Σάββατο, 27 Δεκεμβρίου 2014

Ταξίδι στην Ολλανδία-Μέρος Ε΄- Ξενάγηση στην πόλη του Άμστερνταμ


Υπέροχα λουλούδια στον δρόμο μου, φεύγοντας από το σπίτι της Άννας Φρανκ
και πηγαίνοντας στην Πλατεία Νταμ








Εικόνες της πόλης, όπως τις απαθανάτισα, περπατώντας
 προς την πλατεία Νταμ από το Μουσείο της Άννας Φρανκ



Μετά την ξεκούραση στην καφετέρια με ζεστή σοκολάτα, πήραμε το τουριστικό λεωφορείο για ξενάγηση στην πόλη.

 Ξεκινήσαμε από μια στάση πίσω από την πλατεία Νταμ, έξω από το Royal Palace Hotel, και μέσω της Raadhuisstraat περάσαμε από μια πλούσια σήμερα περιοχή, τη Jordaan District, στην οποία κάποτε ζούσαν φτωχοί εργάτες. Εδώ μετακόμισε και ο Ρέμπραντ μετά την πτώχευσή του, όταν έφυγε από το σπίτι του.
Περνάμε από το Μουσείο Θεάτρου και τη Wester Church, ενώ πιο πίσω βρίσκεται και το σπίτι της Άννας Φρανκ.
 Ανάμεσα στα διάφορα που άκουσα, βάζοντας τα ακουστικά μου στο λεωφορείο, ήταν ότι στην πόλη των ποδηλάτων χάνονται κάθε χρόνο 60,000 ποδήλατα, γι’ αυτό πολλοί αγοράζουν μεταχειρισμένα. Μάλιστα, είδαμε σε πολλά σημεία της πόλης και πολυώροφους χώρους στάθμευσης ποδηλάτων. 

Προχωρώντας, φτάσαμε στην πλατεία Λάιτσε, Leidse Square, με τα θέατρά της, στην οποία δεσπόζει το Hard Rock Café και μετά είδαμε το Βόντελ Παρκ, αγγλικού ρυθμού, που εγκαινιάστηκε το 1864. Τότε λεγόταν Νέο Πάρκο, αλλά ύστερα ο κόσμος το είπε Βόντελ Παρκ, Vondelpark, από έναν γνωστό Ολλανδό ποιητή. Το 1996 το πάρκο ανακηρύχτηκε ως εθνικό μνημείο.
Το Rusk Museum



Σταματάμε στη συνοικία των Μουσείων. Εδώ εντυπωσιάζει το Rusk Museum (Rijksmuseum), το μεγαλύτερο Μουσείο στις Κάτω Χώρες με περισσότερους από ένα εκατομμύριο τουρίστες τον χρόνο. 

Κατέχει μια ασυναγώνιστη συλλογή της ολλανδικής τέχνης.
Η πρώτη συλλογή του Μουσείου αυτού στεγάστηκε στον πρώτο όροφο του βασιλικού παλατιού, όταν ο αδελφός του Ναπολέοντα, ο Λουδοβίκος Βοναπάρτης το 1808 θέλησε να κάνει το Άμστερνταμ πολιτιστική πρωτεύουσα του βασιλείου του, εκτός από πολιτική.
Το 1885 κτίστηκε το επιβλητικό κτήριο από κόκκινο τούβλο που βλέπουμε μπροστά μας και μας καθηλώνει με τη μεγαλοπρέπειά του. «Πάνω από 260 αίθουσες φιλοξενούν ανεκτίμητης αξίας καλλιτεχνικούς θησαυρούς».
Δυστυχώς, όταν φτάσαμε στο Μουσείο ήταν η ώρα που θα έκλεινε, λίγο πριν από τις 6 μ.μ., κι έτσι, κάναμε τη βόλτα μας στη συνοικία των Μουσείων, με την υπόσχεση να ξαναπάμε την επομένη.


 Υπάρχουν αρκετά Μουσεία σε αυτή την περιοχή, όπως το Μουσείο Διαμαντιών, το Μουσείο Βαν Γκογκ,

Η ανθισμένη αμυγδαλιά

Το υπνοδωμάτιο

Αυτοπροσωπογραφία του Βαν Γκόγκ
Το Μουσείο Βαν Γκόγκ από την πίσω πλευρά

Είσοδος Μουσείου Βαν Γκόγκ


Είσοδος Μουσείου
Έξω από το Μουσείο

το House of Bols, το Stedelijk Museum, και πιο πίσω η Όπερα της πόλης, ένα μεγαλόπρεπο κτίσμα.

Ξανά στο λεωφορείο Hop on Hop off για να συνεχίσουμε την ξενάγηση της πόλης. Επόμενος σταθμός είναι το Heineken Experience, ένα διαδραστικό μουσείο όπου διαφημίζουν μπύρες Heineken.  Για τους λάτρεις της μπύρας είναι μια υπέροχη εμπειρία, καθώς βλέπουν τη ζυθοποιία αυτή με τα τεράστια καζάνια και μαθαίνουν για την παραγωγή της μπύρας, την ιστορία της, πώς πίνεται η μπύρα, ενώ δοκιμάζουν μέχρι και τρεις μπύρες. Ταυτόχρονα, υπάρχουν πολλές διαδραστικές δραστηριότητες που προσφέρουν άφθονη διασκέδαση!

Προχωρώντας με το λεωφορείο πληροφορούμαστε ότι οι αγρότες και κτηνοτρόφοι κυρίως φορούσαν ξύλινα τσόκαρα για να μένουν τα πόδια τους στεγνά από την υγρασία. Γι’ αυτό παντού στα καταστήματα τουριστικών ειδών βλέπουμε να πουλούν ξύλινα τσόκαρα!

Επόμενος σταθμός το Artis Zoo, ο παλαιότερος ζωολογικός κήπος της Ολλανδίας, και ένας από τους παλαιότερους στην Ευρώπη. 

Αποτελείται από τον ζωολογικό κήπο, το πλανητάριο, τους βοτανικούς κήπους και το γεωλογικό και ζωολογικό μουσείο.
Επιπλέον, βλέπουμε το Μουσείο της Αντίστασης κατά των Ναζί, το Ναυτικό Μουσείο, και πιο πίσω το NEMO, ένα Επιστημονικό Κέντρο σε σχήμα πλοίου με πρασινάδα στην επιφάνειά του.
Το λεωφορείο φτάνει τώρα στην εβραϊκή συνοικία της πόλης. Οι Εβραίοι έφτασαν στο Άμστερνταμ πριν από 400 χρόνια, όταν έφυγαν από την Αμβέρσα. Ήταν τεχνίτες κοπής διαμαντιών. Μάλιστα βλέπουμε και το εργοστάσιο κοπής διαμαντιών του Οίκου Gassan, το Gassan Diamonds. Πιο πίσω είναι το σπίτι του Ρέμπραντ και το Waterlooplein Flea Market, μια υπαίθρια αγορά.

Εδώ βρίσκεται και το Ιστορικό Μουσείο των Εβραίων, Jewish Historical Museum. Πιο κάτω περνάμε από το Μουσείο Ερμιτάζ που λειτουργεί σε συνεργασία με το Μουσείο Ερμιτάζ της Αγίας Πετρούπολης.
Είναι γνωστό ότι το Άμστερνταμ έχει τέσσερα μεγάλα κανάλια στα οποία βλέπουμε σπίτια κυρίως καλλιτεχνών, με όλες τις ανέσεις. Τα κανάλια αυτά δείχνουν τη δύναμη της πόλης η οποία τον 17ο αιώνα ήταν παγκόσμιο κέντρο οικονομικής ισχύος.
Ακολούθως, ακούμε για το Icebar, ένα μπαρ στο οποίο όλα είναι φτιαγμένα από πάγο και η θερμοκρασία δεν ανεβαίνει πάνω από τους -10 βαθμούς Κελσίου.
Ακούμε και για την Εθνική Τράπεζα της Ολλανδίας και μαθαίνουμε ότι μέχρι το 1900 είχε το υψηλότερο ακαθάριστο προϊόν στην Ευρώπη.

Περνούμε πιο κάτω από τη διάσημη γέφυρα Σκίνη, Skinny Bridge, που οι Ολλανδοί την αποκαλούν Magere Brug, κατά μήκος του ποταμού Άμστελ και απέναντι από το Royal Theatre Carre . Είναι μια παλιά, κτίστηκε το 1670, ξύλινη γέφυρα δύο κομματιών για την οποία η παράδοση λέει ότι πήρε το όνομά της από τις αδελφές Mager που ζούσαν στις αντίθετες όχθες του ποταμού και την έχτισαν για να τις διευκολύνουν να επισκέπτεται η μία την άλλη. Άλλη εκδοχή λέει ότι η γέφυρα αυτή ήταν τόσο στενή (Mager στα ολλανδικά σημαίνει skinny) που μετά βίας χωρούσε δύο άτομα να περάσουν, γιατί τους έλειψε το σίδερο.
Σήμερα, μετά την αντικατάστασή της από άλλη μεγαλύτερη το 1871, είναι μια από τις πιο όμορφες γέφυρες της πόλης και ανοίγει κάθε είκοσι λεπτά περίπου, για να διέρχονται οι βάρκες από τη μια στην άλλη πλευρά του ποταμού. Τα βράδια ιδιαίτερα με τα φώτα είναι πολύ ρομαντική! Υπάρχουν, όπως είναι φυσικό, κι άλλες γέφυρες αυτού του τύπου στο Άμστερνταμ. Συνολικά, στην πόλη υπάρχουν 12,000 γέφυρες, πολλές του 17ου αιώνα.

Συνεχίζοντας το ταξίδι μας παρατηρούμε ότι δεν υπάρχουν ψηλά κτήρια, επειδή το έδαφος δεν είναι σταθερό. Ακούοντας την ξενάγηση μαθαίνουμε για το πρόβλημα με τους ξύλινους πασσάλους που υπάρχουν στις γέφυρες, και οι οποίοι σαπίζουν. Ακούμε, επίσης, ότι στα κανάλια γίνεται συνεχώς σχολαστικός έλεγχος της στάθμης του νερού.
Φτάνουμε στην Παλιά Πύλη που μοιάζει με την Αψίδα του Θριάμβου. Μέσα από αυτή την πύλη εισήλθε ο Ναπολέων. Ως τότε η πρωτεύουσα της χώρας ήταν η Χάγη, και ο Ναπολέων έκανε πρωτεύουσα το Άμστερνταμ. Έτσι, έμειναν δυο πρωτεύουσες, με την έδρα της κυβέρνησης στη Χάγη.
Σε λίγο, βλέπουμε το Τροπικό Μουσείο, αφιερωμένο στους πρώτους που ταξίδεψαν σε τροπικές χώρες, ενώ πιο πίσω βρίσκεται το Oosterpark.

Ο ανεμόμυλος De Gooyer

Τελευταίο αξιοθέατο που είδαμε από το λεωφορείο ήταν ο ανεμόμυλος, Windmill De Gooyer. Υπάρχουν οκτώ εξαίρετοι ανεμόμυλοι στην καρδιά της πόλης. 

Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2014

Ταξίδι στην Ολλανδία-Μέρος Δ'- Σπίτι Άννας Φρανκ


Υπαίθρια Αγορά

Στη συνέχεια, γυρίζω ξανά στην πλατεία Νταμ από τον παράλληλο δρόμο,



περνώ από μια υπαίθρια αγορά με πολύ ενδιαφέροντα πράγματα, 





κάθομαι σε ένα ωραίο καφέ και απολαμβάνω την κίνηση στο κανάλι,



βλέπω το άγαλμα του Σπινόζα 






και τα λουλουδιασμένα πλοία-σπίτια μέσα στο κανάλι,



και περνώντας μέσα από στενά καταπράσινα δρομάκια, βγαίνω στον κύριο δρόμο μπροστά από ένα εργοστάσιο διαμαντιών.












Πιο κάτω στη γέφυρα ενός καναλιού βρίσκομαι μπροστά σε ένα μικρό, ανοικτό αυτοσχέδιο λεωφορειάκι-μπυραρία, με το οποίο οι τουρίστες κάνουν περιήγηση της πόλης, απολαμβάνοντας την μπύρα τους. Το είχα πρωτοδεί λίγες μέρες πριν από την εκπομπή «Επι-μένουμε Ελλάδα», όταν κάποιοι νεαροί το είχαν εισαγάγει  και στη Θεσσαλονίκη. 

΄Εξω από το σπίτι της Άννας Φρανκ
Επόμενος σταθμός μου, προσκύνημα θα το έλεγα, το σπίτι της Άννας Φρανκ, στα νότια της πλατείας Νταμ. Αφού πέρασα κάποια κανάλια, έστριψα στα δεξιά και σε λίγο ήμουν έξω από το σπίτι, όπου ουρές ανθρώπων περίμεναν υπομονετικά τη σειρά τους να μπουν μέσα. Το ευτύχημα είναι ότι είχε συννεφιά κι έτσι μπορούσε ο κόσμος να περιμένει


περίπου 1 ώρα και 30 λεπτά. Καθώς περιμέναμε, μια ευγενική κοπελίτσα από το Μουσείο μάς μοίραζε ένα ενημερωτικό βιβλιαράκι για το Μουσείο, κι έτσι διαβάζοντάς το πέρασε κάπως η ώρα της αναμονής.

Ήταν μια αληθινά συγκλονιστική εμπειρία που με φόρτισε πολύ συναισθηματικά, όπως ήταν αναμενόμενο, αλλά είναι μια επίσκεψη σε αυτό το Μουσείο που την οφείλουμε σε αυτό το θαρραλέο κορίτσι. Νομίζω ότι όλοι θα έπρεπε να έλθουν εδώ ευλαβικοί προσκυνητές του μεγαλείου της ψυχής της.

Στην είσοδο του σπιτιού, καθώς περιμένουμε να πούμε, βλέπουμε εικόνες από τη ζωή της Άννας Φρανκ και αποσπάσματα από το Ημερολόγιό της. Ένα απ’ αυτά είναι το ακόλουθο:
«One day this terrible war will be over. The time will come when we’ll be people again and not just Jews!»

Η Άννα Φρανκ γεννήθηκε στις 12 Ιουνίου του 1929 στη Φραγκφούρτη της Γερμανίας, αλλά το 1933, με την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, η οικογένειά της μετακόμισε στο Άμστερνταμ, όπου ο πατέρας της Όττο Φρανκ άρχισε τις εμπορικές του επιχειρήσεις. Όμως, οι ναζί έφτασαν και στο Άμστερνταμ, κι έτσι ο Όττο και η Έντιθ Φρανκ με τις κόρες τους Μαργκότ και Άννα στις 6 Ιουλίου του 1942, αναγκάστηκαν να κρυφτούν στην οδό Prinsengracht 263, στο κτήριο που βρισκόταν η επιχείρηση του Όττο.


Όττο Φρανκ
Τι κτήριο είχε δύο σπίτια, ένα μπροστά και ένα πίσω. Ο πατέρας της Άννας αποφάσισε, με τη βοήθεια κά
ποιων υπαλλήλων του γραφείου του, να κρυφτεί με την οικογένειά του στον πάνω όροφο του πίσω σπιτιού, μέχρι να περάσει η δοκιμασία τους, ενώ η επιχείρηση συνέχιζε να λειτουργεί. Τα παράθυρα ήταν σφραγισμένα, και όλη μέρα δεν έκαναν καμία φασαρία ούτε μπορούσαν να τραβήξουν το καζανάκι της τουαλέτας για να μην ακουστούν κάτω και προδοθούν, καθώς οι υπάλληλοι της αποθήκης δεν ήξεραν τίποτε. 


Γράφει η Άννα στο Ημερολόγιό της:
«We have to whisper and treat lightly the day, otherwise the people in the warehouse might hear us».
 Κάθε μέρα, οι μυημένοι υπάλληλοι τούς προμήθευαν με τα αναγκαία τρόφιμα, με ρούχα, με εφημερίδες, με  βιβλία κ.ά. Ασφαλώς, αυτοί οι άνθρωποι διακινδύνευαν τη ζωή τους, προσφέροντας τη βοήθειά τους. Ένας, μάλιστα, από τους υπαλλήλους, ο οποίος κατά καιρούς δεν άντεχε αυτή την ευθύνη, δεν μπορούσε να μιλήσει από την πίεση και την ένταση!
 Η Άννα πήρε το Ημερολόγιο ως δώρο από τους γονείς της για τα γενέθλια των δεκατριών της χρόνων, και το πήρε μαζί της στην κρυψώνα τους.
Στη συνέχεια, μια βδομάδα αργότερα, ήρθε και μια άλλη φιλική τους οικογένεια μαζί τους, ένας συνεργάτης του πατέρα, κι έτσι έγιναν οκτώ άτομα. Από αυτά μόνο ο πατέρας κατάφερε να επιζήσει μετά το τέλος του πολέμου, ο οποίος πήρε την απόφαση να εκδώσει το ημερολόγιο της κόρης του. Το σπίτι αυτό έγινε Μουσείο το 1960.
Μπαίνουμε μέσα, όπου επικρατεί απόλυτη σιωπή. Τα δωμάτια είναι εντελώς άδεια, αφού, μετά τη σύλληψη των ενοίκων τους, οι Ναζί πήραν τα πάντα. Όταν το σπίτι έγινε Μουσείο, ο Όττο Φρανκ επέμενε ότι έπρεπε τα δωμάτια να παραμείνουν άδεια. Το άδειο σπίτι συμβολίζει το κενό πίσω από τα εκατομμύρια ανθρώπων που συνελήφθησαν και δεν επέστρεψαν ποτέ πίσω.

Προχωρώντας, βρισκόμαστε μπροστά στην μετακινούμενη βιβλιοθήκη που ήταν και η κρυφή είσοδος στην κρύπτη της οικογένειας. Δυο χρόνια έμειναν κρυμμένοι, και οι κουρτίνες ήταν πάντα κλειστές. Η καταθλιπτική ατμόσφαιρα μαζί με τον φόβο μήπως τους ανακαλύψουν, τους προκαλούσε μεγάλο άγχος.
Περνάμε με δέος από τα διάφορα δωμάτια του σπιτιού. Σε αρκετά σημεία υπάρχουν βίντεο στα οποία μιλούν οι υπάλληλοι που τους βοηθούσαν ή ο ίδιος ο πατέρας της Άννας, που εξομολογείται ότι δεν φανταζόταν ποτέ πως η κόρη του θα έγραφε τέτοια πράγματα, και παραδέχεται ότι δεν γνώριζε την κόρη του. Ταυτόχρονα, συμβουλεύει τους γονείς να επικοινωνούν με τα παιδιά τους, να τα γνωρίζουν.
Μου έκανε εντύπωση μια κυρία που είπε ότι γνώρισε την Άννα σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, έστεκε στο συρματόπλεγμα και της μιλούσε, αλλά μετά την έχασε, λίγες μέρες πριν από την απελευθέρωση.
Όταν οι σύμμαχοι έκαναν την απόβαση στη Νορμανδία στις 6 Ιουνίου του 1944, οι άνθρωποι που κρύβονταν χάρηκαν πάρα πολύ και, ακούοντας τις ειδήσεις στο ραδιόφωνο, που βρισκόταν στο κοινό σαλονάκι, αγωνιούσαν για την προέλαση των συμμαχικών στρατευμάτων, ενώ ο πατέρας Όττο σημείωνε την πρόοδο σε ένα χάρτη.
Είδαμε και την κουζίνα τους, όπου κάθονταν σχεδόν όλη τη μέρα, μαγείρευαν, έτρωγαν, μελετούσαν, γελούσαν, τσακώνονταν, ενώ οι γονείς, από την αρχή που κρύφτηκαν, σημείωναν πάνω στον τοίχο το ύψος των κοριτσιών. Σε δυο χρόνια η Μαργκότ ψήλωσε γύρω στα πέντε εκατοστά, ενώ η Άννα περισσότερο από δεκατρία εκατοστά. Ακόμη φαίνονται οι γραμμούλες πάνω στον τοίχο.
Η Άννα καταγράφει στο Ημερολόγιό της τα συναισθήματά της. Γράφει συχνά:
«I long to ride a bike, dance, whistle, look at the world, feel young and know that I’m free”.
Θα ήθελα να αναφέρω ότι η Άννα, όπως όλα τα κορίτσια της ηλικίας της, διακόσμησε τους τοίχους του δωματίου της αρχικά με φωτογραφίες ηθοποιών του σινεμά και αργότερα, καθώς μεγάλωνε, ενδιαφερόταν περισσότερο για τέχνη και ιστορία.
  Στις 4 Αυγούστου του 1944, μετά από μια ανώνυμη καταγγελία, τα οκτώ πρόσωπα μαζί με δυο από τους υπαλλήλους που τους βοηθούσαν συνελήφθησαν από τους Ναζί. Ακόμη, κανένας δεν ξέρει ακριβώς ποιος τους πρόδωσε, καθώς δεν έχει αποδειχθεί τίποτα.
Στις 3 του Σεπτέμβρη του 1944 τα οκτώ άτομα που κρύβονταν μεταφέρθηκαν στο στρατόπεδο θανάτου του Άουσβιτς-Μπίρκεναου. Εκτός από τον Όττο, σώθηκαν και οι υπάλληλοί του μετά το τέλος του πολέμου.
Ο Όττο Φρανκ επέστρεψε στο Άμστερνταμ στις 3 Ιουνίου του 1945, ελπίζοντας ότι οι κόρες του θα ήταν ζωντανές, γιατί ήδη ήξερε για τον θάνατο της γυναίκας του. Μετά που έμαθε για τον θάνατο και των κόρων του στο Bergen-Belsen, ο Miep Gies του έδωσε όλες τις σελίδες από το ημερολόγιο της Άννας.
Αφού πέρασε μια περίοδο άρνησης, ο Όττο αποφάσισε να εκδώσει το Ημερολόγιο της Άννας. Έτσι, στις 25 Ιουνίου του 1947, το Ημερολόγιο της Άννας εκδόθηκε για πρώτη φορά στη Γερμανική γλώσσα στην Ολλανδία, και ο Όττο Φρανκ μέχρι τον θάνατό του το 1980 απάντησε σε χιλιάδες γράμματα ανθρώπων που διάβασαν το βιβλίο. To 1967, μάλιστα, ο πατέρας της Άννας Φρανκ έγραψε:
«To build a future, We cannot change what happened anymore. The only thing we can do is to learn from the past and to realize what discrimination and persecution of innocent people means. I believe that it’s everyone’s responsibility you have to know the past».
Επιπρόσθετα, το 1970, ο Όττο Φρανκ πρόσθεσε:
« to fight prejudice».
 Η Άννα, μόλις γέμισε το ημερολόγιό της, άρχισε να γράφει σε σημειωματάριο. Πρόθεσή της ήταν να εκδώσει ένα μυθιστόρημα μετά τον πόλεμο για την περίοδο που έζησε κρυμμένη. Ταυτόχρονα, η Άννα έγραφε μικρές ιστορίες και μετέφερε τις αγαπημένες της σελίδες από τα βιβλία που διάβαζε.
«When I write I can shake off all my cares. My sorrow disappears, my spirits are revived!».
 Φεύγοντας από το Μουσείο της Άννας Φρανκ με βαριά καρδιά, συναισθηματικά φορτισμένη, με δυσκολία έσερνα τα πόδια μου μέχρι την πλατεία Νταμ, όπου με περίμενε μια φίλη για καφέ. Ευχάριστη νότα στην πεζοπορία μου ήταν τα ανθοπωλεία με τα εξαίσια μπουκέτα τους.
Συνεχώς, όμως, στο μυαλό μου ήταν οι εικόνες και τα συναισθήματα που βίωσα στο σπίτι της Άννας. Αυτό το κορίτσι με συγκλόνισε με την ωριμότητα και την τραγικότητά του. Παραθέτω ακόμη μια μαρτυρία της:
«I know what I want,
I have a goal,
I have opinions,
a religion

and love».  11 April 1944