Τρίτη, 21 Ιανουαρίου 2014

Επικήδειος στον Ιωσήφ Στεφανίδη από το Λευκόνοικο
Της Ζήνας Λυσάνδρου Παναγίδη
Φιλολόγου, MSc

«Kείνοι που επράξαν το κακό - τους πήρε μαύρο σύγνεφο,
μα κείνος που τ' αντίκρυσε στους δρόμους τ' ουρανού
ανεβαίνει τώρα μοναχός και ολόλαμπρος...»

Δεν ξέρω πώς, αγαπητοί μου συνδημότες και φίλοι, μόλις άκουσα το δυσάρεστο νέο για την εκδημία του αγαπημένου μας Ιωσήφ, μου ήρθαν στο μυαλό αυτοί οι στίχοι του Οδυσσέα Ελύτη!

Νομίζω δεν είναι καθόλου τυχαίο. Μέσα στο μυαλό και τη συνείδησή μου ο Ιωσήφ Στεφανίδης που κηδεύουμε σήμερα, είναι τεράστια προσωπικότητα. Γι’ αυτό ανεβαίνει μοναχός κι ολόλαμπρος στους δρόμους τ’ ουρανού. Ήταν ένας άνθρωπος ενάρετος, ανυπότακτος, πραγματικά ελεύθερος, με αξιοπρέπεια, με τον δικό του κώδικα ηθικής που αντιστρατευόταν την κυρίαρχη τάση για υποταγή, ιδιοτέλεια, υστεροβουλία. Ο Ιωσήφ Στεφανίδης δεν ήταν και δεν έγινε ποτέ πειθήνιο όργανο, πιόνι και φερέφωνο κανενός μεγαλόσχημου, όσες απειλές και προπηλακισμούς κι αν δέχτηκε.   

Αγαπημένε μας Ιωσήφ,

Τώρα που ξεκινάς για το μεγάλο ταξίδι, τώρα που θα συναντήσεις όλους τους αγαπημένους μας Λευκονοικιάτες, μα και τους άδολους συναγωνιστές σου εκεί πάνω, θα ήθελα να σου πω πόσο πολύ σε θαύμαζα. Θα ήθελα να σου πω πόσο περήφανη είμαι που η κωμόπολή μας έβγαλε τέτοιον γίγαντα ηθικής, εντιμότητας, ανθρωπιάς, αλτρουισμού και ελεύθερου πνεύματος. 

Κι αυτό δεν είναι τυχαίο. Μεγαλωμένος στα χώματα της Μεσαορίας, ανάμεσα σε γεωργούς που ήταν οι πιο ελεύθεροι άνθρωποι, γιατί πάνωθέ τους είχαν μόνο τον Θεό, γαλουχήθηκες από μικρός στα νάματα της ελευθεροφροσύνης, της περηφάνιας, της ευπρέπειας, της αξιοπρέπειας. Διδάχτηκες την αρετή του μέτρου και της μη υπέρβασης των ορίων που προξενεί την Ύβρη. Δεν ήταν ποτέ δυνατό να φουσκώσουν τα μυαλά σου από μεγαλεία, και ούτε καταδέχτηκες «να γλείψεις από το μέλι» της εξουσίας, γιατί ήσουν χορτάτος, έντιμος, καθαρός, με υψηλό αίσθημα ευθύνης, με αδιάφθορο ήθος.

Μικρή στο Λευκόνοικό μας σε έβλεπα συχνά στο σπίτι της θείας σου και γειτόνισσάς μας, της Παναγιώτας Στεφανίδου. Πιο πολύ, όμως, σε γνώρισα από τις διηγήσεις του παπά μου του Άντωνα, που σε θεωρούσε ως έναν από τους πιο ατόφιους Έλληνες πατριώτες της Κύπρου. Από τον παπά μου έμαθα ότι ήσουν ένας πολύ καλλιεργημένος άνθρωπος, ουμανιστής, υψιπέτης, αγνός ιδεολόγος, χαλκέντερος αγωνιστής.
Ο ανιδιοτελής πατριωτισμός σου ερχόταν σε κραυγαλέα αντίθεση με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της αρπακτής και της ρεμούλας, του βολέματος και της καλοπέρασης.

Έζησες σε λάθος εποχή, σε λάθος χώρα Ιωσήφ Στεφανίδη. Δεν σου έμαθαν ότι οι καρεκλοκένταυροι του κόσμου τούτου δεν ανέχονται την αντίθετη άποψη; Δεν σου έμαθαν ότι η δημοκρατία που εσύ πρέσβευες, δεν συνάδει με τον ετσιθελισμό, την εγωπάθεια, την αρχομανία;
Γι’ αυτό και πολλοί συναγωνιστές σου σε πίκραναν, απ’ εκείνους που εξαργύρωσαν τον Αγώνα, ενώ άφησαν τα ορφανά των ηρώων της ΕΟΚΑ να φυτοζωούν. Ασφαλώς κι εσύ μπορεί να πίκρανες κάποιους, λόγω των αυστηρών αρχών που πρέσβευες. Όμως, είμαι σίγουρη ότι ποτέ δεν το έκανες κακόπιστα.

Τούτη την ώρα, μπροστά στο σεπτό σου σκήνωμα, αγαπημένε μας Ιωσήφ Στεφανίδη, θέλω να πω αλήθειες, γιατί ήρθε η ώρα να λεχθούν. Ήσουν απροσκύνητος, γι’ αυτό πολεμήθηκες. Ήσουν αυθεντικός κι απεχθανόσουν την υποκρισία, γι’ αυτό περιθωριοποιήθηκες. Ήσουν ειλικρινής, εγκάρδιος, απλός, οξυδερκής, γι’ αυτό δεν σε ανέχτηκαν. Είχες ζυμωθεί με τον ετεροκεντρισμό της αγάπης, γι’ αυτό δεν σε κατάλαβαν.

Να πας στο καλό, αγαπημένε μας! Αφήνεις μνήμη αγαθή! Τα ανίψια σου και τα παιδιά τους, όπως και όλοι οι συγγενείς σου, είναι πολύ περήφανοι για σένα. Κι όλοι εμείς που σε γνωρίσαμε, θα θυμόμαστε την προσήνεια και την καλοσύνη σου, την ωριμότητα και την ευπροσηγορία σου, την ακεραιότητα και την αγάπη που έδειχνες σε όλους μας, το χιούμορ και την εγκαρδιότητά σου.

Ήσουν ο «καλός καγαθός» άνθρωπος. Κι εμείς οι Λευκονοικιάτες είμαστε πολύ περήφανοι για σένα!
Ο Θεός ας αναπαύσει την ψυχή σου. Πας να βρεις τα αδέλφια και τους γονείς σου, και κυρίως την Παναγιώτα σου που τόσο αγαπούσες. Γι’ αυτό και δεν άντεξες μακριά της.

Ας είναι ελαφρύ το χώμα που θα σε σκεπάσει.

Καλοτάξιδη να’ ναι η πορεία σου, και χαιρετίσματα σε όλους τους χωριανούς μας, τους τιμαριώτες του ουρανού.




Κυριακή, 19 Ιανουαρίου 2014

Περί υπομονής

Δημοσιεύθηκε: 16 Δεκεμβρίου 2013 Κατηγορίες: Άγιοι - Πατέρες - ΓέροντεςΟρθόδοξη πίστη
Περί_υπομονής
Γέροντα Παναή του εκ Λύσης
Α. Η υπομονή τα νικά όλα. Διά της υπομονής θα σώσουμε τις ψυχές μας, «αφορώντες εις τον της πίστεως αρχηγόν και τελειωτήν Ιησούν». «Υπομένων υπέμεινα τον Κύριον και προσέσχαι μοι». Ο υπομείνας εις τέλος ούτος σωθήσεται». «Υπομονής χρείαν έχετε». Πρώτο παράδειγμα ο Ιώβ. «Ιδού μακαρίζομεν τους υπομένοντας…».
Β. Έρχεται το κύμα πάνω στο βράχο και φεύγει αφρισμένο. Αλλά τον βράχο δεν τον αγγίζει. Ό,τι υπομένεις είναι στεφάνι. Τι ψάχνεις να κάμεις καλοσύνες; Το να υπομένεις τις δοκιμασίες έχει παραπάνω μισθό.
Γ. Υπομονή. Κάθε ένας έχει τις δυσκολίες του. Βήμα- βήμα να προχωρούμε. Λίγα-λίγα. Έτσι προχωρεί το πλάσμα σε κάθε υπόθεση. Και στα πνευματικά θέματα. Γι’ αυτό, όταν θέλουν να βγουν στα ύψη, κτίζουν σκαλοπάτια. Και οι άγιοι έτσι έκαμναν. Με την υπομονή πολλά μπορούν να διορθωθούν. Κι άμα επισκιάσει η χάρις, γίνεται μια αλλοίωση που θαυμάζεις. «Αυτή η αλλοίωσης της δεξιάς του υψίστου».
Δ. Η τέλεια υπομονή είναι το να υπομένουμε σε όλα: σε φτώχεια, σε αρρώστια, σε κατηγορίες εις βάρος μας. Ε, τι; Θέλουμε να κάνουμε το καλό και να μας επαινούν; Τότε δεν θα έχουμε μισθό. Είναι ακριβοπληρωμένο το καλό που εκάμναμε. Μα, άμα σου στραφεί κακό το καλό που έκαμες; Μήπως όμως δεν το κάνουμε κι εμείς; Πόσα καλά μας κάμνει ο Θεός κι ακόμα εμείς του λογαριάζουμε και λάθη; Αν ήταν δυνατόν να τον αλλάζαμε κιόλας! Μας ανατέλλει τον ήλιο, χωρίς να κάμνουμε κόπο και χωρίς έξοδα. Ο Θεός βρέχει, ενώ εμείς κοιμόμαστε…
Ε. Μακάριοι οι υπομένοντες. Ο Χριστός είπε πως «ο υπομένων εις τέλος ούτως σωθήσεται». «Εν τη υπομονή υμών κτήσασθε τας ψυχάς υμών».
Στ. Άμα ακούω και βλέπω πώς δεν βγαίνει ωφέλεια, αλλά μάλλον ζημία, καλύτερα να μην πω το λόγο μου. Οι περισσότεροι άγιοι ήταν διά Χριστόν σαλοί. Εκαταλάμβαιναν ότι οι άνθρωποι τους επιβουλεύονταν, αλλά αυτοί προσποιούνταν ότι δεν αντιλαμβάνονταν τίποτα από την έχθρα. Όχι πως συμφωνούσαν με τα λεγόμενα και γινόμενα από τους κακούς επιβούλους τους, αλλά δεν έλεγαν τίποτε. Εσιωπούσαν. Τα έβλεπαν από ψηλά. Να ευχαριστάς τον παντογνώστη Θεό και να τον παρακαλείς να σου δώσει δύναμη να υπομένεις. Έτσι δεν θα γίνει αρχή για να δημιουργηθούν σκάνδαλα. Άμα μπει το πείσμα και οι παρεξηγήσεις, ειρήνη μη γυρεύεις.

Τετάρτη, 15 Ιανουαρίου 2014

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης- ο έρωτας στα χιόνια

Δημοσιεύθηκε: 27 Δεκεμβρίου 2013 Κατηγορίες: Επιστήμες, Τέχνες & Πολιτισμός

m212010-3 

Καρδιά του χειμώνος. Χριστούγεννα, Άις-Βασίλης, Φώτα.
Και αυτός εσηκώνετο το πρωί, έρριπτεν εις τους ώμους την παλιάν πατατούκαν του, το μόνον ρούχον οπού εσώζετο ακόμη από τους προ της ευτυχίας του χρόνους, και κατήρχετο εις την παραθαλάσσιον αγοράν, μορμυρίζων, ενώ κατέβαινεν από το παλαιόν μισογκρεμισμένον σπίτι, με τρόπον ώστε να τον ακούη η γειτόνισσα: ― Σεβτάς είν’ αυτός, δεν είναι τσορβάς…· έρωντας είναι, δεν είναι γέρωντας. Το έλεγε τόσον συχνά, ώστε όλες οι γειτονοπούλες οπού τον ήκουαν του το εκόλλησαν τέλος ως παρατσούκλι: «Ο μπαρμπα-Γιαννιός ο Έρωντας». Διότι δεν ήτο πλέον νέος, ούτε εύμορφος, ούτε άσπρα είχεν. Όλα αυτά τα είχε φθείρει προ χρόνων πολλών, μαζί με το καράβι, εις την θάλασσαν, εις την Μασσαλίαν. Είχεν αρχίσει το στάδιόν του με αυτήν την πατατούκαν, όταν επρωτομπαρκάρησε ναύτης εις την βομβάρδαν του εξαδέλφου του. Είχεν αποκτήσει, από τα μερδικά του όσα ελάμβανεν από τα ταξίδια, μετοχήν επί του πλοίου, είτα είχεν αποκτήσει πλοίον ιδικόν του, και είχε κάμει καλά ταξίδια. Είχε φορέσει αγγλικές τσόχες, βελούδινα γελέκα, ψηλά καπέλα, είχε κρεμάσει καδένες χρυσές με ωρολόγια, είχεν αποκτήσει χρήματα· αλλά τα έφαγεν όλα εγκαίρως με τας Φρύνας εις την Μασσαλίαν, και άλλο δεν του έμεινεν ειμή η παλιά πατατούκα, την οποίαν εφόρει πεταχτήν επ’ ώμων, ενώ κατέβαινε το πρωί εις την παραλίαν, διά να μπαρκάρη σύντροφος με καμμίαν βρατσέραν εις μικρόν ναύλον, ή διά να πάγη με ξένην βάρκαν να βγάλη κανένα χταπόδι εντός του λιμένος.
Κανένα δεν είχεν εις τον κόσμον, ήτον έρημος. Είχε νυμφευθή, και είχε χηρεύσει, είχεν αποκτήσει τέκνον, και είχεν ατεκνωθή. Και αργά το βράδυ, την νύκτα, τα μεσάνυκτα, αφού έπινεν ολίγα ποτήρια διά να ξεχάση ή διά να ζεσταθή, επανήρχετο εις το παλιόσπιτο το μισογκρεμισμένον, εκχύνων εις τραγούδια τον πόνον του:
Σοκάκι μου μακρύ-στενό, με την κατεβασιά σου,
κάμε κ’ εμένα γείτονα με την γειτόνισσά σου.
Άλλοτε παραπονούμενος ευθύμως:
Γειτόνισσα, γειτόνισσα, πολυλογού και ψεύτρα,
δεν είπες μια φορά κ’ εσύ, Γιαννιό μου έλα μέσα.
Χειμών βαρύς, επί ημέρας ο ουρανός κλειστός. Επάνω εις τα βουνά χιόνες, κάτω εις τον κάμπον χιονόνερον. Η πρωία ενθύμιζε το δημώδες:
 Βρέχει, βρέχει και χιονίζει,
κι ο παπάς χειρομυλίζει.
Δεν εχειρομύλιζεν ο παπάς, εχειρομύλιζεν η γειτόνισσα, η πολυλογού και ψεύτρα, του άσματος του μπαρμπα-Γιαννιού. Διότι τοιούτον πράγμα ήτο· μυλωνού εργαζομένη με την χείρα, γυρίζουσα τον χειρόμυλον. Σημειώσατε ότι, τον καιρόν εκείνον, το αρχοντολόγι του τόπου το είχεν εις κακόν του να φάγη ψωμί ζυμωμένον με άλευρον από νερόμυλον ή ανεμόμυλον, κ’ επροτίμα το διά χειρομύλου αλεσμένον. Και είχεν πελατείαν μεγάλην, η Πολυλογού. Εγυάλιζεν, είχε μάτια μεγάλα, είχε βερνίκι εις τα μάγουλά της. Είχεν ένα άνδρα, τέσσαρα παιδιά, κ’ ένα γαϊδουράκι μικρόν διά να κουβαλά τα αλέσματα. Όλα τα αγαπούσε, τον άνδρα της, τα παιδιά της, το γαϊδουράκι της. Μόνον τον μπαρμπα-Γιαννιόν δεν αγαπούσε. Ποίος να τον αγαπήση αυτόν; Ήτο έρημος εις τον κόσμον.
Και είχε πέσει εις τον έρωτα, με την γειτόνισσαν την Πολυλογού, διά να ξεχάση το καράβι του, τας Λαΐδας της Μασσαλίας, την θάλασσαν και τα κύματά της, τα βάσανά του, τας ασωτίας του, την γυναίκα του, το παιδί του. Και είχε πέσει εις το κρασί διά να ξεχάση την γειτόνισσαν.
Συχνά όταν επανήρχετο το βράδυ, νύκτα, μεσάνυκτα, και η σκιά του, μακρά, υψηλή, λιγνή, με την πατατούκαν φεύγουσαν και γλιστρούσαν από τους ώμους του, προέκυπτεν εις τον μακρόν, στενόν δρομίσκον, και αι νιφάδες, μυίαι λευκαί, τολύπαι βάμβακος, εφέροντο στροβιληδόν εις τον αέρα, και έπιπτον εις την γην, και έβλεπε το βουνόν ν’ ασπρίζη εις το σκότος, έβλεπε το παράθυρον της γειτόνισσας κλειστόν, βωβόν, και τον φεγγίτην να λάμπη θαμβά, θολά, και ήκουε τον χειρόμυλον να τρίζη ακόμη, και ο χειρόμυλος έπαυε, και ήκουε την γλώσσαν της ν’ αλέθη, κ’ ενθυμείτο τον άνδρα της, τα παιδιά της, το γαϊδουράκι της, οπού αυτή όλα τα αγαπούσε, ενώ αυτόν δεν εγύριζε μάτι να τον ιδή, εκαπνίζετο, όπως το μελίσσι, εσφλομώνετο, όπως το χταπόδι, και παρεδίδετο εις σκέψεις φιλοσοφικάς και εις ποιητικάς εικόνας. ― Να είχεν ο έρωτας σαΐτες!… να είχε βρόχια… να είχε φωτιές… Να τρυπούσε με τις σαΐτες του τα παραθύρια… να ζέσταινε τις καρδιές… να έστηνε τα βρόχια του απάνω στα χιόνια… Ένας γερο-Φερετζέλης πιάνει με τις θηλιές του χιλιάδες κοτσύφια.m212010
Εφαντάζετο τον έρωτα ως ένα είδος γερο-Φερετζέλη, όστις να διημερεύη πέραν, εις τον υψηλόν, πευκόσκιον λόφον, και ν’ ασχολήται εις το να στήνη βρόχια επάνω εις τα χιόνια, διά να συλλάβη τις αθώες καρδιές, ως μισοπαγωμένα κοσσύφια, τα οποία ψάχνουν εις μάτην, διά ν’ ανακαλύψουν τελευταίαν τινά χαμάδα μείνασαν εις τον ελαιώνα. Εξέλιπον οι μικροί μακρυλοί καρποί από τας αγριελαίας εις το βουνόν του Βαραντά, εξέλιπον τα μύρτα από τας ευώδεις μυρσίνας εις της Μαμούς το ρέμα, και τώρα τα κοσσυφάκια τα λάλα με το αμαυρόν πτέρωμα, οι κηρομύται οι γλυκείς και αι κίχλαι αι εύθυμοι πίπτουσι θύματα της θηλιάς του γερο-Φερετζέλη.
Την άλλην βραδιάν επανήρχετο, όχι πολύ οινοβαρής, έρριπτε βλέμμα εις τα παράθυρα της Πολυλογούς, ύψωνε τους ώμους, κ’ εμορμύριζεν: ― Ένας Θεός θα μας κρίνη… κ’ ένας θάνατος θα μας ξεχωρίση. Και είτα μετά στεναγμού προσέθετε: ― Κ’ ένα κοιμητήρι θα μας σμίξη. Αλλά δεν ημπορούσε, πριν απέλθη να κοιμηθή, να μην υποψάλη το σύνηθες άσμα του:
     Σοκάκι μου μακρύ-στενό, με την κατεβασιά σου,
κάμε κ’ εμένα γείτονα με την γειτόνισσά σου.
Την άλλην βραδιάν, η χιών είχε στρωθή σινδών, εις όλον τον μακρόν, στενόν δρομίσκον. ― Άσπρο σινδόνι… να μας ασπρίση όλους στο μάτι του Θεού… ν’ ασπρίσουν τα σωθικά μας… να μην έχουμε κακή καρδιά μέσα μας.
Εφαντάζετο αμυδρώς μίαν εικόνα, μίαν οπτασίαν, έν ξυπνητόν όνειρον. Ωσάν η χιών να ισοπεδώση και ν’ ασπρίση όλα τα πράγματα, όλας τας αμαρτίας, όλα τα περασμένα: Το καράβι, την θάλασσαν, τα ψηλά καπέλα, τα ωρολόγια, τας αλύσεις τας χρυσάς και τας αλύσεις τας σιδηράς, τας πόρνας της Μασσαλίας, την ασωτίαν, την δυστυχίαν, τα ναυάγια, να τα σκεπάση, να τα εξαγνίση, να τα σαβανώση, διά να μη παρασταθούν όλα γυμνά και τετραχηλισμένα, και ως εξ οργίων και φραγκικών χορών εξερχόμενα, εις το όμμα του Κριτού, του Παλαιού Ημερών, του Τρισαγίου. Ν’ ασπρίση και να σαβανώση τον δρομίσκον τον μακρόν και τον στενόν με την κατεβασιάν του και με την δυσωδίαν του, και τον οικίσκον τον παλαιόν και καταρρέοντα, και την πατατούκαν την λερήν και κουρελιασμένην: Να σαβανώση και να σκεπάση την γειτόνισσαν την πολυλογού και ψεύτραν, και τον χειρόμυλόν της, και την φιλοφροσύνην της, την ψευτοπολιτικήν της, την φλυαρίαν της, και το γυάλισμά της, το βερνίκι και το κοκκινάδι της, και το χαμόγελόν της, και τον άνδρα της, τα παιδιά της και το γαϊδουράκι της: Όλα, όλα να τα καλύψη, να τα ασπρίση, να τα αγνίση!
Την άλλην βραδιάν, την τελευταίαν, νύκτα, μεσάνυκτα, επανήλθε μεθυσμένος πλειότερον παράποτε. Δεν έστεκε πλέον εις τα πόδια του, δεν εκινείτο ουδ’ ανέπνεε πλέον. Χειμών βαρύς, οικία καταρρέουσα, καρδία ρημασμένη. Μοναξία, ανία, κόσμος βαρύς, κακός, ανάλγητος. Υγεία κατεστραμμένη. Σώμα βασανισμένον, φθαρμένον, σωθικά λυωμένα. Δεν ημπορούσε πλέον να ζήση, να αισθανθή, να χαρή. Δεν ημπορούσε να εύρη παρηγορίαν, να ζεσταθή. Έπιε διά να σταθή, έπιε διά να πατήση, έπιε διά να γλιστρήση. Δεν επάτει πλέον ασφαλώς το έδαφος. Ηύρε τον δρόμον, τον ανεγνώρισεν. Επιάσθη από το αγκωνάρι. Εκλονήθη. Ακούμβησε τις πλάτες, εστύλωσε τα πόδια. Εμορμύρισε: ― Να είχαν οι φωτιές έρωτα!… Να είχαν οι θηλιές χιόνια… Δεν ημπορούσε πλέον να σχηματίση λογικήν πρότασιν. Συνέχεε λέξεις και εννοίας. Πάλιν εκλονήθη. Επιάσθη από τον παραστάτην μιας θύρας. Κατά λάθος ήγγισε το ρόπτρον. Το ρόπτρον ήχησε δυνατά. ― Ποιος είναι; Ήτο η θύρα της Πολυλογούς, της γειτόνισσας. Ευλογοφανώς θα ηδύνατό τις να του αποδώση πρόθεσιν ότι επεχείρει ν’ αναβή, καλώς ή κακώς, εις την οικίαν της. Πώς όχι; Επάνω εκινούντο φώτα και άνθρωποι. Ίσως εγίνοντο ετοιμασίαι. Χριστούγεννα, Άις-Βασίλης, Φώτα, παραμοναί. Καρδιά του χειμώνος. ― Ποιος είναι; είπε πάλιν η φωνή. Το παράθυρον έτριξεν. Ο μπαρμπα-Γιαννιός ήτο ακριβώς υπό τον εξώστην, αόρατος άνωθεν. Δεν είναι τίποτε. Το παράθυρον εκλείσθη σπασμωδικώς. Μίαν στιγμήν ας αργοπορούσε! Ο μπαρμπα-Γιαννιός εστηρίζετο όρθιος εις τον παραστάτην. Εδοκίμασε να είπη το τραγούδι του, αλλ’ εις το πνεύμα του το υποβρύχιον, του ήρχοντο ως ναυάγια αι λέξεις: «Γειτόνισσα πολυλογού, μακρύ-στενό σοκάκι!…» Μόλις ήρθρωσε τας λέξεις, και σχεδόν δεν ηκούσθησαν. Εχάθησαν εις τον βόμβον του ανέμου και εις τον στρόβιλον της χιόνος. ― Και εγώ σοκάκι είμαι, εμορμύρισε… ζωντανό σοκάκι. Εξεπιάσθη από την λαβήν του. Εκλονήθη, εσαρρίσθη, έκλινε και έπεσεν. Εξηπλώθη επί της χιόνος, και κατέλαβε με το μακρόν του ανάστημα όλον το πλάτος του μακρού στενού δρομίσκου. Άπαξ εδοκίμασε να σηκωθή, και είτα εναρκώθη. Εύρισκε φρικώδη ζέστην εις την χιόνα. «Είχαν οι φωτιές έρωτα!… Είχαν οι θηλιές χιόνια!» Και το παράθυρον προ μιας στιγμής είχε κλεισθή. Και αν μίαν μόνον στιγμήν ηργοπόρει, ο σύζυγος της Πολυλογούς θα έβλεπε τον άνθρωπον να πέση επί της χιόνος. Πλην δεν τον είδεν ούτε αυτός ούτε κανείς άλλος. Κ’ επάνω εις την χιόνα έπεσε χιών. Και η χιών εστοιβάχθη, εσωρεύθη δύο πιθαμάς, εκορυφώθη. Και η χιών έγινε σινδών, σάβανον. Και ο μπαρμπα-Γιαννιός άσπρισεν όλος, κ’ εκοιμήθη υπό την χιόνα, διά να μη παρασταθή γυμνός και τετραχηλισμένος, αυτός και η ζωή του και αι πράξεις του, ενώπιον του Κριτού, του Παλαιού Ημερών, του Τρισαγίου.

Σάββατο, 11 Ιανουαρίου 2014

Απόφαση ράπισμα σε Κώστα Βαξεβάνη για την υπόθεση της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου

Δημοσιεύθηκε: 10 Ιανουαρίου 2014 Κατηγορίες: Ειδήσεις και Ανακοινώσεις
Φωτο:en.wikipedia.org
Φωτο:en.wikipedia.org
Κόλαφος για τον Κώστα Βαξεβάνη είναι δικαστική απόφαση  του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών   που αφορά στην αγωγή της Μονής Βατοπαιδίου και του Καθηγουμένου της Γέροντος Εφραίμ.
Το δικαστήριο με την υπ’ αρ. 6148/6.12.2013 απόφαση του δέχθηκε ότι ο Κώστας Βαξεβάνης με δημοσιεύματά του στην ιστοσελίδα www.koutipandoras.gr και στο εβδομαδιαίο περιοδικό ΕΠΙΚΑΙΡΑ προσέβαλε παράνομα και κατασυκοφάντησε την Ιερά  Μεγίστη  Μονή  Βατοπαιδίου και τον Καθηγούμενο της Γέροντα Εφραίμ.
Για τον λόγο αυτό υποχρέωσε τον δημοσιογράφο,  αφενός να προβεί σε δημοσίευση αποκατάστασης της προσβολής και αφετέρου να καταβάλει στην Ιερά Μονή το ποσό των  10.000 Ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Σημειώνεται ότι τα χρήματα αυτά η Ιερά Μονή με δήλωση στο δικαστήριο  δια του δικηγόρου της,   τα έχει ήδη εκχωρήσει στην Ιερά Μητρόπολη Αθηνών, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν στα συσσίτια αστέγων, ενώ ο Καθηγούμενος της δεν είχε αιτηθεί να του καταβληθεί χρηματική αποζημίωση.
Το δικαστήριο έκρινε ότι τα επίμαχα δημοσιεύματα χρησιμοποιήθηκαν εσκεμμένα και κατά παράβαση της δημοσιογραφικής δεοντολογίας από τον δημοσιογράφο με σκοπό την εξύβρισής της Μονής και του Γέροντος Εφραίμ, αλλά και τη συκοφάντησής τους.
Το δικαστήριο δέχθηκε επίσης,  ότι ο Κώστας Βαξεβάνης με ψευδή και συκοφαντικά δημοσιεύματά του προσέβαλε το όνομα, την ηθική υπόσταση και τον μοναστικό χαρακτήρα της Ιεράς Μονής ,αλλά και συμβόλων της χριστιανικής πίστης, όπως την Τιμία Ζώνη της Θεοτόκου.
Αμφισβήτησε δε και περιφρόνησε το πρόσωπο του Γέροντος Εφραίμ, την ηθική και θρησκευτική του συνείδηση και υπόληψη ως μοναχού και ιερωμένου.
Το δικαστήριο  δέχθηκε ακόμα, ότι  τα δημοσιεύματα του Κώστα Βαξεβάνη περιείχαν , ισχυρισμούς που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και δημοσιεύτηκαν από τον δημοσιογράφο εν γνώσει της αναληθείας τους, με στόχο να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του Γέροντος Εφραίμ.
Αναληθή αποδείχθηκαν επίσης κατά την απόφαση, μεταξύ άλλων, όσα ισχυριζόταν ο Κώστας Βαξεβάνης για «επιλεκτική» περιφορά της Τιμίας Ζώνης της Θεοτόκου από τον Γέροντα Εφραίμ «στα σαλόνια» και για έκθεσή της σε λαϊκό προσκύνημα «με το αζημίωτο».
Αντιθέτως  το δικαστήριο έκρινε ότι το ιερό κειμήλιο εκτίθεται προς προσκύνηση κατά καιρούς σε Ιερούς Ναούς ανά την Ελλάδα,  προς ικανοποίηση σχετικών αιτημάτων τους και ότι οι προσφορές των πιστών διατίθενται για την οικονομική ενίσχυση των ναών που το υποδέχονταν το ιερό κειμήλιο,  καθώς και για φιλανθρωπικούς σκοπούς.
Στη δικαστική απόφαση αναφέρεται τέλος ότι  ο δημοσιογράφος , περιφρονώντας το τεκμήριο της αθωότητας, επιχειρούσε να εδραιώσει στο αναγνωστικό κοινό πεποίθηση ενοχής του Γέροντος Εφραίμ για διάφορες πράξεις, παρόλο που η όλη υπόθεση διερευνάται δικαστικά .