Τρίτη, 24 Σεπτεμβρίου 2013

Βουφαβέντο

Προσκύνημα στο Βουφαβέντο

Καημό το’ χα. Καημό μεγάλο. Να ξαναδώ το Βουφαβέντο. Με συγκινούσε πολύ και η ιστορία της ρήγαινάς του, της Μαρίας ντε Μολίνο, για την οποία έγραψα στα πρώτα χρόνια της προσφυγιάς μας, όταν έγραφα κείμενα για την κατεχόμενη γη μας στο κρατικό ραδιόφωνο που παρήγαγε  αλλά και συντηρούσε τον πολιτισμό μας και τα στοιχεία της ταυτότητάς μας.

Την Κυριακή, 31 Μαρτίου 2013, επιτέλους το όνειρο γίνεται πραγματικότητα. Μαζί με καλούς φίλους και φίλες, στρίψαμε από τον κύριο δρόμο Λευκωσίας Αμμοχώστου, κάπου πριν από τη Μια Μηλιά, και κατευθυνθήκαμε προς τα βόρεια. Ο δρόμος αυτός οδηγεί στο Δίκωμο.

Εμείς, όμως, σε λίγα λεπτά, στρίψαμε στα δεξιά για το Βουνό, το «χωριό των χηρών», όπου ζουν οι χήρες από την Τόχνη, μετά το ειδεχθές και στυγερό έγκλημα κάποιων ανεγκέφαλων δικών μας, και το Συγχαρί, κάτω ακριβώς από την τουρκική σημαία που ταράζει τα βράδια μας. 

Ενωμένα σχεδόν τα δυο πανέμορφα χωριουδάκια μας, είναι σκαρφαλωμένα στους πρόποδες του βουνού. 

Πανέμορφη η σκηνογραφία, αλλά εμάς η καρδιά μας σφίγγεται στη θέα του τερατουργήματος που είναι κατάντικρύ μας. Ισοδυναμεί, ακούσαμε, με δώδεκα γήπεδα ποδοσφαίρου. Μας είπαν, ακόμη, ότι ένας στρατιώτης που εργαζόταν για την κατασκευή της έπεσε και σκοτώθηκε.

Ακολουθούμε έναν στενό δρόμο που οδηγεί προς το κάστρο του Βουφαβέντο. Κοιτάμε άπληστα γύρω μας τη βλάστηση, αλλά δεν είναι και τόσο οργιαστική, όπως στις άλλες κορυφογραμμές του Πενταδάκτυλου, στην Ακανθού και την Καντάρα, που είμαστε πιο εξοικειωμένες.

Μπροστά μας, περνούν εικόνες της περασμένης μας ζωής, όταν ανηφορίζαμε από την Κυθρέα προς τα πάνω, κι ανεβαίναμε σαν τα ζαρκάδια προς το κάστρο. Σε λίγη ώρα, φτάνουμε σε έναν εκδρομικό χώρο, όπου αρκετοί ψήνουν τις σούβλες τους. Σχολιάζουμε για το πόσο μοιάζουμε με τους Τουρκοκύπριους, και σ’ αυτή τη συνήθεια.

Αμέσως, στα δεξιά μας, προβάλλει η εκκλησία της Παναγίας της Αψινθιώτισσας. Θα τη δούμε στην επιστροφή. Μετά από μερικές ακόμη κορδέλλες του βουνού, σταματάμε σε ένα πλάτωμα, και από πάνω μας ακριβώς προβάλλει στην κορυφή των απότομων και πανύψηλων βράχων επιβλητικό το κατεστραμμένο κάστρο.

Αμέσως, prima vista, καταλαβαίνουμε ότι δεν θα’ ναι η ανάβαση τόσο εύκολη, όπως στο κάστρο του Αγίου Ιλαρίωνα. Εδώ δεν υπάρχουν διευκολύνσεις όπως εκεί, που μπορείς  να κρατιέσαι από το κάγκελο. Εδώ, δεν το έχουν αξιοποιήσει καθόλου τουριστικά.                   

Από την αρχή τα πράγματα είναι δύσκολα. Αγκομαχάμε συνεχώς. Γι’ αυτό και κάνουμε πολλούς μικρούς σταθμούς, ξεκουραζόμαστε για λίγα λεπτά, ατενίζουμε τη θέα της πεδιάδας και βγάζουμε και τις απαραίτητες φωτογραφίες. Η μέρα, όμως, είναι ακατάλληλη, αφού η σκόνη καλύπτει τα πάντα.

Σε κάποιο σημείο, μπαίνουμε στην είσοδο του κάστρου, όπου φροντίζουν να μας ενημερώσουν με μια εντοιχισμένη πλάκα, ότι το κάστρο αυτό μας το πήραν το 1974. 


Αμέσως, απέναντί μας είναι το πρώτο κτίσμα, μια μεγάλη αίθουσα, πιθανόν κατάλοιπα ενός σταύλου που λειτουργούσε έξω από το κάστρο. Υπάρχει, επίσης, μια δεξαμενή.

Πιο πάνω σε ένα δεύτερο επίπεδο, υπάρχουν μισοερειπωμένα κτίσματα, ανάμεσά τους και μια μεγάλη καμαροσκέπαστη αίθουσα με δύο δεξαμενές στο δάπεδό της.
Καθώς καθόμουν για να ανασάνω, λίγο πριν από το ανέβασμα στην τρίτη ζώνη, απολάμβανα τη θέα που απλωνόταν κάτω από τα πόδια μου.

Ανεβαίνοντας μια σκάλα που είναι εν μέρει λαξευμένη στον βράχο, φτάνουμε στο τελευταίο επίπεδο, στο πιο ψηλό σημείο, όπου βρίσκονταν τρία κτηριακά συγκροτήματα. Στο κέντρο της ζώνης αυτής βρίσκεται ένα ορθογώνιο κτήριο της εποχής των Λουζινιάν το οποίο  λειτουργούσε ίσως ως παρεκκλήσι.



Στο δάπεδο του μεγαλύτερου δωματίου υπάρχουν δύο δεξαμενές που συγκέντρωναν το νερό της βροχής που έτρεχε από την επίπεδη στέγη μέσω κάθετων υδροσωλήνων. Δεξαμενή υπάρχει και στο δεύτερο δωμάτιο και μια τρίτη (υπαίθρια) δεξαμενή βρίσκεται έξω από το βόρειο περίβολο του κάστρου. Ο βόρειος τοίχος των δωματίων αυτών προεκτείνεται προς τα δυτικά και περιλαμβάνει στενή εξέδρα από την οποία πιθανόν να μεταδίδονταν τα σήματα πυρός προς τη Λευκωσία και την Κερύνεια.
Κάστρο της Κερύνειας
«Την ονομασία του τη συναντούμε πρώτη φορά όταν, μετά την ήττα του το 1191, ο Ισαάκιος Κομνηνός αναγκάστηκε να παραδώσει το κάστρο αυτό μαζί με άλλα στο Ριχάρδο Λεοντόκαρδο. Η ονομασία Buffavent πιθανόν να δόθηκε στο κάστρο από τους Φράγκους σε ανάμνηση του φρουρίου Buffavent στα όρη της Σαβοΐας Το Βουφαβέντο ήταν επίσης γνωστό και ως Φρούριο των Λεόντων ή Λεών (του Λιόντα κατά το Λεόντιο Μαχαιρά)». Σε μια πινακίδα, όμως, οι κατοχικές δυνάμεις αναφέρουν ότι στα ιταλικά, Βουφαβέντο σημαίνει τόπος που τον δέρνουν οι άνεμοι.










Σε κάποιο σημείο, ατενίζεις όλη τη βόρεια θάλασσα, τη θάλασσα της Κιλικίας και καταλαβαίνεις γιατί είχε τόση στρατηγική σημασία το κάστρο αυτό, όπως και τα άλλα της οροσειράς του Πενταδακτύλου, που κτίστηκαν στα τέλη του 11ου  αρχές του 12ου αιώνα, αφού  παρακολουθούσαν τις κινήσεις των πλοίων και ειδοποιούσαν με φωτεινά σήματα την πρωτεύουσα.


Αυτή την εποχή η Κύπρος ήταν πολύ σημαντική για τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία από πολιτικής και στρατιωτικής απόψεως, αφού σχεδόν ολόκληρη η Μικρά Ασία είχε καταληφθεί από τους Σελτζούκους Τούρκους.



«Κατά τις παραμονές της Οθωμανικής εισβολής, το 1570, ο Astorre Baglione, ο οποίος προετοίμαζε την άμυνα της Λευκωσίας φέρεται να έστειλε στο κάστρο όσους δεν μπορούσαν να πολεμήσουν». 

Η κατάβαση ήταν καταφανώς πολύ πιο εύκολη. Παρόλο που υπάρχουν πολλά σκαλοπάτια, αυτά εναλλάσσονται με μονοπάτια από τσιμέντο που ­διευκολύνουν το περπάτημα. 



Δυστυχώς, όμως, τα μονοπάτια είναι χώρος αφόδευσης για τα ζωντανά τους, δημιουργώντας αλγεινή εντύπωση στον επισκέπτη.
Κατεβήκαμε, λοιπόν, ευχαριστώντας τον Θεό και τον Άγιο Χρυσόστομο, του οποίου το μοναστήρι είναι πιο κάτω και η ίδρυσή του συνδέεται με το κάστρο. Ανέκαθεν, μου άρεσε πολύ η ιστορία αυτής της βενετσιάνας κυράς, της Μαρίας ντε Μολίνο, που αποκλεισμένη, λόγω της λέπρας, πάνω στο κάστρο του Βουφαβέντο, μετά τη θαυματουργή ίασή της, έκτισε το μοναστήρι του Αγίου Χρυσοστόμου, λίγο πιο κάτω, στο χωριό Κουτσοβέντης.

Τι είχε συμβεί; Μαζί  με την κυρά του αρρώστησε από τη λέπρα και το σκυλάκι της, η μοναδική της συντροφιά, το οποίο έφυγε, κι όταν σε λίγο καιρό επέστρεψε, παρατήρησε ότι άρχισε να γιατρεύεται. Έστειλε, τότε, η κυρά τον δούλο της για να δει πού πήγαινε το σκυλάκι. Και ανακάλυψε ότι αυτό πλενόταν σε μια πηγή, κάτω από το βουνό. 


Πλύθηκε, λοιπόν, και η κυρά, κι έγινε καλά. Όταν ήρθε ο καιρός να κατέβει στην πόλη, για να ζήσει με την οικογένειά της, την παραμονή της αναχώρησής της, εμφανίστηκε ο Άγιος Χρυσόστομος στον ύπνο της και  της είπε να κτίσει ένα μοναστήρι στο όνομά του και να περάσει την υπόλοιπη ζωή της εκεί. Έτσι και έγινε. Έκτισε σε λίγο καιρό το μοναστήρι, έφερε μοναχούς, το προίκισε με κτήματα πολλά και χρήματα, κι έμεινε εκεί σε όλη της τη ζωή.

Το μοναστήρι του Αγίου Χρυσοστόμου, το οποίο αποτελεί εξαρχία του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων, σήμερα είναι απρόσιτο για μας, αφού μετά τη λεηλασία του από τις τουρκικές δυνάμεις κατοχής, χρησιμοποιείται ως στρατόπεδο, και είναι απαγορευμένη στρατιωτική ζώνη.

Εμείς, όμως, το κρατάμε στη μνήμη μας ατόφιο, όπως ήταν τότε, αφού πολλές φορές το επισκεφθήκαμε, επειδή συνηθίζαμε να βαφτίζουμε παιδιά εκεί ή να πηγαίνουμε εκδρομές. Το μοναστήρι είναι φημισμένο για την πηγή του η οποία θεραπεύει δερματικές ασθένειες.

Μετά το Βουφαβέντο, στα δυτικά, κοντά στο χωριό Συγχαρί, στην επιστροφή μας, σταματήσαμε στο μοναστήρι της Παναγίας της Αψινθιώτισσας. Ερημιά και βεβήλωση. Σταύλος για τα ζώα. Καταφύγιό τους. Τα γύρω κτίσματα, ερείπια. Μαχαιριά στην καρδιά.

Το μοναστήρι αυτό είναι από τα πιο σημαντικά της βυζαντινής περιόδου. Πήρε το όνομά του από έναν θάμνο., την αψινθιά, που σκέπαζε καλά το στόμιο της σπηλιάς, μέσα στην οποία ένας καλόγερος, για να σώσει, από τη μανία των Εικονομάχων, έκρυψε την εικόνα της Παναγίας. Αργότερα, όταν έγινε η αναστήλωση των εικόνων, οι κάτοικοι σε αυτό το σημείο έβλεπαν ένα παράξενο φως να λάμπει. Βρήκαν την εικόνα της Παναγίας και έκτισαν το μοναστήρι το οποίο, όπως μαρτυρείται, είχε μεγάλη περιουσία κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας. Περιλάμβανε, μάλιστα, και τα δυο χωριά, το Βουνό και το Συγχαρί. Όμως, κατά την περίοδο της τουρκικής κατοχής του νησιού μας, έχασε την αυτονομία του και έγινε μετόχι του Παναγίου Τάφου και εξάρτημα του μοναστηριού του Αγίου Χρυσοστόμου.

Με την εισβολή κλάπηκαν οι εικόνες και καταστράφηκαν οι τοιχογραφίες της Μονής του 12ου – 14ον αιώνα, και σήμερα ανακαλύπτονται σε ευρωπαϊκές αγορές αρχαιοτήτων.

Φεύγουμε με βαριά καρδιά από το άλλοτε όμορφο μοναστήρι της Παναγίας της Αψινθιώτισσας, και κάνουμε αυτό που μας έχει απομείνει. Αυτό που είναι η μοναδική παρηγοριά μας σε τούτα τα δίσεκτα χρόνια της προσφυγιάς μας. 

Προσευχόμαστε στην Παναγία μας και στον Άγιο Χρυσόστομο να κάνουν το θαύμα τους. Να λυπηθούν τον λαό μας. Γιατί, πιστεύουμε ακράδαντα ότι οι Άγιοί μας είναι εκεί και μας προσμένουν να γυρίσουμε πρώτα στην πίστη μας και μετά στη γη μας.

             
Τα πέντε δάκτυλα









Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2013

Άγιος Ιλαρίωνας

Ευλογημένη η στιγμή που πήραμε την απόφαση να επισκεφτούμε τον Άγιο Ιλαρίωνα. Από όσα μέρη κι αν γύρισα στον κόσμο, το πιο εντυπωσιακό, το πιο επιβλητικό και το πιο μεγαλεπήβολο, νομίζω, είναι ο Άγιος Ιλαρίωνας. Ασφαλώς, σ’ αυτό συνέτεινε και η  συναισθηματική φόρτιση που με τύλιξε. Με καθήλωσε με τη μεγαλοπρέπειά του. Με σαγήνευσε με την ομορφιά του. Ένιωσα έναν ίλιγγο στη θέα του. Φορτίστηκα υπερβολικά από τη μεγαλοσύνη του, μα και την ατυχία μας να τον χάσουμε από τις διακοινοτικές ταραχές του 1963-64.

Είναι το μόνο μέρος στην κατεχόμενη γη μας που δεν είχαμε την τύχη να γνωρίσουμε, πριν από το 1974, επειδή, όταν ήμασταν σε κατάλληλη ηλικία για να μας  τον γνωρίσει ο παπάς μου, ήταν απαγορευμένος για μας.

Πανέμορφη η μέρα που κινήσαμε για το προσκύνημα αυτό. Ηλιόλουστη και δροσερή, όπως οι πιο πολλές μέρες του Φεβρουαρίου. Ήταν 8 Φεβρουαρίου, και ήμουν πολύ συγκινημένη που θα επισκεπτόμασταν αυτό το καστροπάλατο του Πενταδακτύλου, που συνδέεται με τις πιο μελανές σελίδες της πρόσφατης ιστορίας του νησιού μας. Εκεί πάνω, σ’ αυτόν τον επιβλητικό βράχο, πολέμησαν οι καταδρομείς μας τον Ιούλιο του 1974 κατά τη διάρκεια νυκτερινής καταδρομικής ενέργειας εναντίον των θέσεων των Τούρκων αλεξιπτωτιστών που εισέβαλαν στο νησί μας.

Πιο πολύ γνωστές, όμως, είναι οι μάχες που έδωσαν τα παλληκάρια μας, «οι λεγόμενοι Κοκκινοσκούφηδες του Λυσσαρίδη και οι Λόχοι της Εθελοντικής Εθνοφρουράς που εσπευσμένα συγκροτήθηκαν για ν’ αντιμετωπίσουν από τις 21.12.1963 την προσχεδιασμένη ένοπλη Τουρκανταρσία. Εκεί στον Πενταδάκτυλο, μ’ επικεφαλής τον ταγματάρχη Δημήτριο Πούλιο, αυτόν που αργότερα θα θυσιαστεί στην Αμμόχωστο, από τις 23 Απριλίου 1964 πραγματοποιούν επιχειρήσεις εκκαθάρισης των ενόπλων Τούρκων στασιαστών της ΤΜΤ και της ΤουρΔυΚ, στην οροσειρά, από την Άσπρη Μούττη έως Κυπαρισσόβουνο».




Να, τι γράφει ο απεσταλμένος της εφ. «Χαραυγή», Πανίκος Παιονίδης:

Κυριακή, 26η Απριλίου 1964, 1η σελίδα εφημ.«Χαραυγή»

«Εκκαθαρίστηκαν οι συμμορίτες δυτικώς του Αγ. Ιλαρίωνα. Σαρωτική τετράωρη επιχείρηση. Απελευθερώθηκαν από το τρομοκρατικό άγος επτά ελληνικά χωριά της περιοχής. Εφονεύθησαν αρκετοί στασιαστές. Μέλος της Εθνοφρουράς έπεσε μαχόμενο».  


Ξεκινήσαμε από τη Λευκωσία και πήραμε τον δρόμο για την Κερύνεια. Στρίψαμε αριστερά, περάσαμε ένα στρατόπεδο, και σε λίγο εμφανίστηκε μπροστά μας επιβλητικό το κάστρο του Αγίου Ιλαρίωνα. Με τύλιξε η συγκίνηση. Ένιωσα ένα δέος να διαπερνά το κορμί μου, στο αντίκρισμα των πελώριων βράχων που ορθώνονται λες κι απειλούν τον ουράνιο θόλο. Συναισθηματικά φορτισμένη, έμεινα και το κοιτούσα. 

Σκαρφαλωμένο σε υψόμετρο 725 μέτρων, κατασκευάστηκε από τους Βυζαντινούς τον 11ο  μ.Χ. αιώνα, επί βασιλείας Αλέξιου Α΄ του Κομνηνού για να αντιμετωπίσουν τους Σελτζούκους Τούρκους, εκεί που είχε ασκητέψει ο Άγιος Ιλαρίωνας ο Νέος, ένας από τους 300 αλαμάνους αγίους της Κύπρου, που ήρθαν από την Παλαιστίνη.


Άλλοι Άγιοι που αποβιβάστηκαν στην Κερύνεια τότε ήταν ό Άγιος Επίκτητος, ο Άγιος Επιφάνιος, ο Άγιος Μίκαλλος κ.α. Η μνήμη του Αγίου Ιλαρίωνα εορτάζεται στις 21 Οκτωβρίου, ημέρα που εορτάζονται και οι μνήμες του Αγίου Ιλαρίωνα του Μεγάλου και Ιλαρίωνα και Βαρνάβα των εν Περιστερώνα της Μόρφου.

Μετά το δέος που ένιωσα στη θέα αυτών των βράχων και του κάστρου που το στεφανώνει, το οποίο, ας σημειωθεί, κτίστηκε από πουρόπετρες που μετέ φεραν εργάτες από τα λατομεία της Κερύνειας, περνάμε την είσοδο του κάστρου, τα Προπύλαια, και βρισκόμαστε σε μια αυλή γεμάτη από δέντρα, κυρίως φοινικιές, αλλά και ματσικόρυδα τα οποία απαθανάτισα.



Τα Προπύλαια ήταν ένα ημικύκλιο με μια είσοδο από σιδερόπορτα και οχυρώσεις που προστάτευαν την κύρια είσοδο του φρουρίου. Η δεύτερη, η κύρια είσοδος, προστατευόταν από δυο προεξέχοντες πύργους. Πάνω από την πόρτα είχε τέσσερα μπαλκόνια με τρύπες, από όπου έριχναν στους πολιορκητές ζεστό λάδι ή ζεστό νερό.

Μπαίνοντας έβρισκες δυο δωμάτια - στρατώνες. Πιο πέρα υπήρχε ένας τρίπατος πύργος με πολεμίστρες, όπου ανέβαινες με εξωτερική σκάλα. Επίσης, υπήρχε ένας σταύλος με ψηλή είσοδο για τους ιππότες που έμπαιναν έφιπποι. Για να μπορέσουν να κατεβούν από τα άλογα οι ιππότες έπρεπε να κρατηθούν από ένα σχοινί που ήταν δεμένο στη μέση της στέγης. Γύρω-γύρω σ' αυτή την αίθουσα υπήρχαν τρύπες για να δένουν τα άλογα. Ο σταύλος είχε 100 πόδια μήκος και 20 ύψος. 

Έξω από το κάστρο σε απόσταση μισού χιλιομέτρου υπάρχει μια κοιλάδα, η «λίμνη», όπου γίνονταν κονταρομαχίες, «τουρνουά», των ιπποτών. Πάνω στα τείχη του φρουρίου σ' αυτή την πλευρά υπήρχαν εξώστες, από όπου οι κυρίες παρακολουθούσαν τις κονταρομαχίες' και ξεχώριζαν τους ιππότες από τα χρώματα που φορούσαν. 

Εδώ στο πρώτο επίπεδο του κάστρου, σήμερα έχουν οι κατακτητές ένα Μουσείο με τοιχογραφίες, βενετσιάνικα νομίσματα και πίνακες με σχέδια των διαφόρων επιπέδων του κάστρου. 





Για να γνωρίσουμε την τοπογραφία του φρουρίου, καταφεύγουμε σε έναν Κερυνιώτη, τον φύλακα του φρουρίου, τον Γιάννη Κλεάνθους, ο οποίος αφηγείται:

«Μετά το στάβλο υπήρχε μια στέρνα και μετά βρισκόμαστε κάτω από τον γκρεμό με τα αιωνόβια κυπαρίσσια. Διερωτάσαι πώς βρίσκουν χώμα για να τραφούν, όπως βλαστάνουν μέσα στο βράχο. 


Από το σημείο αυτό αρχίζει η δεύτερη οχυρωματική γραμμή, όπου έμεναν οι ιππότες. Εδώ ήταν και η εκκλησία. Πρώτα κτίστηκε το 10ο αιώνα η βυζαντινή εκκλησία που είναι αφιερωμένη στον Άγιο Ιλαρίωνα, μετά προστέθηκαν δωμάτια των μοναχών και τραπεζαρία, όταν έγινε μοναστήρι, και επί Αλεξίου Κομνηνού οχυρώθηκε ο τόπος. Όταν ήρθαν οι Λουζινιανοί, ψήλωσαν τα τείχη και έκτισαν το βασιλικό παλάτι στην κορυφή του φρουρίου. Η θέα από το παλάτι είναι μεγαλοπρεπής». 

Πραγματικά, σε λίγο μπροστά μας ορθώθηκε η βυζαντινή εκκλησία, ερειπωμένη σήμερα. Ανεβαίνουμε λίγα σκαλιά και βρισκόμαστε μπροστά σε μια ημικυκλική αψίδα. Μπαίνουμε μέσα. Συγκίνηση! Σοκ και δέος! Μια μεγάλη στο κέντρο και εκατέρωθέν της δυο μικρότερες ημικυκλικές αψίδες σε αποχρώσεις του καφέ χρώματος, μπροστά από το ιερό, μας συγκλονίζουν με την ομορφιά τους. 


Στη θέση της Αγίας Τράπεζας στέκει ένα άσπρο μάρμαρο και πίσω της τρία μακρόστενα, ορθογώνια παράθυρα  τηρούν τη θάλασσα της Κερύνειας. Στέγη δεν υπάρχει και το πάτωμα είναι σχεδόν όλο από χώμα, εκτός από κάποια σημεία που πατάμε στο τσιμέντο. Εκεί που οι τοίχοι εφάπτονται στο χώμα, ξεφυτρώνουν αγριόχορτα…

Στη συνέχεια, φτάνουμε στην τραπεζαρία των ιπποτών με ένα μπαλκόνι εξήντα πόδια μήκος· επιδιορθώθηκε και λειτούργησε μόνο ένα χρόνο πριν από την ανταρσία του 1963. 

Απ' εδώ η θέα προς την Κερύνεια είναι εξαίσια. Σαν ένα πανόραμα η Κερύνεια απλώνεται προς τα κάτω, ενώ η ανάσα μας κόβεται από τα απότομα βράχια που πλαισιώνουν το φρούριο. Ευτυχώς, υπάρχουν και πολλά πεύκα και κυπαρίσσια ολόγυρα και μας αποζημιώνουν από την αγριάδα του τοπίου. Η τραπεζαρία των ιπποτών λειτουργεί σήμερα ως κιόσκι. Belvedere το είπανε.


«Μετά τα δωμάτια των ιπποτών, την αποθήκη σιταριού και μια στέρνα, τελειώνει η δεύτερη οχυρωματική γραμμή και αρχίζει το ανέβασμα. 



Τα 300 σκαλιά προστατεύονται από τον «πύργο του πρίγκιπα». Μετά τα σκαλιά φτάνουμε σε μια οχύρωση· μεταξύ των βράχων, όπου υπήρχε ένα τείχος βυζαντινό, για να κλείει το πέρασμα. Οι Βυζαντινοί είχαν μόνο οχυρωματικά έργα, δεν είχαν τόπους διαμονής. 

Στους βράχους, πριν ανεβούμε τη σκάλα είναι ένας γκρεμός. Μέσα στο βράχο έχει αγριογαρυφαλλιές με πεντάφυλλα γαρύφαλλα. Ήταν εκεί ως το 1960. Θυμούμαι που ανέβηκα κι έκοψα. 


Πριν από την τρίτη οχυρωματική γραμμή υπήρχε ένας αγριοκυπάρισσος με ένα αγιόκλημα. Όταν άνθιζε μέσα στο Μάιο μύριζε όλη η περιοχή. Τι ομορφιά! Μέσα στη ρίζα του κυπαρισσιού υπήρχε μια αγριολαψάνα. Έβγαζε ένα ωραιότατο άσπρο λουλούδι, το λέγαμε αρκοκράμπι. Ανεβαίνοντας τα 300 σκαλιά έβλεπες κυκλάμινα. Τα πρώτα κυκλάμινα έβγαιναν το Σεπτέμβρη με τη νοδκιά». 

Διαβάζοντας αυτά τα λόγια λες και σταμάτησε ο χρόνος τότε. Τότε, πριν χάσουμε από τα χέρια μας αυτό το απόρθητο φρούριο από το οποίο οι βιγλάτορες έλεγχαν όλη τη θάλασσα της Κιλικίας. Ευτυχώς, το ανέβασμα είναι εύκολο, γιατί είναι δροσιά και υπάρχει ένα κιγκλίδωμα στην άκρη της σκάλας το οποίο βοηθά πολύ. Ολόγυρα ξεφυτρώνουν πανύψηλα, αιωνόβια πεύκα και κυπαρίσσια κι άλλα δέντρα που δεν τα καταλαβαίνω, όπως και πολλοί θάμνοι.

«Μπαίνουμε στην τρίτη οχυρωματική γραμμή. Εδώ υπήρχαν μαγειρεία, φούρνος και μια τεράστια στέρνα. Κτίσανε πρώτα τη στέρνα, για να έχουν νερό να κτίσουν τα βασιλικά διαμερίσματα. Και φτάνουμε στο ισόγειο του παλατιού· με μια σκάλα ανεβαίνουμε στο πάνω πάτωμα, στα υπνοδωμάτια... Το παράθυρο της βασίλισσας με το γλυπτό διάκοσμο είχε μια μαγευτική θέα προς τα κάτω, προς το Κάρμι, προς τη Λάπηθο και τον Κόρνο. 

Με σκάλα ανεβαίνουμε σε τρεις πύργους· οι δυο προστάτευαν τα νότια του φρουρίου, την κοιλάδα, και ο τρίτος τον πύργο του πρίγκιπα. Ήταν ένα πανόραμα! Κάτι που δεν περιγράφεται. Το φρούριο ήταν απόρθητο· ποτέ δεν καταλήφθηκε από έφοδο». 

Φτάνουμε, λοιπόν, στην τρίτη οχυρωματική γραμμή. Η θέα από δω είναι ασύλληπτη. Μεγαλειώδης! Μας κάνουν εντύπωση τα δέντρα με τα γυμνά κλαδιά που ξεφυτρώνουν μέσα από τους βράχους και αιωρούνται στο βάραθρο. 

Μα βλέπουμε και ελιές και μερσίνια, αλλά και κάποια λουλούδια και θάμνους που δεν τους ξέρουμε. 

Εντύπωση, επίσης, μας προκάλεσε και το θέαμα των στρογγυλών βράχων, όπως και μια ανθισμένη αμυγδαλιά, που δεν κατέχει από σκλαβιά και κατοχή και ανθίζει μες το καταχείμωνο.

Είδαμε την κουζίνα και τη στέρνα. Είδαμε και το παλάτι. Ανεβήκαμε και στα βασιλικά διαμερίσματα. Νιώθαμε σαν τον Νεοζηλανδό σερ Έντμοντ Χίλαρι, όταν κατέκτησε τα Ιμαλάϊα το 1953. Το αίσθημα είναι ανεπανάληπτο. Αφήσαμε τη ματιά μας να απλωθεί και να αγκαλιάσει την πλάση. Τούτο τον παράδεισο που μας χάρισε ο Πανάγαθος και δεν σταθήκαμε άξιοι να τον κρατήσουμε.

Αξίζει να τονιστεί ότι κατά τη φράγκικη περίοδο κτίστηκαν τα βασιλικά διαμερίσματα, γιατί σε περιόδους ειρήνης το κάστρο το χρησιμοποιούσε,  η βασιλική οικογένεια της Κύπρου για εξοχική κατοικία. Μετά το 14ο αι. το κάστρο αυτό, αλλά και άλλα ορεινά οχυρά, σταδιακά εγκαταλείφθηκε, αφού οι εξελίξεις στις πολεμικές τέχνες κατέστησαν τα φρούρια αυτά αναποτελεσματικά. Με την κυριαρχία των Βενετών το 1489, τα ορεινά κάστρα του Αγίου Ιλαρίωνα, της Καντάρας και του Βουφαβέντο κατεδαφίστηκαν για να μην υπάρχει ο κίνδυνος κατάληψής τους από τους εχθρούς.

«Μια παράδοση λέει πως το κάστρο ήταν απόρθητο. Δυο χρόνια το πολιορκούσαν οι εχθροί δίχως να μπορέσουν να το πάρουν. Η Ρήγαινα με 101 υπηρέτριες και πλήθος στρατιωτών, υπερασπιστών του κάστρου, έμενε εκεί ατάραχη και ξένοιαστη. Οι πολιορκητές, σαν είδαν πως δεν μπορούσαν να πάρουν το κάστρο με τον πόλεμο, σκέφτηκαν να το πάρουν με το δόλο. Εκείνοι που έκαναν πως έφυγαν, κρύφτηκαν πίσω από το διπλανό βουνό. Εκεί διάλεξαν ένα στρατιώτη, τον έντυσαν με γυναικεία φορέματα σαν ετοιμόγεννη γυναίκα. Τον έστειλαν πίσω από το μονοπάτι και φώναζε πως τάχα είναι γυναίκα χωρική και την έπιασαν οι πόνοι μέσα στα βουνά. Παρακαλούσε να της ανοίξουν για να γεννήσει τάχα με τη βοήθεια τους.

Μια υπηρέτρια που τον είδε έτρεξε στη Ρήγαινα και την παρακάλεσε να λυπηθεί τη γυναίκα και να προστάξει να της ανοίξουν, γιατί είναι κρίμα να μείνει αβοήθητη. Μια άλλη υπηρέτρια εμπόδιζε τη Ρήγαινα να δεχτεί να ανοίξουν. Μα η Ρήγαινα λυπήθηκε τη γυναίκα και πρόσταξε να τη δεχτούν. Μόλις άνοιξε η πόρτα όρμησε στο κάστρο ολόκληρο ασκέρι. 

Η Ρήγαινα σαν έμαθε το θλιβερό μαντάτο κάλεσε κοντά της τις υπηρέτριες της και τους είπε να την ακολουθήσουν. Πήδησε στο κενό από το παράθυρο μαζί και όλες οι υπηρέτριες. Έτσι ξέφυγαν την ατίμωση που τις περίμενε». (Νέαρχος Κληρίδης)

Σύμφωνα με μια άλλη παράδοση το φρούριο το έχτισε μια όμορφη κυρά, η Ρήγαινα, η οποία όμως είχε κακή καρδιά και βασάνιζε τους εργάτες. Όταν τελείωσε η κατασκευή του, διέταξε τους στρατιώτες της να πετάξουν στον γκρεμό τους εργάτες για να μην αποκαλύψουν τα μυστικά του κάστρου, όπως κι έγινε. Η ίδια παράδοση επικρατεί και για τα άλλα δύο κάστρα του Πενταδάκτυλου, το κάστρο του Βουφαβέντιου και το Κάστρο της Καντάρας.

Πρέπει να αναφέρουμε ότι για το κτίσιμό του εργάστηκαν χιλιάδες εργάτες, πρωτομάστορες, μηχανικοί, και κατάφεραν να το κάνουν ένα από τα καλύτερα οχυρωματικά έργα της Μεσαιωνικής εποχής.

Κατεβαίνοντας από το κάστρο, ατενίζουμε όλη τη Μεσαορία μας μα και τη θάλασσα της Κερύνειας. Οι απόκρημνοι, κατακόρυφοι  βράχοι με τη μεγαλοπρέπειά τους, μας  κόβουν ξανά την ανάσα. Το ανέβασμά μας σε αυτό τον θείο εξώστη, ήταν ένα τάμα της ψυχής μας που εκπληρώθηκε. 


Τα συναισθήματα που νιώσαμε είναι πραγματικά δύσκολο να εκφραστούν. Ευφράνθηκε, όντως, η ψυχή μας, μα και πόνεσε αφόρητα! Ο Θεός και ο Άγιος Ιλαρίωνας να δώσουν να ανέβουμε ξανά στο κάστρο ελεύθεροι σε μια επανενωμένη πατρίδα.