Πέμπτη, 29 Αυγούστου 2013

Παρουσίαση Βιβλίου
Γιάννης Καλπούζος
«Ουρανόπετρα»

Εξαιρετικό! Αυτή είναι η ετυμηγορία μου για το νέο μυθιστόρημα του Γιάννη Καλπούζου «Ουρανόπετρα», που αυτή τη φορά αναφέρεται στην Κύπρο, την πατρίδα της γυναίκας του. Προσωπικά, μου άρεσε πάρα πολύ, το διάβασα μονορούφι, γιατί λατρεύω ό,τι έχει σχέση με ιστορικά γεγονότα. Τα ιστορικά μυθιστορήματα είναι η αδυναμία μου.
Διάβασα και τα άλλα δυο μυθιστορήματα του Γιάννη Καλπούζου, «Ιμαρέτ» και «Άγιοι δαίμονες», τα οποία απόλαυσα επίσης, αλλά το τελευταίο του, η «Ουρανόπετρα», με σαγήνευσε και με τύλιξε στα μαγνάδια της μαγείας της, κυρίως όσο προχωρούσε η εξέλιξη της ιστορίας  και στον καμβά της ο συγγραφέας κεντούσε τον έρωτα των Ελλήνων του νησιού μας με τη Μάνα Ελλάδα.

Συγκινήθηκα αφάνταστα από αυτό το ασίγαστο πάθος για την ένωση, από την άδολη ψυχή των Κυπρίων εθελοντών στους εθνικούς αγώνες, από τα πάθη και τους καημούς των υπόδουλων Ελλήνων, και συνειδητοποίησα γι’ άλλη μια φορά ότι η ελευθερία στην Ελλάδα ήρθε πραγματικά μέσα από τα κόκκαλα των παιδιών της. Τίποτα δεν της χαρίστηκε. Χιλιάδες παλληκάρια άφησαν την τελευταία τους πνοή πάνω στα κακοτράχαλα βουνά, για να διπλασιαστεί η Ελλάδα στους Βαλκανικούς Πολέμους και να ξεπλύνει τη μουντζούρα του ατυχή πολέμου του 1897.

Συγκλονίστηκα, πραγματικά, από τις ρεαλιστικές σκηνές του πολέμου, σκηνές αίματος, ανείπωτου πόνου, εθνικής ανάτασης μα και ανθρώπινης αδυναμίας. Θαύμασα, όμως, ταυτόχρονα, και την επιμονή του συγγραφέα να μελετήσει την ιστορία δυο εποχών, του τέλους της ενετοκρατίας και της αρχής της αγγλοκρατίας, να εντρυφήσει στην έρευνα των αρχείων, για να μας δώσει αυτό το χρονικό, το τόσο πλούσιο σε ιστορικά στοιχεία.

Η Κίκα Ολυμπίου, στο ιστολόγιό της «anagnostria», στη δική της παρουσίαση, υποστηρίζει ότι κανονικά δεν έπρεπε να το ονομάσει μυθιστόρημα, αλλά χρονικό, επειδή κυριαρχεί πιο πολύ το ιστορικό στοιχείο από το μυθιστορηματικό.

Σ’ αυτές τις δυο ιστορικές περιόδους, κυριαρχούν οι μορφές δυο ηρώων: του Γερόλεμου από τα Λεύκαρα που πήρε μέρος στις μάχες μαζί με τους Ενετούς κατά των Τούρκων που πολιορκούσαν τη Λευκωσία και την Αμμόχωστο, και του μακρινού απογόνου του, του Αδάμου, που πήρε μέρος ως εθελοντής στον ατυχή ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 και στους Βαλκανικούς.  

Κοινός άξονας και στις δυο αυτές περιόδους της ιστορίας του νησιού μας είναι οι ελπίδες που γεννιόντουσαν κάθε φορά με τον νέο κατακτητή. Στην ενετοκρατία, με τον διωγμό της Ορθοδοξίας, αναπτερώθηκαν οι ελπίδες των Ελλήνων χριστιανών με την έλευση των Οθωμανών, όπως συνέβη και με τους Άγγλους, που διαδέχτηκαν τους Τούρκους. Και στις δύο περιπτώσεις, βέβαια, διαψεύστηκαν οικτρά.

Αναντίρρητα, ο Γιάννης Καλπούζος διαζωγραφίζει ολοζώντανους τους χαρακτήρες του και απεικονίζει πολύ ρεαλιστικά το περιβάλλον στο οποίο ζουν και κινούνται οι ήρωές του. Με τα πιο μελανά χρώματα παρουσιάζονται οι συνθήκες της εποχής, οι δυσκολίες των ανθρώπων, η εξαθλίωση, η ανέχεια, οι πόνοι, τα βάσανα, αλλά παρουσιάζονται και οι διασκεδάσεις, τα πανηγύρια, οι γιορτές τους, οι έρωτές τους, οι αποκοτιές τους, οι τρέλες τους…

Παρακάτω, θα αναφέρω κάποιες παραγράφους που με συγκίνησαν. 
Όταν ο Γερόλεμος, ο μακρινός πρόγονος του Αδάμου, μετά την άλωση της Αμμοχώστου από τους Τούρκους, καταφεύγει σε κάποιον συγγενή του στο Παραλίμνι, τον Αντρέα, όπου ζούσε «σε μια πλινθόκτιστη στενή κάμαρα μ’ άλλες εφτά ψυχές», αυτοί τον φιλοξενούν με αγάπη.
«Όλοι ρακένδυτοι και ξυπόλυτοι. Μια χύτρα όλη κι όλη από σκεύη για μαγείρεμα. Πιάτα, κουτάλια, κύπελλα και δοχεία για νερό από κολοκύθες. Και το φαγίν τους κρίθινο ψωμί, ελιές και κρεμμύδια και, σπάνια, φασόλια. Λίγο ή πολύ όπως όλοι οι πάροικοι κι οι περπυριάριοι του νησιού. Σαν να μην αρκούσαν τούτα, πλήθη Οθωμανών απ’ τα κοντινά στρατόπεδα λεηλατούσαν κάθε τόσο όλα τα χωριά της περιοχής Κάβο Γκρέκο.
Όμως, περίσσευε η φιλοξενία. Στριμώχτηκαν προκειμένου να του αφήσουν τόπο να πλαγιάζει, μείωσαν τη μερίδα του ψωμιού να περισσεύει και για κείνον, κι έτρεξε ο Αντρέας να βρει γιατροσόφια για την πληγή του». Και καταλήγει ο συγγραφέας: «Τον σκλάβωσαν με τον ήλιο της ψυχής τους και τους αποζημίωνε εξιστορώντας τους όσα έζησε στη Λευκωσία και την Αμμόχωστο».

Άλλη παράγραφος που με άγγιξε ήταν η γνωριμία του Αδάμου με τον Βασίλη Μιχαηλίδη και η στιχομυθία μαζί του.
«Ε, Αδάμο!» τον φώναξε ο Μαυροκορδάτος.
«Καθόταν σ’ ένα μικρό τραπέζι σιμά στην πόρτα και δίπλα του κάποιος φανερά άσχετος με το σινάφι του. Ξεπερνούσε τα πενήντα, με κοστούμι, γραβάτα, παχύ μουστάκι και τα μαλλιά χωρισμένα στη μέση. Συστήθηκαν κι άνοιξαν συζήτηση. Βασίλης Μιχαηλίδης τ’ όνομά του, δούλευε στο φαρμακείο του νοσοκομείου της Λεμεσού και, παρότι ταξίδεψε στη Λευκωσία για προβλήματα υγείας, ήταν φίλος του πιοτού και παράγγελνε κάθε τόσο. Ο νους του όμως σπίθιζε κι είχε μιαν γλυκάδα στη λαλιά που σε κέρδιζε απ’ την πρώτη στιγμή. Φαινόταν και γραμματιζούμενος πολλά.
Κυλώντας η ώρα, έπιασε ο Αδάμος να λέγει όσα διάβασε για την ιστορία των προγόνων του και για όσα γέννησαν στην ψυχή του, δίχως ν’ αναφερθεί σε ονόματα, ούτε στα φυλαχτά.
«Ένι λογικό, μάστρε Βασίλη, να δένομαι με τους αποθαμένους; Είντα λαλείς εσύ που ξεύρεις τα περιγραμμάτικα;», ρώτησε στο τέλος.
«Μα τι θαρρείς, φίλε μου Αδάμο, όσοι εφύαν πάσιν τζαι χαθήκασιν; Μες στο κορμίν μας ένι τζαι στην ψυχήν μας. Κυλούνε στο αίμα μας. Τους έχουμε στη λαλιά μας, στα τραγούδια μας, στους χορούς μας, στες συνήθειες τζαι μες στην ανάσαν μας. Ένι το χώμα που πατούμε τζαι το νερόν που πίνουμε. Αν εμείς δεν το κατέχουμε, ένι δική μας φτώχεια τζαι δικό μας κακό. Κι άμα έρχονται οι κρυφοί ανέμοι τζαι μας φανερώνουν όσους εν θα’πρεπε να λησμονούμε, ένι πλούτος, κι άξιος όποιος το νογά».

Ο συγγραφέας Γιάννης Καλπούζος κατορθώνει, επιπλέον, να μας εντυπωσιάσει με τη γλώσσα των διαλόγων που ακολουθεί το γλωσσικό ιδίωμα της εποχής. Ταυτόχρονα, μέσα από τη ζωή και τη δράση των ηρώων του, παρελαύνουν και όλα τα σημαντικά γεγονότα της εποχής, όπως οι Ολυμπιακοί Αγώνες κ.α.

 Ο Αδάμος παντρεύεται τελικά την αγαπημένη του το 1917 και ονομάζει τον γιο του Γερόλεμο, από εκείνο τον μακρινό πρόγονό του.

Ο τίτλος του έργου "Ουρανόπετρα" αναφέρεται σε ένα τυχερό μεταλλικό σβόλο που ο πρώτος Γερόλεμος (του 1570) είχε επεξεργαστεί σε κύκλο και είχε μοιράσει από ένα τέταρτο του κύκλου στα τέσσερα παιδιά του. Αυτά θα σκορπίσουν, αλλά τα κομμάτια της ουρανόπετρας θα συναντηθούν στους απογόνους τρεισήμιση αιώνες μετά.


Πράγματι, απόλαυσα το μυθιστόρημα του Γιάννη Καλπούζου «Ουρανόπετρα».

Κυριακή, 25 Αυγούστου 2013

Καιρός να «ανακρούσουμε πρύμναν»
Της Ζήνας Λυσάνδρου Παναγίδη
Φιλολόγου, MSc
Αφορμή για το παρόν άρθρο στάθηκε μια συνέντευξη, που άκουσα από το ραδιόφωνο, του κ. Αντώνη Λοΐζου, επαΐοντα περί τα κτηματομεσιτικά και τα θέματα ανάπτυξης γης, ο οποίος ανέφερε ότι ξένοι μεγαλοεπενδυτές του είπαν ότι θέλουν, αλλά δεν μπορούν να επενδύσουν στην Κύπρο, γιατί οι τιμές είναι ακόμη πολύ ψηλές. Δεν έχω λόγο να αμφισβητήσω τα λεγόμενα ενός σοβαρού επαγγελματία.

Και διερωτάται ο κάθε νοήμων πολίτης αυτού του τόπου. Καλά, μερικοί ακόμη δεν κατάλαβαν τι συνέβη; Δεν κέρδισαν αρκετά εκατομμύρια όλα αυτά τα χρόνια «των ολβίων;». Είναι ανάγκη να κερδοσκοπούν ακόμη και σήμερα σε βάρος του τόπου μας; Δεν κατάλαβαν ότι ο καιρός της κραιπάλης, της ρεμούλας, της λαμογιάς και της αρπακτής τελείωσε; Ας χαμηλώσουν τις τιμές, κι ας κερδίσουν λιγότερα, παρά να τους μείνουν όλα απούλητα, αφού αυτοί βίωσαν πρώτοι την κρίση.

Κι αυτό παρουσιάζεται παντού στην Κύπρο, από τις καφετέριες, τα εστιατόρια, τα καταστήματα, τα φαρμακεία κ.α., όπου, παρά το ότι πολλοί άνθρωποι ζουν στα όρια της φτώχειας, πάμπολλοι έχασαν ή θα χάσουν σύντομα τις δουλειές τους και τα ωφελήματά τους, κι όλοι σχεδόν είδαν τις απολαβές τους να συρρικνώνονται, οι τιμές γενικά είναι στα ύψη, ενώ στην Ελλάδα, όπως παραδέχονται και οι φοιτητές μας, οι τιμές έχουν μειωθεί θεαματικά.

Θα ήθελα να αναφέρω ότι είμαι από τους ανθρώπους που από τη φύση τους είναι αισιόδοξοι. Πιστεύω ότι ο πεσιμισμός και οι γογγυσμοί είναι ο χειρότερος σύμβουλος σήμερα. Εξάλλου, εμείς περάσαμε πολύ χειρότερα το 1974, και καταφέραμε και σταθήκαμε στα πόδια μας. Κάποιοι, οι πιο άτυχοι, έχασαν τους αγαπημένους τους.

Τότε, χάσαμε όλη την περιουσία μας σε μια νύκτα. Πολλοί, γίναμε νεόπτωχοι, ενώ, όσοι δεν έχασαν τίποτα από τον πόλεμο στο ίδιο το νησί μας, όχι μόνο δεν μας συνέτρεξαν, αλλά χαιρέκακα κερδοσκόπησαν σε βάρος μας, πουλώντας μας τις «καφκάλλες» τους, όπως προσφυώς τις ονόμασε η  Αμμοχωστιανή αρχόντισσα κ.Λούλα Ιωνίδου, σε τιμές που λες και πουλούσαν χρυσάφι. Καταστραφήκαμε εμείς, για να ανέβουν πάνω στο σβέρκο μας οι άλλοι.

Έτσι, οι μισοί που ήταν «τυχεροί», είδαν τις περιουσίες τους να ανεβαίνουν στα ύψη, και να αποκτούν πλασματική υπεραξία, και στη δική μας δυστυχία στήριξαν τη δική τους ευημερία, που πριν δεν φαντάζονταν ποτέ, ούτε στα όνειρά τους. Και δεν έφτανε μόνο αυτό, αλλά έμεινε παροιμιώδης και η φράση κάποιων ανεγκέφαλων «φάε, μάνα μου, το φαΐ σου, γιατί εν να σου το φάει ο πρόσφυγας». Κι ας είχε ο πρόσφυγας πιο πολλά απ’ αυτούς, γιατί πολλοί φέραμε μαζί μας χρήματα που είχαμε, ενώ δεν ξέρω, αν γίνονταν αυτοί πρόσφυγες, αν είχαν τίποτα για να πάρουν μαζί τους.  

Ευτυχώς, όμως, που υπήρχε και η Ελλάδα μας και μας σπούδασε δωρεάν, κι έστειλε ο κόσμος αφειδώλευτα από το υστέρημά του. Προσωπικά, στην περίοδο των σπουδών μου και μετά, ευτύχησα να έχω μια οικογένεια που έλκει την καταγωγή της από τη Νέα Έφεσο(Κουσάντασι), τη Σάμο και την Κωνσταντινούπολη, κι έτσι πέρασα ανώδυνα την προσφυγιά, γιατί με συνέτρεξαν. Αυτά τα πρόσωπα μέχρι σήμερα είναι μέρος της οικογένειάς μου.

Σήμερα, σε σχέση με το 1974, έχουμε τα σπίτια μας, μην πω τις σπιταρώνες μας, τα εξοχικά μας, (μήπως οι επαύλεις στον Πρωταρά και την Πάφο ανήκουν σε εξωγήινους;) τις αυτοκινητάρες μας και τους μισθούς μας, έστω και κουτσουρεμένους. Αυτό, ασφαλώς, ισχύει για όσους δεν έχασαν τις δουλειές τους ή δεν είδαν τους μισθούς τους να κατρακυλούν επικίνδυνα, όπως η πλειοψηφία των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα.

Αυτή είναι η νέα κατηγορία των «νεόπτωχων». Είναι οι άνθρωποι που υποφέρουν, που δεν μπορούν να ζήσουν την οικογένειά τους, που σταματούν τα παιδιά τους από τις σπουδές τους, που φυλακίζονται γιατί δεν πλήρωσαν το ρεύμα τους, ενώ οι μεγάλοι κλέφτες κυκλοφορούν περήφανοι, που, που … Υπάρχουν ακόμη και οι νέοι που δεν μπορούν πια να κάνουν όνειρα, οι νέοι της γενιάς των 500 ευρώ, οι νέοι που τριγυρνούν άνεργοι και θα αναγκαστούν να ξενιτευτούν. Αυτοί είναι τα πραγματικά θύματα της κρίσης που βιώνουμε.

Γιατί δεν μπορώ να αντιληφθώ ότι βιώνει την κρίση το ίδιο ο άνεργος ή ο βιοπαλαιστής των πεντακοσίων και οκτακοσίων  ευρώ ή ο συνταξιούχος των Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με ένα ζευγάρι που έχει εισόδημα τεσσάρων, πέντε, έξι, επτά ή και πάνω από οκτώ χιλιάδες ευρώ τον μήνα. Μη μιλήσουμε για τους λαβόντας πολλαπλά bonus ή και πολλαπλές συντάξεις. Μη μιλήσουμε για μεγαλοκαρχαρίες. Μη μιλήσουμε για λαμόγια παντός είδους που φαίνεται ότι ενδημούν στην αγία νήσο μας. Τα ακριβά εστιατόρια στα παραλιακά μας θέρετρα αυτή την εποχή είναι γεμάτα. Πώς βιώνουν την κρίση όσοι ξοδεύουν ασύστολα τόσα χρήματα;

Πολλοί ευθύνονται γι’ αυτή την κατάντια του λαού μας. Κι ας μην τα φορτώνουμε στην τρόικα, αφελώς και με κουτοπόνηρη διάθεση. Η τρόικα ήρθε να μας νοικοκυρέψει, αφού μόνοι μας δεν τα καταφέραμε. Εμείς την καλέσαμε. Συγκεκριμένα, οι κύριοι που, αφού μας οδήγησαν στο βάραθρο με την εγκληματική αμέλεια, την αδαημοσύνη, την ανικανότητά τους, τώρα «ποιούν την νύσσαν» και τη δαιμονοποιούν. Πόσο κατώτεροι φάνηκαν των περιστάσεων!

Ενεοί και εμβρόντητοι ακούμε συνεχώς για σπατάλες, διασπάθιση δημοσίου χρήματος, ηγεμονικές απολαβές, επιδόματα, «bonus» σε πρίγκιπες, ευνοιοκρατία και νεποτισμό, αμοραλισμό και  διαφθορά του χειρίστου είδους. Ακόμη και σήμερα, είναι ανάγκη να δίνονται ασύλληπτοι μισθοί στο δημόσιο; Έπρεπε από καιρό να είχαν κουτσουρευτεί.

  Αναμφίβολα, όλοι είχαμε πολύ κακομάθει, κι ο καθένας έχει το μερίδιο της ευθύνης του, αλλά κάποιοι νόμισαν ότι ήταν «θεοί» που ήταν στο απυρόβλητο και διαχειρίζονταν τα λεφτά του κοσμάκη, λες και ήταν το τσιφλίκι του πατέρα τους. Λες κι αυτοί ήρθαν από άλλο πλανήτη, κι οφείλαμε να τους χρυσοπληρώνουμε. Λες και αυτοί μόνο είχαν πτυχία και μυαλό και ικανότητες, και γενικά ήταν διάνοιες που πρώτη φορά εμφανίζονταν στη γη. Κι αυτό φάνηκε από τις πράξεις τους που δείχνουν πόσο «λίγοι» ήταν. Δραματικά «μικροί». Ανάξιοι των περιστάσεων.

Αναντίρρητα, όλα αυτά που βιώνει η Κύπρος σήμερα οφείλονται στο γεγονός ότι θεοποιήσαμε τους αριθμούς. Ότι πιστέψαμε πως τα οικονομικά λύνουν όλα τα προβλήματα. Πως ο Homo Econimicus είναι ένα ανώτερο είδος, εκλεκτό.  

Υποδουλωθήκαμε στην ύλη και ξεχάσαμε το πνεύμα. Πορευόμαστε χωρίς ηθικό κώδικα, χωρίς γνώση της ιστορίας και του πολιτισμού, χωρίς ανθρωπιστική παιδεία, χωρίς καλλιέργεια, χωρίς φόβο Θεού.
Φαίνεται ότι ισχύει περίτρανα στην εποχή μας και την περίπτωσή μας η φράση του ιστορικού μας Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου: «Λαοί και πολιτείες που υποδουλώνονται στην ευμάρεια και τον υλισμό είναι καταδικασμένοι να εξαφανιστούν, αργά ή γρήγορα, από το πρόσωπο της γης».

Χρειάζεται, λοιπόν, αν θέλουμε να σωθούμε, άμεσα και χωρίς χρονοτριβή, επιστροφή στις αρχές και τα ιδανικά μας, στις ανθρωπιστικές αξίες του ελληνικού και χριστιανικού πολιτισμού μας, τις αιώνιες και αναλλοίωτες, που γαλούχησαν τόσες γενιές κι έβγαζαν εθνικούς ευεργέτες, άρχοντες, αλτρουιστές, ανθρώπους της προσφοράς και της ανιδιοτέλειας.

 Ανθρώπους που θυσίαζαν την προσωπική τους ευδοκίμηση για το κοινό συμφέρον, κι όχι αντίθετα, όπως έγινε σήμερα. Ανθρώπους, όπως τον Αντώνιο Μπενάκη, γιο του μεγάλου ευεργέτη Εμμανουήλ Μπενάκη, που πέρα από τις άλλες ευεργεσίες του προς το έθνος, δώρισε όλα τα κοστούμια του στους φαντάρους που γύρισαν ρακένδυτοι από το μέτωπο το 1941, μετά την εισβολή των Γερμανών, και πέρασε όλη την περίοδο της κατοχής με ένα κοστούμι.

Υπάρχει κανένας σήμερα από αυτούς τους «Κούρκουλους» των χρηματοοικονομικών που να πέρασε καν από το μυαλό του να βοηθήσει τους φτωχούς ή να χαρίσει κανένα από τα κοστούμια του, των μεγάλων ιταλικών οίκων, σε άνεργους  νέους; Αντίθετα, παραπονιούνται ότι δεν πήραν όσα εκατομμύρια τους υποσχέθηκαν. Έλεος πια! Πόσος ναρκισσισμός! Πόση αναισχυντία! Πόση απληστία!

Αυτή είναι η ειδοποιός διαφορά των ανθρώπων αυτών που έγιναν ευεργέτες του έθνους με τα σημερινά λαμόγια, που δεν έχουν αρχοντιά, δεν έχουν αγωγή, δεν έχουν Παιδεία. Αυτοί είχαν Παιδεία. Και Παιδεία είναι η Ανθρωπιστική Παιδεία. Αυτή μόνο δημιουργεί ανθρώπους. Η έλλειψή της δημιουργεί τέρατα. Τα είδαμε. Είδαμε πού μας οδήγησαν. Καιρός να «ανακρούσουμε πρύμναν». Όσο υπάρχει καιρός.  





















































































































































































    

















































    










    



Τετάρτη, 21 Αυγούστου 2013

Πριγκιπικό Παλάτι του Μονακό

Συνεχίζουμε την ανάβασή μας προς το Πριγκιπικό Παλάτι.

Τα παιδιά κουράστηκαν
Μια όμορφη γωνιά
Πολύ γλυκό χρώμα
Άδειοι δρόμοι
Οι πανύψηλοι πύργοι πίσω μας
Ανηφόρα, αλλά αρκετά εύκολη
Ο Αντρέας ανεβαίνει προς το κάστρο
Πίσω μας τα πανύψηλα κτήρια
Κάποιες κεραμιδένιες στέγες
Άποψη του λιμανιού

Το κρουαζιερόπλοιο στο λιμάνι
Τα πολυτελή κότερα των πλουσίων και διασήμων
Είμαστε, λοιπόν, στον βράχο που φιλοξενεί την παλιά πόλη η οποία διατηρεί το χρώμα των περασμένων αιώνων. 


Μπροστά μας το Πριγκιπικό Παλάτι, επίσημη κυβερνητική έδρα του Πριγκιπάτου, θεμελιωμένο το 1291-αρχικά ήταν γενοβέζικο φρούριο-καλαίσθητο και αρχοντικό, με τους πυργίσκους και τις επάλξεις του, με τη σημαία του Πριγκιπάτου να κυματίζει περήφανα.

Θυμάμαι πόσο μου άρεσε, από την πρώτη φορά που το είδα, το χρώμα του παλατιού, ανοικτό ροζέ, με τις εξαίσιες ανάγλυφες διακοσμήσεις γύρω από τα παράθυρα. Δεξιά και αριστερά της επιβλητικής εισόδου με το οικόσημο της δυναστείας-δυο πολεμιστές που φρουρούν το στέμμα-, στέκονται δύο φρουροί, που, σύμφωνα με το σύνταγμα του Μονακό είναι Γάλλοι καραμπινιέροι. Αν θέλει κάποιος να δει την αλλαγή της φρουράς, πρέπει να βρεθεί εκεί στις 11:55 π.μ., ενώ το κοινό μπορεί να περιηγηθεί στο ανάκτορο μόνο το καλοκαίρι.










Στη μεγάλη πλατεία του παλατιού, με τα αιωνόβια δέντρα που χαρίζουν δροσιά στους εκατοντάδες τουρίστες που απαθανατίζουν όλα τα γύρω κτίσματα, που σε μεγάλο μέρος της είναι στρωμένη με χαλίκια, για πρώτη φορά είδαμε, εκτός από τα πολυτελή αυτοκίνητα που ήταν παρκαρισμένα, και το οικολογικό αυτοκίνητο που φορτίζει με μπαταρία.



Από την πλατεία του παλατιού που είναι «το σαλόνι και η βεράντα του Μονακό», αφήνουμε τη ματιά μας να περιπλανηθεί προς τα κάτω. Από εδώ πάνω σαν από θείο εξώστη-μπαλκόνι έχουμε εντυπωσιακή θέα προς τα δυο λιμάνια: το λιμάνι της La Condamine  και το λιμάνι του Ηρακλή Port Hercule, με τη μεγάλη μαρίνα και τα αμέτρητα σκάφη.

Με τις απότομες βουνοκορφές να ορθώνονται απειλητικά πάνω από την πλατεία και το παλάτι, εμείς συνεχίζουμε να απολαμβάνουμε την πανοραμική άποψη του λιμανιού του Μόντε Κάρλο, από την άκρη των τειχών, δίπλα στα  κανόνια που, όπως και μπροστά από το παλάτι, έχουν προσεκτικά τοποθετημένες σε συμμετρικό σχήμα μεταλλικές μπάλες. Από δω πάνω ατενίζουμε πολυτελή ξενοδοχεία και σπίτια, πολυτελέστατα γιοτ αγκυροβολημένα στη μαρίνα, και στην άκρη, το Καζίνο.






Η ματιά μας πέφτει, ακόμη, και στις «Πράσινες Πολυκατοικίες», που στις ταράτσες τους έχουν, πλάι στις πισίνες, φυτεμένα δέντρα, λουλούδια και γρασίδι, και είναι όντως ένα υπέροχο θέαμα.
  Αλήθεια, δεν θα μπορούσε κανείς να φανταστεί ότι η μικρή αυτή ελληνική αποικία που ιδρύθηκε από τους Φωκαείς τον 6ον αιώνα, με το όνομα Μόνοικος, θα εξελισσόταν σ’ αυτό το κοσμοπολίτικο θέρετρο, κέντρο του επιχειρηματικού κόσμου και της διασκέδασης.










Παρασκευή, 16 Αυγούστου 2013

Τι πήραμε μαζί μας, φεύγοντας από το Λευκόνοικό μας

14 Αυγούστου 1974. 

Από τις 4 το πρωί, μας ξύπνησαν τα εχθρικά αεροπλάνα που πετούσαν από Λευκωσία προς Αμμόχωστο και πετούσαν πάνω από το Λευκόνοικο. Σηκωθήκαμε αλαφιασμένοι. Κατεβήκαμε γρήγορα από το ανώι μας, στο οποίο κοιμόμασταν τα καλοκαίρια για να μας δροσίζει το αεράκι που φυσούσε από το Μερσινίκι μας, και φωνάζαμε στον παπά μου να φύγουμε. Το μόνο που θέλαμε εκείνη την ώρα ήταν να φύγουμε. Να σωθούμε.

Το ίδιο συναίσθημα βίωσαν όλοι εκείνο το πρωινό. Κι έτσι, βρεθήκαμε στο περιβόλι του μακαρίτη του Παναγιώτη στη Μηλιά. Τα πορτοκαλόδεντρα μάς πρόσφεραν ασφάλεια. Βλέπαμε τα αεροπλάνα να συνεχίζουν να περνούν πάνω από το Λευκόνοικο. Μαζί μας πήραμε λίγα χαλλούμια, ψωμί, ντομάτες, αγγουράκια, καρπούζι και πεπόνι. 

Το απόγευμα, γύρω στις πέντε, κινήσαμε για να επιστρέψουμε στο Λευκόνοικο. Είχαν σταματήσει τα αεροπλάνα να πετούν. Θεωρήσαμε ότι θα ήμαστε ασφαλείς. Εξάλλου, φύγαμε για λίγες μόνο ώρες...

Ο Βασίλης ο Κιρλιτσιάς, στρατιώτης τότε, μας σταμάτησε στον δρόμο για το Λευκόνοικο. "Απαγορεύεται να προχωρήσετε. Οι Τούρκοι προχωρούν, και όπου και να'ναι θα μπουν στο Λευκόνοικο", μας είπε.

Μόνο όσοι έζησαν τέτοιες στιγμές, μπορούν να καταλάβουν την απογοήτευση αυτή. Απού φύγει, φύγει. Ένα καραβάνι ξεριζωμένων προχωρούσε στον δρόμο. Κάποιοι με τα τρακτέρ και οι πιο πολλοί με τα αυτοκίνητά μας. Προχωρούσαμε αργά προς τον δρόμο για το Πραστειό, κι από κει για την Άχνα. Κάποια στιγμή, ένα σμήνος αεροπλάνων διέσχισε τον ουρανό, και μάλιστα, πολύ χαμηλά. Μπορούσαν να μας θερίσουν όλους. Πιάστηκε η αναπνοή μας. Ουρλιάζαμε. Ευτυχώς, δεν μας κτύπησαν. Φαίνεται, όμως, ότι ήθελαν να μας αφήσουν να φύγουμε.

Φύγαμε. Νομίζαμε και πάλι ότι θα ήταν για λίγο. Φτάσαμε στην Άχνα, στο σπίτι του μ. του Ττοφαλλή. Μας υποδέχθηκαν θερμά, μαζί με την οικογένεια του αδελφού του, του Κοκή Κωνσταντινίδη. Σε λίγη ώρα, όμως, ακούστηκαν πάλι φήμες έρχονται οι Τούρκοι στην Άχνα. Πάλι νέο φευγιό. Φτάσαμε στην Ξυλοτύμπου, όπου περάσαμε τη νύκτα στο αυτοκίνητό μας.

Μας ρωτάνε αν πήραμε τίποτα μαζί μας, φεύγοντας. Πώς να πάρεις και τι να πάρεις από όλη τη ζωή σου; Πώς να πάρεις σπίτια ολόγιομα από όλα τα καλά; Πώς να πάρεις κάτι, και τι να αφήσεις πίσω; Αλλά, είπαμε, εμείς φύγαμε μόνο για λίγες ώρες, για να προστατευτούμε από τους βομβαρδισμούς. Δεν μπορούσε να περάσει από το μυαλό μας ότι θα φεύγαμε για πάντα. Δεν ξέραμε τι σημαίνει προσφυγιά. Μόνο στα βιβλία διαβάζαμε για τους πρόσφυγες της Μικρασίας που πολύ μας συγκινούσαν οι ιστορίες τους. Πού να ξέραμε ότι μας ανέμενε ίδια μοίρα. 

Μας ρωτάνε, λοιπόν, τι πήραμε μαζί μας, φεύγοντας. Δεν πήραμε υλικά αγαθά. Αλλά πήραμε τα πιο σημαντικά. Αυτά που δεν τα παίρνει κανένας Τούρκος. Πήραμε τον πολιτισμό μας. Τις συνήθειές μας. Την αρχοντιά μας. Τη φιλοξενία μας. Την περηφάνια μας. Τη μόρφωσή μας. Πήραμε αξίες διαιώνιες και αναλλοίωτες. Αυτά είναι ο πλούτος της ψυχής μας.

Σάββατο, 10 Αυγούστου 2013

ΜΟΝΑΚΟ


Ο σιδηροδρομικός σταθμός
Το τρένο για το Μονακό
Οι γραμμές του τρένου
Από τη Villefranche, αυτό το θαυμάσιο μικρό θέρετρο,  με ένα άνετο τρένο, από το οποίο απολαμβάνουμε τις θεαματικές στροφές του παραλιακού δρόμου, κατευθυνόμαστε προς το Μονακό. 
Ο Ανδρέας με τη Γεωργία στο τρένο
Μέσα στις καταπράσινες συστάδες των δέντρων ξεφυτρώνουν αρχοντικές επαύλεις με φόντο τη ζαφειρένια αγκαλιά της Μεσογείου.

Δεν χορταίνουμε να απαθανατίζουμε την ομορφιά της φύσης. Προσέχουμε ότι κυριαρχούν εδώ οι φοινικιές.
Παραξενεύτηκα με τον εαυτό μου πώς θυμόμουν μετά από 21 χρόνια αυτή την ακτογραμμή, ειδικά σε κάποια σημεία που σου κόβουν την ανάσα.
Το βουνό, σε κάποια σημεία, άγριο και επιβλητικό, κατέβαινε κατάφυτο μέχρι τη θάλασσα. Αυτοί οι κάθετοι βράχοι, η απόληξη των Θαλασσινών Άλπεων (Alpes Maritimes), φτάνουν μέχρι την ακτή και δημιουργούν αυτό το μαγευτικό τοπίο.  Αυτές οι άγριες, κοφτές ακτογραμμές σχηματίζουν μικρούς βραχώδεις κολπίσκους. Δεν αναπαύει ο τόπος αυτός. Έχει κάτι το αγριωπό και ταυτόχρονα συναρπαστικό.




Φτάνουμε σε είκοσι περίπου λεπτά με το τρένο στο σιδηροδρομικό σταθμό του Μονακό. 

Στρίβουμε προς τα αριστερά και περπατάμε στους δρόμους του Μόντε Κάρλο που μας συναρπάζουν, φωτογραφίζοντας υπέροχα κτήρια, εξαιρετικής αισθητικής, πανύψηλα,  σύγχρονους πύργους, αφού είναι γνωστή η κάθετη δόμηση του πριγκιπάτου, λόγω ελλείψεως γης. Το Μονακό είναι το μικρότερο, μετά το Βατικανό κράτος στον κόσμο, αλλά και το πιο πυκνοκατοικημένο.

















Συνεχίζοντας τις ανηφορικές κορδέλες του δρόμου, φτάνουμε στην ιστορική παλιά πόλη, τη «γρανιτένια γλώσσα ξηράς ανάμεσα στα δυο λιμάνια, που είναι ο πυρήνας και το σημείο αναφοράς ολόκληρου του Μονακό». Μέσα σε λίγα τετραγωνικά μέτρα, διαβάζω στην «Καθημερινή» των Αθηνών, «βρίσκεται όλη η χάρη του παλιού πριγκιπάτου, έτσι όπως ξεκίνησε απ’ τα πρώτα χρόνια της δυναστείας των Γκριμάλντι».







Ο Φρανσουά Γκριμάλντι το αγόρασε το 1309 από τους Γενοβέζους. Σήμερα, όπως είναι γνωστό, διαδέχτηκε τον πρίγκιπα Ρενιέ, απόγονο του πρώτου Γκριμάλντι, ο γιος του Αλμπέρτος, ο οποίος κυβερνά από το 2005, μετά τον θάνατο του πατέρα του. Ο πρίγκιπας Ρενιέ έδωσε λάμψη στο πριγκιπάτο με τον γάμο του, το 1956, με την εκθαμβωτική σταρ του Χόλλυγουντ Γκρέις Κέλι, που χάθηκε τόσο πρόωρα το 1982 σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα.
Άποψη του κάστρου






Όταν φέρνουμε στον νου μας το Μονακό, θυμόμαστε τους αγώνες  Grand Prix της φόρμουλα 1 που διεξάγονται κάθε χρόνο από το 1929, από τους πιο σημαντικούς αγώνες αυτοκινήτου, και μεταδίδονται από τις τηλεοράσεις σε όλο τον κόσμο.
Άποψη του Λιμανιού
 Κυρίως, όμως, το πριγκιπάτο είναι γνωστό για το Καζίνο του και τον περίφημο «Χορό των Ρόδων», που είναι το πιο κοσμικό γεγονός της χρονιάς στο οποίο παρελαύνουν πολλές διασημότητες. 
Το Καζίνο
Τον χορό αυτό εγκαινίασε η πριγκίπισσα Γκρέις Κέλι το 1958 για φιλανθρωπικούς σκοπούς, και «από τότε διεξάγεται κάθε χρόνο στη θρυλική αίθουσα με τους Καθρέφτες του Sporting Club de Monaco, διακοσμημένη με 25,000 τριαντάφυλλα». Να σημειώσουμε ότι το εισιτήριο τιμάται 1000 ευρώ.
Η είσοδος του Καζίνου
Το Καζίνο είναι ένα μπαρόκ παλάτι, το «επιβλητικό παλάτι του τζόγου» που κτίστηκε την εποχή της Belle Epoque, για τους αριστοκράτες του 19ου αιώνα. Μπροστά από το Καζίνο βρίσκεται η κομψή πλατεία « Place du Casino» 
Το Καζίνο το βράδυ φωταγωγημένο
Θα ήταν παράλειψή μου να μην αναφέρω ότι οι 32,960 κάτοικοι του κρατιδίου αυτού, οι Μονεγάσκοι, δεν πληρώνουν φόρους και ασφαλώς έχουν και το μεγαλύτερο κατά κεφαλήν εισόδημα στον κόσμο. Εδώ τον καιρό της παντοδυναμίας του είχε τα γραφεία του ο Ωνάσης, ενώ και σήμερα ακόμη το πριγκιπάτο αποτελεί έναν από τους πλουσιότερους φορολογικούς παραδείσους της υφηλίου.   
Τουρίστες απολαμβάνουν τη δροσιά, λίγο πριν από
την ανάβαση στο παλάτι του πριγκιπάτου