσαν τη λευτεριά. Μέθυσαν τις καρδιές μας με το γλυκό νέκταρ της ψυχής τους. Στα βήματα τα ιερά των δυο αυτών Ελλήνων, π' ανάψανε της λευτεριάς τη δάδα, περπάτησαν μια ατέλιωτη στρατιά αγωνιστών της Ε.Ο.Κ.Α., μερικοί από τους οποίους άφησαν τη στερνή πνοή τους στο ίδιο σκοινί της αγχόνης και τάφηκαν στις φυλακές δίπλα στους τάφους των Καραολή και Δημητρίου. Μπροστά μας κάθε 10 του Μάη αιωρούνται οι αγχόνες των ηρωομαρτύρων μας Μιχαλάκη Καραολή και Ανδρέα Δημητρίου, και με σφιγμένη την καρδιά ακολουθούμε τον ποιητή που μας καλεί.
Ελάτε ν΄αναπνεύσουμε λευτεριά

εκεί που άφησαν την τελευταία τους πνοή.

Ελάτε ν' ακουμπήσουμε τη ματιά μας

στο γαλάζιο κομμάτι τ' ουρανού

που προβάλλει απ' το σιδηρόφρακτο παράθυρο,

εκεί που ακουμπήσανε το τελευταίο τους βλέμμα

κι αφήσανε τόσο φως

να πλημμυρίζει τον ουρανό μας.


Πηγές: Οι Εφημερίδες της Εποχής

Παρασκευή, 4 Μαΐου 2012

Ο παππούς Χατζηφλουρέντζος από τη Μηλιά Αμμοχώστου.

Της Ζήνας Λυσάνδρου Παναγίδη
Φιλολόγου

Αφορμή για το παρόν άρθρο, μου έδωσε μια συνέντευξη του Μητροπολίτη Μόρφου κ. Νεοφύτου στο ιστολόγιο των φίλων της Μονής Βατοπαιδίου για τον παππού τον Παναή του Ιλαμιού από τη Λύση. Ο παππούς ο Παναής είναι αγαπημένος μου, από τότε που νεαρή καθηγήτρια εργαζόμουν στη Λάρνακα και τον επισκεπτόμαστε στο προσφυγικό του σπιτάκι στους Αγίους Αναργύρους, όπου ζούσε μαζί με τα αδέλφια του, τον παππού Βασίλη και την Τρυφωνού.

Όμως, εκείνο που δεν ήξερα για τον παππού τον Παναή είναι ότι ήταν φίλος με τον παππού Χατζηφλουρέντζο, από τη Μηλιά της Αμμοχώστου, που τον ήξερα από τον καιρό που ήμουν στο Γυμνάσιο Λευκονοίκου. Μιλώντας με τον Άγιο Μόρφου μου είπε ότι έχει γραφτεί βιβλίο για τον Χατζηφλουρέντζο από μαρτυρίες δικών του ανθρώπων, και μου υποσχέθηκε να μου το φέρει. Όμως, ο πόθος μου να διαβάσω γι’ αυτόν τον άνθρωπο ήταν τόσο μεγάλος, που το ίδιο απόγευμα ο πατέρας της γειτόνισσάς μου, μου είπε ότι το έχει σε φωτοτυπία. Την επομένη μου το έφερε και το διάβασα απνευστί.

Η χαρά μου ήταν απερίγραπτη, διαβάζοντας για έναν άγιο άνθρωπο που είχαμε την τύχη να τον γνωρίσουμε.. Θυμάμαι ότι ο θεολόγος μας ο κ. Παρασκευάς Παρασκευά τότε, και πατήρ Παρασκευάς σήμερα, μας μιλούσε γι’ αυτόν τον άγιο άνθρωπο που ερχόταν συχνά με το ποδήλατό του στο Γυμνάσιό μας για να τον δει και να μιλήσει μαζί του για θεολογικά θέματα. Θυμάμαι πόσο απλά ήταν ντυμένος, με ρούχα φτωχικά, σαν ρακένδυτος ζητιάνος έμοιαζε, αλλά η μορφή του ήταν οσιακή, ασκητική, σαν τους ασκητές της ερήμου, έτσι ψηλόλιγνος που ήταν με την ατημέλητη λευκή γενειάδα του και το μαύρο μαντίλι στο κεφάλι. Μόλις τον βλέπαμε, σαν να μας καθήλωνε με την αυστηρότητα της μορφής του.

Θυμάμαι μια σκηνή που εμείς οι μικρές μαθητριούλες της Α΄ή Β΄Γυμνασίου τότε, σχολάγαμε, και έξω από το Γυμνάσιό μας τον συναντήσαμε να έρχεται με το ποδήλατό του σκυφτός και σκεφτικός. «Ώρα καλή», μας είπε, όπως συνήθιζε. Τότε, εμείς, τον χαιρετήσαμε με σεβασμό: «Χαίρετε» του είπαμε, κι εκείνος μας απάντησε με πολλή αγάπη: «Χαίρετε, λένε μόνο στην Παναγία». Φαινόταν να μη νοιάζεται για τον κόσμο τούτο, ότι ήταν δοσμένος στον ουρανό.
Ξέραμε ότι έμενε στο μοναστήρι της Παναγίας της Αυγασίδας, λίγο έξω από το χωριό του. Ξέραμε, επίσης, ότι ήταν ένας άνθρωπος του Θεού που προσευχόταν νυχθημερόν. Ως εδώ. Εξάλλου, τότε δεν ξέραμε για γέροντες, ήμασταν και μικρά κοριτσάκια, δεν πολυκαταλαβαίναμε από τέτοιες καταστάσεις.

Αυτή, λοιπόν, η εικόνα του παππού Χατζηφλουρέντζου, έμεινε καταχωνιασμένη στη μνήμη μου και κάποιες φορές την ανέσυρα, μέχρι τώρα που διάβασα γι’ αυτόν στη συνέντευξη του Πανιερωτάτου, τον οποίο και ευγνωμονώ γι’ αυτή την ευκαιρία να μάθω για έναν άγιο που ζούσε μαζί μας στα χωριά μας, αλλά οι περισσότεροι δεν είχαμε ιδέα για τον θησαυρό που κρυβόταν πίσω από την ατημέλητη εμφάνιση.

Ομολογώ ότι διαβάζοντας γι’ αυτόν τον άγιο άνθρωπο, που ο κόσμος τον κοροΐδευε, τον ειρωνευόταν και τον έλεγε «τρελό», που τον αντιμετώπιζε περίπου ως γραφικό και θρησκόληπτο, κι ακόμα ίσως ενοχλητικό για πολλούς, συγκλονίστηκα από τα χαρίσματά του που επιμελώς τα απέκρυβε, και κυρίως από την προορατική του δύναμη. Όταν όλοι ανησυχούσαν το 1964 για μια ενδεχόμενη εισβολή της Τουρκίας, αυτός έβλεπε καθαρά ότι οι Τούρκοι θα έρθουν αργότερα κι εμείς θα φύγουμε, ενώ εκείνος θα έμενε. «Θα μαυροφορήσει όλη η Κύπρος και θα γυρεύετε την πιο μικρή σπηλιά, την πιο μικρή τρύπα να τρυπώσετε. Θα γίνει μεγάλο κακό στην Κύπρο. Εσείς θα φύγετε, εγώ όμως θα μείνω».
Σε άλλη περίπτωση τους ανέφερε: «Οι Τούρκοι θα έρθουν, αλλά δεν θα έρθουν τώρα, μετά θα έρθουν και θα πάρουν την Κύπρο τη μισή». Πραγματικά, είχε πληροφορίες πολλές από την Παναγία, όπως πληροφορήθηκε και για τον θάνατό του, στις 10 Οκτωβρίου 1969.

Εκείνο, όμως, που κέρδισα, διαβάζοντας γι’ αυτόν τον όσιο Γέροντα είναι η βεβαιότητα ότι θα επιστρέψουμε πίσω στον τόπο μας, όταν μετανοήσουμε και έρθουμε πιο κοντά στον Θεό. Εξάλλου, το είπε ξεκάθαρα στους δικούς του: «Και τότε θα αφήσετε τα σπίτια σας όπως είναι και θα φύγετε. Θα πέφτετε ο ένας πάνω στον άλλο, χωρίς να πειράζει όμως ο ένας τον άλλον. Μετά ο κόσμος θα αμαρτήσει. Θα αργήσετε λίγο να έρθετε πίσω. Όταν θα έρθετε πίσω, τότε θα είναι τα κλάματά σας. Τότε θα δώσει νόηση στον κόσμο ο Θεός, να καταλάβει τον δρόμο τον ορθό ποιος είναι. Πολλοί Τούρκοι από τα έργα τα καλά, θα γίνουν χριστιανοί. Ο κόσμος θα περπατά με το κεφάλι σκυφτό. Η Κύπρος θα ελευθερωθεί από μόνη της, χωρίς να τη βοηθήσει κανένας».
Σε κάποια άλλη ευκαιρία, τόνισε τα εξής: «Θα έρθει μια ώρα που θα τρέχετε σαν τις καμήλες, θα φοβάστε να κοιτάξετε πίσω σας. Εκεί που θα πάτε, θα νομίζετε πως πήγατε στο πανηγύρι. Ούτε θα πεινάσετε ούτε θα διψάσετε. Πολλά κράτη θα ενδιαφερθούν, αλλά οι Τούρκοι θα είναι ανένδοτοι. Όμως, θα έρθει η ώρα που θα ξαναρθείτε στα σπίτια σας. Την ώρα αυτή που θα έρθετε, θα πέσετε κατά γης, θα ταπεινωθείτε».
Και συνέχισε, απαντώντας στον γιο του Αντωνή: «Θα έρθετε. Θα το θελήσει η Παναγία και θα έρθετε, αλλά σας το ξαναλέω ότι θα ταπεινωθείτε, θα πέσετε καταγής. Ο Θεός γνωρίζει πότε θα σας ελευθερώσει, όταν θα είσαστε εντάξει μεταξύ σας».

Με εντυπωσίασε κάτι που είπε στον μεγαλύτερο γιο του: «Το χωριό μας μια μέρα θα δοξαστεί…Θα δοξαστεί το όνομα του Κυρίου». Αυτή η πρόβλεψη μού δημιουργεί πολλές σκέψεις. Ίσως θα πρέπει να περιμένουμε θαύματα από αυτόν τον άγιο άνθρωπο του θεού, που υπέμενε τους χλευασμούς και απαντούσε με προσευχή για τους υβριστές να τους ελεήσει ο Θεός, λέγοντας στον πατέρα Παρασκευά, τον θεολόγο μας: «Τον Χριστό τον κοροΐδευαν πάνω στον σταυρό αλλά και παντού, και όμως είναι ο Σωτήρας του κόσμου».
Στον ιερέα π. Αντρέα, τον νεαρότερο του χωριού, μια Κυριακή του 1968, είπε μετά το τέλος της θείας λειτουργίας: «Παπά, σύντομα θα μείνουν πολλές εκκλησιές ανοικτές και θα μπαίνουν κοπάδια μέσα».
Ένα στοιχείο από τη ζωή του που με στεναχώρησε είναι που του απαγόρευσαν από την Αρχιεπισκοπή να κοιμάται μέσα στην εκκλησία του μοναστηριού της Παναγίας της Αυγασίδας, όπως του υπέδειξε, όπως φαίνεται, η ίδια η Παναγία. Έτσι, του πήραν τα κλειδιά της εκκλησίας και κοιμόταν έξω από τον ναό. Όμως, από τη στενοχώρια του «δεν έπαιρνε ούτε φαΐ ούτε νερό, και ήταν εξαντλημένος». Έτσι, με το ζόρι τον πήγαν στο σπίτι για να τον περιποιηθούν. Όταν ήταν έξω από την εκκλησία, μόνο ένας Τουρκοκύπριος τον επισκέφτηκε και προθυμοποιήθηκε να του πάρει ό,τι χρειαζόταν, αλλά αυτός του ζήτησε μόνο νερό
Δεν θα μπορούσα να παραλείψω το οσιακό τέλος του Γέροντα αυτού που από τις 25 Σεπτεμβρίου μέχρι τις 10 Οκτωβρίου που μακαρίστηκε, δεν έβαλε τροφή στο στόμα του, παρά μόνο τρία κουταλάκια τσάι, μετά από πολλές πιέσεις, για να τους κάνει το χατίρι. Η μόνη αξίωση που είχε από τα παιδιά του ήταν να τον πάρουν στο μοναστήρι να κάνει μπάνιο μέσα στο αγίασμα, γιατί ήξερε ότι ήρθε η ώρα του.

Γι’ αυτό ζήτησε από τον γιο του τον Αντωνή να του φέρει το κλειδί της Αυγασίδας από τον πατέρα Ανδρέα, ο οποίος, παρόλο που είχε ρητές εντολές από την Αρχιεπισκοπή να μην το δώσει το κλειδί, τελικά του το πήγε ο ίδιος, όπως διέταξε ο παππούς, λέγοντας: «Έλα Χατζή και σου το έφερα και ό,τι θέλεις να μου πεις να σου το κάνω». Τότε, ο παππούς του ζήτησε να το αφήσει μέσα στην κούπα με το νερό. Μετά από λίγο σκούπισε το κλειδί και είπε με τη χαμηλή κι αδύνατη φωνή του στον ιερέα: «Δάσκαλε, εγώ δεν μπορούσα να πάω και να μην πάρω το κλειδί τούτο. Αυτό είναι το κλειδί της Κύπρου». Είναι και αυτή μια φράση που δεν μπορούμε να την καταλάβουμε, όμως σίγουρα δεν έλεγε ποτέ άστοχα λόγια.
Στις 9 Οκτωβρίου, του Αγίου Ανδρονίκου, τον μετάφεραν στη μονή της Παναγίας της Αυγασίδας που τόσο επιθυμούσε και πέρασε τη νύκτα ξαπλωμένος μπροστά από την εικόνα της Παναγίας. Το πρωί τον κοινώνησαν και του έκαναν Άγιο Ευχέλαιο. Μόλις τελείωσε το Άγιο Ευχέλαιο μπήκε μέσα στην εκκλησία ο γιος του Γιακουμής που είχε πάει στην Αγγλία για θεραπεία και ο παππούς τους είπε να του τηλεφωνήσουν να έρθει και δεν έχει τίποτε. «Ο παππούς τότε έκανε να τον αγκαλιάσει, πέρασε το χέρι πάνω από τον ώμο του, και όπως το προείπε ξεψύχησε, αφού περίμενε να δει τον γιο του. Ήταν το πρωινό της Παρασκευής, 10 Οκτωβρίου του 1969».

Ο θεολόγος μας πατήρ Παρασκευάς, τότε είπε στον επικήδειό του: «Έχει έναν Άγιο η Μηλιά…»

Έγραψα αυτό το κείμενο για να μοιραστώ τη συγκίνηση που ένιωσα, διαβάζοντας για έναν σύγχρονο Γέροντα, που έμαθε σαν άλλος Μακρυγιάννης λίγα γράμματα σε μεγάλη ηλικία για να διαβάζει τα θρησκευτικά βιβλία, που έζησε ζωή πολύ ασκητική, ζωή μεγάλης εγκράτειας, νηστείας, προσευχής και αγρυπνίας. Η μεγάλη αγάπη του στον Χριστό και η αφοσίωσή του στην Παναγία μας, τον έκαναν άνθρωπο μεγάλης άσκησης και πνευματικού αγώνα, που προφήτευε τα μέλλοντα και με την όλη βιοτή του έγινε πρότυπο χριστιανού. Γι’ αυτό και οι σύγχρονοί του δεν μπορούσαν να τον καταλάβουν και τα σοφά λόγια του τους φαίνονταν εξωπραγματικά.

Επιπλέον, νιώθω ότι εδώ έχουμε το παράδειγμα ενός πολύ πνευματικού ανθρώπου που ζούσε μέσα στον κόσμο, απέκτησε έξι παιδιά, κι όμως έγινε σκεύος εκλογής του θεού, έγινε Άγιος. Έτρωγε πολύ λίγο, λίγα χόρτα και ψωμί, μαζί με φρούτα, κοιμόταν ελάχιστα, και εργαζόταν πολύ. Μάλιστα, βοηθούσε και τους άλλους στις δουλειές τους αμισθί. Όσο ζούσε, ένιωθε θλίψη για την απομάκρυνση του κόσμου από τον Θεό, ενώ ο ίδιος είχε το πένθος της μετάνοιας και την αίσθηση ότι ήταν αμαρτωλός. Γι’ αυτό και είχε συνέχεια δάκρυα και συμβούλευε τους ανθρώπους και στα γύρω χωριά να μετανοήσουν και να έρθουν κοντά στον Χριστό. Κυρίως, τόνιζε σε όλους να πηγαίνουν την Κυριακή στη Θεία Λειτουργία, ενώ ο ίδιος καθημερινά καθάριζε τις εκκλησίες και βοηθούσε με προθυμία τους ιερείς στα καθήκοντά τους.
Ας έχουμε την ευλογία του παππού Χατζηφλουρέντζου, αυτού του Αγίου της Μηλιάς και ας πιστέψουμε στα λόγια του ότι θα μας λυπηθεί ο Θεός και θα γυρίσουμε πίσω στα σπίτια μας. Φτάνει να ακολουθούμε τον δρόμο του θεού και να αγαπούμε τον άλλο άνθρωπο.
Αιωνία η μνήμη του!