Πέμπτη, 28 Μαρτίου 2013


Ελεύθεροι κατακτημένοι

IMG_1304Δεν θα πω για τους άλλους. Λίγο με ενδιαφέρει η ποιότητα και η στάση τους σε τέτοιες στιγμές. Ούτε και περίμενα καλύτερη αντιμετώπιση. Όσο και να τους βρίσω, χαϊδεύω τα αυτιά μας και τίποτα δεν αλλάζει. Θα πω για εμάς, και συγχωρήστε με:
Έρχεται η μέρα που η μάσκα τραβιέται βίαια. Η μέρα που το αληθινό μας πρόσωπο φανερώνεται, θέλουμε-δεν θέλουμε, αφτιασίδωτο και τρομακτικά αληθινό. Πρέπει να το κοιτάξουμε, είναι θέμα ζωής και θανάτου. Πρέπει να το ρωτήσουμε, να μας πει ποιοι είμαστε. Γιατί μόνο αυτό γνωρίζει.
Γυρνάμε απότομα, για να αντικρίσουμε μια τρύπα στον καθρέφτη. Πού απουσιάζει το πρόσωπό μας; Το ξεχάσαμε σε μικρά, ταπεινά, εγκαταλελειμμένα σπίτια, στη σκόνη χαμηλών, πλίνθινων ερειπίων, στους τάφους αγράμματων, ακατέργαστα σοφών παππούδων. Εκεί αφήσαμε θαμμένες τις αληθινές καλημέρες, τη συγκίνηση των στίχων, την αλληλεγγύη των ανθρώπων και ότι πολύτιμο δεν μετριέται σε χρήμα. Έκτοτε, προχωρήσαμε στον «σύγχρονο κόσμο» απρόσωποι, γυμνοί, παλεύοντας να κρατήσουμε το νήμα της ύπαρξής μας άκοπο, μέσα σε εποχές δύσκολες, μέσα σε ένα τοπίο που δεν μας μοιάζει.
Γίναμε αρχοντοχωριάτες, επενδύοντας στα χειρότερα χαρακτηριστικά των δύο συνθετικών της λέξης. «Έχω γάμο», λέγαμε και στεκόμασταν καλοντυμένοι σε γκαζόν ξενοδοχείων, με φακελάκια στα χέρια, χωρίς αληθινή, από καρδιάς ευχή. «Και οι γάμοι μας, τα δροσερά στεφάνια και τα δάχτυλα, γίνουνται αινίγματα ανεξήγητα για την ψυχή μας». Ούτε αινίγματα, ούτε τίποτε. Όλα απαντημένα, όλα πεζά. Μεγάλα και άδεια. Απομείναμε αναίσθητοι μπροστά στο ιερό, ζώντας ένα γυαλιστερό, αντιαισθητικό, άχαρο, ανέραστο, ανίερο, ξοδεμένο παρόν. Χωρίς μνήμη, χωρίς όνειρο, διαζευγμένοι από το είναι μας.
Τα καλύτερα παιδιά μας τα πουλήσαμε. Τα αφήσαμε να σπαταλούν τη ζωή τους σε λογιστικά βιβλία, σε γραφεία εταιρειών, σε άψυχους λογαριασμούς. Τα κάναμε σκλάβους με τίτλους διευθυντικού στελέχους. Τα ταΐσαμε χρήματα, τα σπουδάσαμε χρήματα, τα μάθαμε να σκέφτονται χρήματα, να υπηρετούν χρήματα, να ονειρεύονται χρήματα, να παντρεύονται χρήματα, να γεννάνε χρήματα, να είναι χρήματα. Μιλούν άπταιστα τα χειρότερα Αγγλικά (αυτά της δουλειάς) και άθλια τα καλύτερα Ελληνικά (τα Κυπριακά). Όταν τα χρήματα λείψουν, από πού θα κρατηθούν;
Αντικαταστήσαμε το γλέντι στην πλατεία του χωριού με το σκυλάδικο. Τον έρωτα με το στριπτιζάδικο. Τα αναγκαία για την επιβίωση, με ένα τζιπ γεμάτο άχρηστα ψώνια. Τον ελεύθερο χρόνο με την υπερωρία. Κάναμε το παιγνίδι των παιδιών υπερπαραγωγή, σε πάρτι γενεθλίων κατά παραγγελία. Ξεχάσαμε ποια είναι τα βασικά συστατικά της ύπαρξής μας, ως ατόμων και ως κοινωνίας, αντικαθιστώντας τα με ότι μάς γυάλισε στη βιτρίνα. Γίναμε ότι μας έπεισε ο διαφημιστής, η τηλεόραση ή το περιοδικό να γίνουμε. Καταντήσαμε οπαδοί ομάδων, φανατικοί, με μαχαίρια και μίσος. Έφηβος, προτού σιχαθώ όλες τις ομάδες εξίσου, ήμουν με την Ομόνοια. Μια μέρα που έπαιζε με το ΑΠΟΕΛ, αρρώστησε ο τυμπανιστής των αντιπάλων. Ήρθαν στην άλλη κερκίδα και μου ζήτησαν να πάω στη δική τους, για να παίξω το τύμπανο. Πήγα ευχαρίστως.
Πέρασε ο καιρός, αλλάξαμε. Ξεχάσαμε. Χωριστήκαμε σε κόμματα και τα ψηφίσαμε τυφλά, διχαστήκαμε με τρόπο αταίριαστο στην ιστορία και την παράδοσή μας. Σε μια σταλιά τόπο, λέγαμε «οι άλλοι». Πήραμε τα χειρότερα χαρακτηριστικά της Ελλάδας και τα κάναμε αξιώματα.
Να πάει στο καλό τέτοιος εαυτός, να μην ξανάρθει. Καθόλου μην τον κλάψουμε, καθόλου μη μας λείψει. Στον αγύριστο!
Πέρασαν χρόνια. Το κορίτσι από τις Φιλιππίνες έκλαιγε κρυφά στο κρεβάτι του για το παιδί και τη μάνα που άφησε για να σερβίρει καφέ τον κύριο Πάμπο, που έγινε σερ, για να σιδερώνει τα ακριβά βρακιά της κυρίας Αντρούλλας, που έγινε μάνταμ. Η κοπέλα θα γυρίσει φτωχή στο Μπάγκιο Σίτι ή στη Μανίλα. Θα αγκαλιάσει τη μάνα της, θα φιλήσει το παιδί της. Εμείς, πού επιστρέφουμε;
Τι μένει όταν ο σερ και η μάνταμ, έκπληκτοι, χάνουν το αυτοκίνητο, την υπηρέτρια, το λούσο και το σπίτι τους; Τι κρατιέται αναλλοίωτο μέσα στον χρόνο, κάτω από την επιφάνεια που βουλιάζει; Πού ακριβώς βρίσκεται ανεξίτηλα χαραγμένος ο βαθύς Χαρακτήρας που μας επιτρέπει, όταν όλα αλλάζουν, να λέμε ακόμη «Εμείς»;
Μπορούμε σήμερα να αποφασίσουμε ξανά, ο καθένας για τον εαυτό του και όλοι μαζί, ποιοι είμαστε. Τι είναι σημαντικό και τι όχι. Τι αξίζει να προσπαθήσουμε μέχρι τέλους. Ποια λόγια αξίζει να πούμε προτού φύγουμε, πώς αξίζει να σταθούμε και απέναντι σε τι, προτού πεθάνουμε. Κι αυτό, μπορούμε να το κάνουμε, ακόμη και νηστικοί, άνεργοι και άστεγοι. Ήταν όμως αδύνατον να το κάνουμε χορτάτοι και υποταγμένοι, με έναν εαυτό-καταναλωτή, εξαρτημένο και ευχαριστημένο.
Μείναμε σε σκηνές, στο ύπαιθρο, για χρόνια. Χάσαμε για πάντα τα σπίτια, τα χωριά και τις ζωές μας. Περιμέναμε κάθε μέρα, για χρόνια, αγνοούμενους που δεν γύρισαν. Για δεκαετίες, ακούγαμε αεροπλάνο και στρέφαμε έντρομοι τα μάτια στον ουρανό. Χιαστί ταινίες στα παράθυρα, μη σπάσουν από τον βομβαρδισμό που μπορούσε ανά πάσα στιγμή να ξαναρχίσει. Τα παιδιά που έβγαλαν το σχολείο διαβάζοντας με το κερί στα αντίσκηνα, χειμώνες στη σειρά, βρίζονταν στην Ελλάδα από τους Ελλαδίτες, γιατί τους έτρωγαν τις θέσεις στα πανεπιστήμια. Η Μεγάλη Μαμά τίποτα δεν κατάλαβε. Κι ακόμη δεν καταλαβαίνει. Γιατί, μπορεί η Κύπρος να είναι ελληνική, όμως, πόσο λίγο κυπριακή είναι η Ελλάδα! Πόσο λίγο ελληνική είναι η Ελλάδα!
Επιτρέψαμε στους μικρούς πολιτικούς ενός αδύναμου και απροστάτευτου τόπου, να συμπεριφέρονται σαν άρχοντες αυτοκρατορίας. Να υπηρετούν κόμματα και τσέπες, σαν να μην υπάρχει απειλή, κίνδυνος και γκρεμός, σαν να είναι αδύνατον από τη μια μέρα στην άλλη να γίνουμε μπουκιά στο στόμα κροκοδείλων. Είδαμε τα τρυφερά, αγνά χαμόγελα των παιδιών του Απελευθερωτικού Αγώνα να χρησιμοποιούνται από βάρβαρους, απαίδευτους «πατριώτες» με ξυρισμένα κεφάλια, φαλακρούς «απ’ έξω κι από μέσα». Ζήσαμε την αδικία, την απώλεια, την εγκατάλειψη. Τα ξέρουμε όλα, τα είδαμε όλα, τα ζήσαμε όλα. Τώρα θα φοβηθούμε;
Όταν κλαίγαμε το ’74, κλαίγαμε για τα σπίτια μας. Σήμερα θα κλάψουμε για τις επαύλεις μας; Τότε, κλαίγαμε για το χωριό μας. Θα κλάψουμε σήμερα για την τράπεζα; Τότε, για τους τάφους των γονιών μας. Σήμερα για τα χρέη μας; Τότε, για τις ζωές μας. Σήμερα για τις δουλειές μας; Δεν νομίζω…
Η κοινωνία μας, αυτή η διαλυμένη, πιέζοντας ασταμάτητα την όποια επίσημη πολιτική ηγεσία, αλλά και πέρα απ’ αυτήν, θα αναπτύξει μηχανισμούς στήριξης των ανέργων, θα φροντίσει τα παιδιά της. Όχι από ελεημοσύνη. Από αλληλεγγύη. Και με τη γνώση πως, αν ο διπλανός δεν ζει καλά, κανείς δεν ζει καλά. Γιατί, ότι ποτέ μας κράτησε σ’ αυτόν τον τόπο, ήταν ένας ιδιόμορφος, ποιητικός, παράλογα ωραίος κοινωνικός ιστός, που αυτοπροστατεύεται και που μας προστατεύει. Αυτός είναι που ανάγκασε τους βουλευτές να πουν, για μια έστω στιγμή, «Όχι».
Το «Όχι» της Κυπριακής Βουλής, είναι σημαντικότερο απ’ ότι κάποιοι χαιρέκακοι μπορούν να υποψιαστούν. Κι ας επιστρέψει η Βουλή εκλιπαρώντας τους Τροϊκανούς, κι ας πέσει στα γόνατα, κι ας τους γλύψει τα πόδια, μετά. Κι ας χάσουμε περισσότερα. Γιατί, για μια στιγμή έστω, έμοιασε η Δημοκρατία να έχει νόημα, ένα νόημα ξεχασμένο εδώ και δεκαετίες. Έμοιασαν, έστω και για μια στιγμή, οι εκπρόσωποι να εκπροσωπούν πράγματι. Η στιγμή καταγράφεται και μένει, δημιουργώντας προηγούμενο, παρά την όποια κατάληξη. Και το γεγονός πως το προηγούμενο δημιουργήθηκε από μισή μερίδα τόπο, αγαπητοί λογικοί λογιστές, το κάνει ακόμη σημαντικότερο. Τίποτα «δικό σας» δεν θα μείνει ποτέ στην Ιστορία, να σηματοδοτεί, να καθορίζει, ή έστω να θυμίζει κάτι υπαρξιακά σημαντικό. Αφήστε μας να το χαρούμε. Δεν μας προσφέρονται συχνά τέτοιες χαρές.
Αυτό το «Όχι», φαίνεται να είχε και χειροπιαστά αποτελέσματα: Εκτός από τη δυνατότητα μη φορολόγησης των μικροκαταθετών, εκτός από το χρονικό περιθώριο που έδωσε για τη νομοθετική ρύθμιση του περιορισμού των συναλλαγών και τη δημιουργία Ταμείου Αλληλεγγύης, που μπορούν να παίξουν σημαντικά θετικό ρόλο στο μέλλον, έδωσε και τη δυνατότητα, έστω σπασμωδικά, έστω την τελευταία στιγμή, έστω με απογοητευτικό αποτέλεσμα, να μετρηθούν οι δυνάμεις και οι «φιλίες», τόσο της Κύπρου, όσο και της Ελλάδας. Βοήθησε να καθαρίσει το τοπίο, να τελειώσουμε με ψευδαισθήσεις, να καταλάβουμε ξανά το πόσο μόνοι είμαστε, το πόση ευθύνη έχουμε. Θα ήμασταν αφελείς αν πιστεύαμε πως με ένα «Ναι» θα σώζαμε κάτι, ας πούμε τη Λαϊκή Τράπεζα ή την Κύπρου (αλήθεια, πόσο «δική μας» μπορεί να είναι μια τράπεζα;) και μαζί τις δουλειές, ή τους κόπους μιας ζωής που τους εμπιστευτήκαμε. Ξέρουμε καλά πως ότι έμεινε εκτεθειμένο (το γιατί είναι μια άλλη κουβέντα, που ελπίζω πως θα γίνει), ούτως ή άλλως, και με τα «Ναι» και με τα «Όχι», θα κατασπαραχθεί.
Δυστυχώς, δεν ήταν δυνατόν να υπάρχει “plan B”. Θα ήταν αδύνατον να έχει εκπονηθεί από ανθρώπους της γενιάς μου και της προηγούμενης, από ανθρώπους βουτηγμένους στην κατανάλωση, στο εφήμερο, στο συμφέρον, στο νεοπλουτισμό και στο τίποτε, μια πολιτική που να έχει βάθος και σοβαρότητα. Κι όμως, αυτοί οι άνθρωποι, χωρίς δικλίδες ασφαλείας, χωρίς λογική, είπαν ενστικτωδώς “Όχι”. Έστω και για μια στιγμή. Ένα “Όχι” καταστροφικό και λυτρωτικό μαζί, που εσείς, αγαπητοί Ελλαδίτες μνημονιακοί, πολιτικοί και δημοσιογράφοι, με πρόσχημα το καλό μας, δεν θα πείτε ποτέ. Θα προτιμήσετε να καταστραφούμε εξίσου, λέγοντας “Ναι”.
Οι Κύπριοι προσφυγοποιούμαστε ξανά στην ίδια μας την πατρίδα. Χάνουμε ξανά τη ζωή όπως τη χτίσαμε, όπως νομίζουμε πως τη διαλέξαμε, όπως νομίσαμε πως μας ανήκει. Και φοβόμαστε. Είναι ανθρώπινο. Όμως, τι πραγματικά φοβόμαστε; Ότι θα πεινάσουμε; Πεινάσαμε και παλιότερα. Ότι θα κρυώσουμε; Κρυώσαμε χρόνια. Ότι θα μείνουμε μόνοι; Πάντα μόνοι ήμασταν. Ότι θα πονέσουμε; Από πόνο άλλο τίποτε… Ότι θα μας κατακτήσουν; Πάντα κατακτημένοι υπήρξαμε.
Θα τα καταφέρουμε, το ξέρουμε καλά! Γιατί, τελικά, δεν φοβόμαστε τίποτε. Γιατί, τελικά, το μόνο που φοβόμαστε, είναι το υποχρεωτικό κοίταγμα στον καθρέφτη. Το μόνο που μας φοβίζει, είναι το μόνο που πραγματικά έχουμε: το αληθινό μας πρόσωπο. Ας το ξεθάψουμε, ας το θυμηθούμε, ας το κοιτάξουμε. Ενώ όλοι, φίλοι και εχθροί, μας αγριοκοιτάζουν, ενώ η μάσκα μας πέφτει νεκρή, αυτό θα μας χαμογελάσει.
Πηγή:alkinoos.gr

Παρασκευή, 22 Μαρτίου 2013


Το Ποιητικό Έργο της Ευρυδίκης Περικλέους Παπαδοπούλου
Της Ζήνας Λυσάνδρου Παναγίδη
Φιλολόγου,MSc
Δημοτική Βιβλιοθήκη Στροβόλου
21 Μαρτίου 2013

«Κάθε φορά που μιλώ για τον ήλιο, νιώθω να μπερδεύεται στο στόμα μου ένα ολοκόκκινο τριαντάφυλλο» έγραψε ο Ελύτης.

Κι εγώ προσθέτω, παραφράζοντας τον αγαπημένο ποιητή:
«Κάθε φορά που μιλώ για την Ευρυδίκη Περικλέους Παπαδοπούλου, μου έρχεται στο μυαλό η ρήση του Μενάνδρου:

«Ως χαρίεν έστ’ άνθρωπος, αν άνθρωπος η».
Καταρχάς, δηλώνω ότι η Ευρυδίκη για μένα είναι ένας πνευματικός άνθρωπος με εξαίρετο ήθος, σεμνότητα, γλυκύτητα, ευαισθησία, ποιότητα και αρχοντιά ψυχής, σπάνια ευγένεια, έμφυτη, κι ένα τάλαντο που είναι «Θεία Δωρεά». Την Ευρυδίκη τη γνώρισα στα πρώτα νιάτα μας, όταν ήμουν καθηγήτρια των παιδιών της στο Λύκειο Ακροπόλεως, και υπήρξε σε εκείνα τα χρόνια της προσφυγιάς μας μια αδελφική φίλη που πάντα θα την αγαπώ και θα τη θαυμάζω.

 Την ποίησή της τη γνώρισα πιο πριν, όταν, όντας συνεργάτης του ραδιοφώνου του ΡΙΚ, σε εποχές που ζητούμενο ήταν η ποιότητα και η άνοδος της πνευματικής στάθμης του λαού μας, έγραφα κείμενα για την Κύπρο μας και την ιστορία της, και τα διάνθιζα με ποιήματα συμπατριωτών μας.

Τότε έπεσε στα χέρια μου η πρώτη ποιητική συλλογή της «Κι η Κερύνεια μια ανοικτή πληγή» που εκδόθηκε το 1982, και εγκωμιάζει την αγαπημένη πόλη, αλλά ταυτόχρονα συμβολίζει όλη την κατεχόμενη γενέθλια γη μας. Ομολογώ ότι με συνεπήρε η ευαισθησία της και με ταξίδεψε με τα φτερά του λυρισμού της στην πόλη του Πράξανδρου. Από τότε μαγεύτηκα, ένιωσα ότι έχω να κάνω με μια σπουδαία ποιήτρια, που μέσω των στίχων της μεταλαμπαδεύει τις αρετές της ψυχής της, τα πιστεύω της, τις αξίες που πρεσβεύει, ντυμένες με το πέπλο της αγάπης, της ευαισθησίας, της ανθρωπιάς και της καλοσύνης, δοσμένες σε μια πλούσια και πολύ εκφραστική γλώσσα.

Αξίζει να τονιστεί ότι από την πρώτη στιγμή συνειδητοποίησα την επιρροή που είχε ο Κώστας Μόντης στην ποιητική της πορεία. Σταματώ στις επαναλήψεις, όταν αναθυμάται εκείνο τον μαύρο Ιούλη:

«Πατρίδα,
δεν είμαστε μάνες τούτο τον Ιούλη,
δεν είμαστε Παναγιές».
«Δε γινόταν αλλιώς, πατρίδα,
Θάνατος στα είκοσί τους χρόνια.
Ήταν λύση αυτή;
Ήταν διέξοδος αυτή;»(Σελ.32)

Αναντίλεκτα, την Ευρυδίκη Περικλέους Παπαδοπούλου  απασχολεί η έλλειψη θρησκευτικής πίστης. Βλέπει τον λαό μας να απομακρύνεται από τον Θεό:
«Τότε δε γράφαμε, Πατρίδα,
Τότε νοσταλγούσαμε χωρίς Θεό.
……………………………..
Τότε δειπνούσαμε χωρίς Σταυρό
Με ζωή να ζητά συγχώριο".

Η ποιήτρια, έχοντας υπόψη της ότι «Καιρός του σπείρειν, καιρός του θερίζειν», ότι δηλ. «καιρός παντί πράγματι», με λίγα λόγια, μετά το σκοτάδι, έρχεται το φως, μετά τη Μεγάλη Παρασκευή, έρχεται η Ανάσταση, σκορπά την αισιοδοξία, γιατί πιστεύει ακράδαντα

«πως τούτ’ η θλίψη
δε θα κρατήσει πολύ.
…τούτη η θλίψη δεν μπορεί
να κρατήσει για πάντα».(Σελ.40)

Θα ήθελα να σταθώ στη στροφή που όλα αυτά τα χρόνια τριγυρνά στο μυαλό μου:

«Πατρίδα         
Μύρισε Κερύνια απόψε η σκέψη,
Μύρισε πατρικό σπίτι
κι αναλαμπές καρδιών,
μύρισε αυλή και τριαντάφυλλο». (Σελ.44)

Η συλλογή «Κι η Κερύνια μια ανοικτή πληγή» τελειώνει με κάποιους στίχους- γνωμικά:

«Πατρίδα,
δεν το κατάλαβες
πως δε βολεύεται
τούτη η Κερύνια όπως κι όπως;
Δεν ανέχεται να τη βολεύουν
όπως κι όπως;». (Σελ.46)

Συμπερασματικά, στην πρώτη ποιητική συλλογή της Ευρυδίκης Περικλέους Παπαδοπούλου, μάς εντυπωσιάζει η πληθώρα των λυρικών εξάρσεων, των ποιητικών εικόνων και μεταφορών, των επαναλήψεων, η συντομία και η επιγραμματικότητα, οι αντιθέσεις, τα αγωνιώδη ερωτήματα, ο στιβαρός, επιβλητικός λόγος, γεμάτος με μεγαλοπρέπεια. Η γλώσσα είναι η πανελλήνια δημοτική, εκτός κάποιων ιδιωματισμών.

Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2013


Ορθοδοξία και Ελλάδα



moisis Γράφει ο μοναχός Μωυσής, Αγιορείτης
Δεν επιτρέπεται να ντρεπόμαστε που γεννηθήκαμε Έλληνες. Άλλοι θα πρέπει να ντρέπονται. Παρά τα λάθη συνανθρώπων μας δεν παύουμε να έχουμε μία πανάρχαιη ιστορία, έναν άφθαστο πολιτισμό, μία αγιοτρόφο ορθοδοξία.
Ο φιλοσοφικός στοχασμός, η ωραία γλώσσα, η τέχνη, η ποίηση έφθασαν στα ύψη. Η αγάπη για την ελευθερία, ο σεβασμός του άλλου, το φιλάρετο και φιλόκαλο χαρακτήριζαν τους Έλληνες. Η εδραίωση δημοκρατικών θεσμών, το άγιο φιλότιμο, η θεολογία του προσώπου, η πανευφρόσυνη ορθοδοξία. Ασφαλώς και δεν θα πρέπει να κομπορρημονούμε στις δάφνες του ιερού παρελθόντος, αλλά θα πρέπει να συνεχίζουμε την ηρωοτρόφο και αγιοτρόφο παράδοση.
Η αρχαία ελληνική φιλοσοφία και η ορθόδοξη πίστη έδωσαν την αγαστή ελληνορθοδοξία. Ο Σωκράτης έλεγε πως τιμιότερο από τους γονείς είναι η πατρίδα. Ο στρατηγός Μακρυγιάννης στα αξιοθαύμαστα «Απομνημονεύματά» του έλεγε πως γλυκύτερο πράγμα από την πατρίδα και τη θρησκεία δεν υπάρχει. Αγάπη στην πατρίδα και την πίστη συμπορεύονται. Ποτέ η πίστη δεν υπερέχει της πατρίδας. Η ορθοδοξία δεν είναι ελληνική αλλά οικουμενική. Η αγάπη στην πατρίδα δεν γίνεται για τον χριστιανό σοβινισμός, εθνικισμός, ρατσισμός, φανατισμός και μισαλλοδοξία. Η ζωντανή ιερή παράδοση του έθνους οδηγεί σε συνέχιση ιερών και ωραίων αγώνων.
Η παράδοση αυτή είναι τίμια, εμπνευσμένη, αντιατομιστική, δημιουργεί ενότητα, ήθος και μόνιασμα. Η ορθοδοξία παρεξηγήθηκε πολύ και κακομεταχειρίστηκε. Η ορθοδοξία στην καθαρή της μορφή υπήρξε πάντοτε παράγοντας ισχυρής ενότητος, ειρήνης, αγάπης και συμφιλιώσεως. Η ορθοδοξία δημιουργεί ολοκληρωμένες προσωπικότητες, ηθικά αναστήματα, ώριμους ανθρώπους. Δίνει βαθύ νόημα ζωής, υπομονή, καρτερικότητα και ελπίδα. Το ορθόδοξο ήθος είναι υγιές, ισόρροπο, διακριτικό και νηφάλιο. Δεν αντιμάχεται βίαια, απειλητικά και εχθρικά. Η ελληνορθοδοξία είναι πηγή ανεφοδιασμού ανανεώσεως και μεταμορφώσεως. Οδηγεί σε ετοιμότητα, εγρήγορση και ηρωισμό.
Ελλάδα και ορθοδοξία είναι πολύτιμες δυνάμεις. Απομακρύνουν από τον πολύ και ψυχρό ορθολογισμό την ανιαρή ανία. Ο ελληνισμός έχει τη γενναιότητα της σκέψης και της ζωής του Σωκράτη, του Πλάτωνα και του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Η ορθοδοξία προβάλλει τη σοφία των αγίων Τριών Ιεραρχών και των μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας. Ελλάδα και ορθοδοξία σήμερα δέχονται ισχυρό πόλεμο να περιορισθούν, να απομονωθούν, να σωπάσουν. Δεν είναι καιρός για δειλή σιωπή και φυγή. Θα πρέπει να γίνουμε πιο συνειδητοί πιστοί. Να αυξηθούν οι φιλέλληνες. Να γίνουν φιλέλληνες οι ίδιοι οι Έλληνες. Στη σημερινή κρίση είναι απαραίτητες οι παρούσες σκέψεις και όχι σ’ επιστροφή στο μυθικό δωδεκάθεο. Ας αγαπήσουμε εγκάρδια την ορθοδοξία και την Ελλάδα.
Καλή Σαρακοστή!
Πηγή.makthes.gr

Σάββατο, 16 Μαρτίου 2013


Πολύτιμος Χρόνος Των Ώριμων


1036_o_portrait_of_m__rio_de_andradeΈνα βαθιά αισιόδοξο μήνυμα, για όλους (νεότερους και ωριμότερους)!*
Από τον Mario de Andrade (Ποιητή, συγγραφέα, δοκιμιογράφο και μουσικολόγο από τη Βραζιλία).
«Μέτρησα τα χρόνια μου και συνειδητοποίησα, ότι μου υπολείπεται λιγότερος χρόνος ζωής  απ’ ότι έχω ζήσει έως τώρα…
Αισθάνομαι όπως αυτό το παιδάκι που κέρδισε μια σακούλα καραμέλες: τις πρώτες τις καταβρόχθισε με λαιμαργία αλλά όταν παρατήρησε ότι του απέμεναν λίγες, άρχισε να τις γεύεται με βαθιά απόλαυση.
Δεν έχω πια χρόνο για ατέρμονες συγκεντρώσεις όπου συζητούνται, καταστατικά, νόρμες, διαδικασίες και εσωτερικοί κανονισμοί, γνωρίζοντας ότι δε θα καταλήξει κανείς πουθενά.
Δεν έχω πια χρόνο για να ανέχομαι παράλογους ανθρώπους που παρά τη χρονολογική τους ηλικία, δεν έχουν μεγαλώσει.
Δεν έχω πια χρόνο για να λογομαχώ με μετριότητες.
Δε θέλω να βρίσκομαι σε συγκεντρώσεις όπου παρελαύνουν παραφουσκωμένοι εγωισμοί.
Δεν ανέχομαι τους χειριστικούς και τους καιροσκόπους.
Με ενοχλεί η ζήλια και όσοι προσπαθούν να υποτιμήσουν τους ικανότερους για να οικειοποιηθούν τη θέση τους, το ταλέντο τους και τα επιτεύγματα τους.
Μισώ, να είμαι μάρτυρας των ελαττωμάτων που γεννά η μάχη για ένα μεγαλοπρεπές αξίωμα. Οι άνθρωποι δεν συζητούν πια για το περιεχόμενο… μετά βίας για την επικεφαλίδα.
Ο χρόνος μου είναι λίγος για να συζητώ για τους τίτλους, τις επικεφαλίδες.
Θέλω την ουσία,  η ψυχή μου βιάζεται…Μου μένουν λίγες καραμέλες στη σακούλα…
Θέλω να ζήσω δίπλα σε πρόσωπα με ανθρώπινη υπόσταση.
Που μπορούν να γελούν με τα λάθη τους.
Που δεν επαίρονται για το θρίαμβό τους.
Που δε θεωρούν τον εαυτό τους εκλεκτό, πριν από την ώρα τους.
Που δεν αποφεύγουν τις ευθύνες τους.
Που υπερασπίζονται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια
Και που το μόνο που επιθυμούν είναι να βαδίζουν μαζί με την αλήθεια και
την ειλικρίνεια.
Το ουσιώδες είναι αυτό που αξίζει τον κόπο στη ζωή.
Θέλω να περιτριγυρίζομαι από πρόσωπα που ξέρουν να αγγίζουν την καρδιά των ανθρώπων…
Άνθρωποι τους οποίους τα σκληρά χτυπήματα της ζωής τους δίδαξαν πως μεγαλώνει κανείς με απαλά αγγίγματα στην ψυχή.
Ναι, βιάζομαι, αλλά μόνο για να ζήσω με την ένταση που μόνο η ωριμότητα μπορεί να σου χαρίσει.
Σκοπεύω να μην πάει χαμένη καμιά από τις καραμέλες που μου απομένουν…Είμαι σίγουρος ότι ορισμένες θα είναι πιο νόστιμες απʼόσες έχω ήδη φάει.
Σκοπός μου είναι να φτάσω ως το τέλος ικανοποιημένος και σε ειρήνη με τη συνείδησή μου και τους αγαπημένους μου.
Εύχομαι και ο δικός σου να είναι ο ίδιος γιατί με κάποιον τρόπο θα φτάσεις κι εσύ…»

Πέμπτη, 14 Μαρτίου 2013


Ιβάν Τουργκένιεφ (1818-1883)
12 Μαρτίου 2013
Πολιτισμός / Μορφές   Διδάκτωρ Φιλοσοφίας του Πανεπιστήμιου Αθηνών, Καθηγητής Μ.Ε. Δημήτρης Μπαλτάς 
Turgeniev
Ο Ιβάν Τουργκένιεφ σε ελαιογραφία του Ιλιά Ρέπιν, 1876. (πηγή: wikipedia)
Συμπληρώνονται φέτος 130 χρόνια από τον θάνατο του Ρώσσου συγγραφέα Ιβάν Σεργκέγιεβιτς Τουργκένιεφ (Тургенев, Иван Сергеевич). Έτσι το παρόν σημείωμα είναι αφιερωμένο στην μνήμη του.
Ο Ιβάν Τουργκένιεφ γεννήθηκε στο Οριόλ στις 28 Οκτωβρίου 1818 και πέθανε κοντά στο Παρίσι στις 3 Σεπτεμβρίου 1883.
Είναι βέβαιο ότι η οικονομική του άνεση τον βοήθησε να σπουδάσει στήν Αγ. Πετρούπολη και στο Βερολίνο, να ταξιδέψει στο εξωτερικό και να ζήσει αρκετά χρόνια στο Παρίσι, και ασφαλώς να δημοσιεύσει χωρίς προβλήματα όλα τα έργα του. Επίσης είναι προφανές ότι έζησε μία ζωή αρκετά διαφορετική από την αυτήν που έζησε ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, με τόν οποίο, ειρήσθω εν παρόδω, δεν είχε ποτέ καλές σχέσεις. Αλλά ο Τουργκένιεφ βρέθηκε σε ρήξη και με τον άλλον γίγαντα της Ρωσσικής Λογοτεχνίας, τον Λέοντα Τολστόι.
Μεταξύ των έργων του Τουργκένιεφ ξεχωρίζουν, κατά την γνώμη μου, «Το ημερολόγιο ενός περιττού ανθρώπου» (1850), «Τα σημειώματα ενός κυνηγού» (1852), «Πατέρες και παιδιά» (1862), ο «Ρούντιν» (1856), ο «Καπνός» (1867) και ο«Χερσότοπος» (1877).
Στα περισσότερα εξ αυτών ο Τουργκένιεφ ασχολείται με κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα της Ρωσσίας, αν και παρακολουθούσε τις εξελίξεις σ’ αυτήν εκ του μακρόθεν, καθώς και με ζητήματα των ανθρωπίνων σχέσεων. Γενικώς θεωρείται ότι ενώ η νεολαία ανταποκρινόταν θετικά στις προσεγγίσεις του Τουργκένιεφ, η ρωσσική Intelligentsia διέκειτο, πολλές φορές, προς αυτές αρνητικά.
Τα περισσότερα έργα του Τουργκένιεφ έχουν μεταφραστεί στήν ελληνική. Αλλά στο επετειακό σημείωμά μου προτίμησα να αναφερθώ σε δύο αφηγήματα του Τουργκένιεφ τα οποία είναι δύσκολο, νομίζω, να βρει πλέον ο αναγνώστης.
Το πρώτο εξ αυτών είχε μεταφρασθεί υπό την επιγραφή «Προ της λαιμητόμου» και είχε εκδοθεί σε μετάφραση Σπ. Φραγκόπουλου από την «Φιλολογική κυψέλη» στην Αθήνα. Καταγράφει μία δημόσια εκτέλεση ενός καταδίκου, ενώ στο τέλος του αφηγήματος ο Τουργκένιεφ διερωτάται: «Με ποίον δικαίωμα παρέχονται θεάματα τοιαύτα;». «Διατί να διατηρούνται βάρβαρα μεσαιωνικά έθιμα;» (σ. 58). Και τέλος: «Που είναι ο περίφημος εκείνος «ηθικός σκοπός» των θανατικών εκτελέσεων, τον οποίον τόσες φορές διέψευσαν τα γεγονότα;» (σ. 59).
Το δεύτερο αφήγημα επιγράφεται «Σενίλια» (= γεροντικά) και είχε εκδοθεί σε μετάφραση Ελ. Κυριακίδου το 1954 στήν Αθήνα. Εδώ ο αναγνώστης θα δει μία διαφορετική γραφή του Τουργκένιεφ, ο οποίος εκφράζει την αγάπη του για την Ρωσσία (σσ. 17-20), ισχυρίζεται ότι «η αγάπη είναι πιο δυνατή και από τον θάνατο» (σ. 26), μιλάει για την «αηδία που προξενεί η αυταρέσκεια» (σ. 49), ενώ καταθέτει την άποψη ότι «ένα τέτοιο πρόσωπο, ένα πρόσωπο που μοιάζει μ’ όλα τα ανθρώπινα πρόσωπα είναι το πρόσωπο του Χριστού» (σ. 59).
Ανεξαρτήτως των πολιτικών τοποθετήσεων του που πολλές φορές δεν είναι σαφείς, της ρήξεώς του με τους μεγάλους της Ρωσσικής Λογοτεχνίας, του κοσμοπολιτισμού του που δεν συνδυάζεται πάντοτε με την ορθή γνώση των ρωσσικών πραγμάτων, ακόμη και του ασταθούς χαρακτήρα του, ο Ιβάν Τουργκένιεφ κατατάσσεται αναμφιβόλως μεταξύ των σπουδαίων της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Τρίτη, 12 Μαρτίου 2013


Λόγιες φράσεις στην ελληνική: ο μη γένοιτο, έπεα πτερόεντα, τι μέλλει γενέσθαι, επί τον τύπον των ήλων

Η χρήση αρχαϊστικών φράσεων σε ποικίλα γλωσσικά και εξωγλωσσικά συμφραζόμενα της σύγχρονης λαλιάς, στα χείλη ατόμων ενός κάποιου μορφωτικού επιπέδου ή και στις συζητήσεις απλών ανθρώπων, μολονότι έρχονται από το απώτατο παρελθόν, εντούτοις διατηρούν ανέπαφη τη ζωντάνια και τη δύναμή τους

Είναι γνωστό ότι ένας σημαντικός αριθμός φράσεων έχει διατηρηθεί ως σήμερα στην κοινή νεοελληνική μας γλώσσα. Οι φράσεις αυτές - οι οποίες χρησιμοποιούνται φυσικά και αυθόρμητα στον καθημερινό λόγο, προφορικό και γραπτό - προέρχονται είτε από την αρχαία είτε από τη βυζαντινή είτε από τη λόγια γλωσσική μας παράδοση, και μάλιστα τις συναντούμε σ' ένα ευρύ φάσμα γλωσσικών χρήσεων μέσα σε διάφορα συμφραζόμενα, που εξακτινώνονται από το ανάλαφρο και ατημέλητο ύφος των καθημερινών συζητήσεων μέχρι το επίσημο και σοβαρό ύφος των δημοσιογραφικών άρθρων και δοκιμίων. Έτσι, ακούμε και διαβάζουμε συχνά: έπεα πτερόεντα, δώρον άδωρον, ο μη γένοιτο, τι μέλλει γενέσθαι, άρον άρον, επί ποδός πολέμου κ.ά., που προσδίδουν κάθε φορά στον λόγο πυκνότητα, ενάργεια και σφρίγος. 

Η πρώτη σκέψη που έρχεται ενδεχομένως στο μυαλό του καθενός μας είναι ότι τέτοιες φράσεις απαντούν κατά κανόνα σε συνομιλίες ατόμων ενός κάποιου μορφωτικού επιπέδου ή τις βρίσκουμε, το πιθανότερο ίσως, σε διάφορα κείμενα δοκιμιακά ή λογοτεχνικά. Αντίθετα, όποιος παρακολουθήσει - υποψιασμένος βέβαια ως προς το θέμα - συζητήσεις απλών ανθρώπων, όχι μόνο των πόλεων αλλά και των χωριών μας, 
θα δοκιμάσει αλλεπάλληλες εκπλήξεις, ακούοντας να κυλούν στα χείλη τους σαν γάργαρο νερό παρόμοιες φράσεις, που μολονότι έρχονται από το απώτατο παρελθόν, εντούτοις διατηρούν ανέπαφη τη ζωντάνια και τη δύναμή τους. 

Όσον αφορά στην προέλευσή τους:
1. Πολλές από αυτές τις φράσεις έλκουν την καταγωγή τους απευθείας από την αρχαία ελληνική: τύχη αγαθή, τι τέξεται η επιούσα, επί ξυρού ακμής, άνω ποταμών κ.ά. - γεγονός που γεννά πράγματι δικαιολογημένη απορία πώς μπόρεσαν οι φράσεις αυτές να επιβιώσουν από τότε έως σήμερα, διατρέχοντας τόσες εκατονταετίες, και μάλιστα πώς διατηρήθηκαν έτσι αναλλοίωτες και αειθαλείς στο στόμα των νεοελλήνων. 
2. Οι περισσότερες από τις φράσεις αυτές ανάγουν την αφετηρία τους στην Αγία Γραφή, και ιδίως στην Καινή Διαθήκη, καθώς και στην Εκκλησιαστική Υμνογραφία - πράγμα που επιμαρτυρεί συνάμα και τη βαθιά επίδραση που άσκησε και εξακολουθεί να ασκεί η θρησκευτική παράδοση στη συνείδηση του λαού μας: αντί πινακίου φακής, επί ξύλου κρεμάμενος, μετά βαΐων και κλάδων, επί τον τύπον των ήλων κ.άΕιδικότερα οι ακολουθίες της Εκκλησίας, που αποτελούν αναντίρρητα, σε μερικές τουλάχιστον περιπτώσεις, και υψηλές μορφές λογοτεχνικότητας, επηρεάζουν σε σημαντικό βαθμό το χριστεπώνυμο πλήρωμα, που εύλογα απομνημονεύει και χρησιμοποιεί, σε πρόσφορες βέβαια περιστάσεις, φράσεις από διάφορα τροπάρια, αναγνώσματα και λειτουργικές ευχές: αντί του μάννα χολήν, χαίρε βάθος αμέτρητον, των παθών μου τον τάραχον κ.ά.
3. Μερικές αρχαϊστικές φράσεις αποτελούν, θα λέγαμε, «λόγιους ιδιωτισμούς» (δηλαδή η σημασία τους δεν προκύπτει από τον συνδυασμό των εννοιών των λέξεων που τις απαρτίζουν) - που με τη χαρακτηριστική διατύπωσή τους δημιουργούν έμφαση αφενός, και αφετέρου προσδίδουν στον λόγο ιδιάζουσα εκφραστικότητα:αβρόχοις ποσί, μέχρι κεραίας, επί τάπητος κ.ά. 
4. Τέλος πολυάριθμες λόγιες εκφράσεις αποτελούν κατάλοιπα της καθαρεύουσας και γενικότερα της λόγιας γλωσσικής μας παράδοσης: επ' αυτοφώρω, εν ψυχρώ, διά θαλάσσης, τυφλοίς όμμασι, αιχμή δόρατος κ.ά., και χρησιμοποιούνται πολύ συχνά τόσο στον προφορικό όσο και στον γραπτό λόγο, χαρίζοντάς του συντομία και ακρίβεια. 

Η χρήση όλων αυτών των αρχαϊστικών φράσεων σε ποικίλα γλωσσικά και εξωγλωσσικά συμφραζόμενα της σύγχρονης λαλιάς δεν πρέπει να μας ανησυχεί ούτε να μας προβληματίζει ότι τάχα «απορρυθμίζουν» τη γραμματικοσυντακτική δομή του νεοελληνικού λόγου ή ότι, ακόμη χειρότερα, «μολύνουν» την καθαρότητα της δημοτικής. Δεν πρέπει να λησμονούμε άλλωστε ότι η γλώσσα μας είναι μια ιστορική γλώσσα με διαδρομή τεσσάρων χιλιάδων ετών, και δεν μπορεί καμιά από τις παλαιότερες μορφές της - πράγμα που συνιστά άλλωστε ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της - να σβήσει εντελώς από το στόμα ή την πένα αυτών που τη χρησιμοποιούν. Όλες τους θα διεκδικούν το μερίδιό τους, μεγάλο, μικρό ή ελάχιστο - όπως θα λέγαμε τα «είδωλα καμόντων» της ομηρικής Νέκυιας, που διεκδικούν κι αυτά μια «σταγόνα αίματος» στη ζωή - και στην προκειμένη περίπτωση, στην εκάστοτε ζωντανή γλωσσική πραγματικότητα. 


Συστηματική καταγραφή, λεξικογραφική κατάταξη, σχολιασμό και έκδοση των φράσεων αυτών επιχειρήσαμε πρώτη φορά προ εικοσαετίας (Λεξικό αρχαίων, βυζαντινών και λόγιων φράσεων της Νέας Ελληνικής, εκδ. Gutenberg 1992) και ακολούθησαν έκτοτε άλλες τέσσερις επανεκδόσεις του λεξικού εκείνου σε ανανεωμένη και συμπληρωμένη μορφή (εκδ. Gutenberg 1994, 1996, 1998 και 2002). Φωτογραφική αναπαραγωγή της πέμπτης έκδοσης έγινε πρόσφατα από το κυριακάτικο «Βήμα», για να δοθεί ως προσφορά στους αναγνώστες του· και είχε μάλιστα σημαντική απήχηση.

[Γεράσιμος Μαρκαντωνάτος, διδάκτωρ Κλασικής Φιλολογίας-συγγραφέας, ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 24-02-2013]