Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2014

10 μαθήματα αγάπης για τα παιδιά μας!

Δημοσιεύθηκε: 13 Μαΐου 2014 Κατηγορίες: Επιστήμες, Τέχνες & Πολιτισμός
18175742_032d89202c1fbba59b17caaf8493da93.limghandlerΤο μεγαλύτερο προσόν ενός καλού γονιού είναι η ευελιξία. Και αυτό γιατί δεν υπάρχει κανένας βασικός κανόνας για όλα τα παιδιά. Κάποια παιδιά μπορεί να χρειάζονται ιδιαίτερη προσοχή, άλλα περισσότερη αγάπη, άλλα διαφορετική αντιμετώπιση. Ας υποθέσουμε ότι στέκεστε σε έναν κήπο και αναρωτιέστε: «Πόσο νερό χρειάζεται κάθε φυτό;» Αν δώσετε στην τριανταφυλλιά 50 λίτρα νερό, μάλλον θα πεθάνει! Το ίδιο ισχύει και με τα παιδιά. Αυτό που πρώτα πρέπει να δείτε είναι τι είδους λουλούδι έχετε στον κήπο σας και πόση φροντίδα χρειάζεται! Ένας διάσημος στοχαστής και γιόγκι, ο Sadhguru J. Vasudev, μας δίνει το δικό του δεκάλογο για το τι σημαίνει καλός γονιός! 

1. Ένα παιδί είναι ένα προνόμιο
Θεωρήστε ως προνόμιο το ότι ένα παιδί «έφτασε» σπίτι σας και το γέμισε χαρά! Και θυμηθείτε. Τα παιδιά δεν είναι ιδιοκτησία σας, δε σας «ανήκουν»! Απλά σκεφτείτε πως μπορείτε να απολαύσετε να καλλιεργήσετε και να υποστηρίξετε αυτό σας το προνόμιο! Και ποτέ μην προσπαθήσετε να τα θεωρήσετε ως επένδυση για το δικό σας μέλλον!
2. Αφήστε τα γίνουν αυτό που είναι να γίνουν
Μην προσπαθήσετε να τα «καλουπώσετε» σύμφωνα με τα δικά σας πιστεύω για τη ζωή!. Το παιδί δε χρειάζεται να κάνει αυτό που κάνατε εσείς στη δική σας ζωή! Αντίθετα, το παιδί σας οφείλει να κάνει όλα όσα δεν τολμήσατε εσείς να κάνετε!   Μόνο τότε θα έχει συνεισφέρει στην παγκόσμια πρόοδο!
3. Δώστε τους αληθινή αγάπη, (αφού κατανοήσετε πρώτα τι σημαίνει αυτό)
Συχνά οι άνθρωποι πιστεύουν ότι αποδεικνύουν την αγάπη τους προς τα παιδιά τους, δίνοντας τους όλα όσα τους ζητούν. Αυτό είναι απλώς βλακεία. Το μοναδικό που οφείλουμε πάντα να τους δίνουμε είναι η υποστήριξή μας.
4. Δεν υπάρχει καμία βιασύνη για να μεγαλώσουν
Είναι πολύ σημαντικό για ένα παιδί να μπορεί να ζει την παιδικότητά του. Δεν υπάρχει λόγος να ζει από μικρός ως ενήλικος, αυτό θα το ζήσει ούτως ή άλλως. Όταν είσαι παιδί και συμπεριφέρεσαι σαν παιδί, είναι υπέροχο. Όταν γίνεσαι όμως ενήλικος και συμπεριφέρεσαι σαν παιδί… αυτό είναι κακό.
5. Με τα παιδιά γίνεσαι μαθητής, όχι δάσκαλος
Αλήθεια, τι ξέρουμε εμείς από τη ζωή για να το διδάξουμε στα παιδιά μας; Το μόνο που ξέρουμε είναι μερικά κόλπα επιβίωσης, και αυτά μόνο μπορούμε να τους μάθουμε! Κάντε ένα τεστ: Συγκρίνετε τον εαυτό σας με το παιδί σας και δείτε ποιος από τους δύο χαίρεται πιο εύκολα! Το παιδί αναμφισβήτητα! Οπότε; Ποιος είναι ο καλύτερος σύμβουλος για τη ζωή; Με τα παιδιά θυμόμαστε πράγματα που είχαμε ξεχάσει. Να γελάμε, να παίζουμε, να τραγουδάμε, να κρυβόμαστε, να πλατσουρίζουμε. Όλα αυτά, τα παιδιά μας τα μαθαίνουν ξανά!
6. Τα παιδιά είναι πνευματικά πλάσματα  
Τα παιδιά έχουν άπειρες πνευματικές δυνατότητες, και αυτό επειδή δεν έχουν ακόμα βυθιστεί μέσα στην «πραγματικότητα»! Συχνά ακούν και βλέπουν πράγματα που εμάς μας διαφεύγουν. Δεν παρατηρούν απλά, νιώθουν το περιβάλλον και κυριολεκτικά το ζουν. Επιπλέον, εντοπίζουν, απορροφούν και αντιδρούν σε αυτό πολύ πιο έντονα από ό,τι οι ενήλικοι. Είναι δηλαδή πολύ καλά συντονισμένα με τη διαίσθησή τους. Αν εμείς τα βοηθήσουμε να εξελίξουν αυτά τα προσόντα τους, με το να μην παρεμβαίνουμε στην έκφραση τους, τότε θα τα βοηθήσουμε και να αποκτήσουν ενσυναίσθηση αλλά και κοινωνική ευελιξία στη ζωή τους!
7. Δημιουργήστε ένα κλίμα χαράς, αγάπης και υποστήριξης! 
Αν ένα παιδί ζει μέσα στο φόβο και το άγχος, εννοείται πως δε θα μάθει τι σημαίνει χαρά! Γι’ αυτό, το καλύτερο πράγμα που μπορείτε να κάνετε είναι να δημιουργήσετε μια χαρούμενη και στοργική ατμόσφαιρα.
8. Καλλιεργήστε μια φιλική σχέση μαζί τους 
Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είστε κολλητοί φίλοι. Απλώς αποφύγετε να του θυμίζετε ότι εσείς είστε το αφεντικό. Μην κάθεστε πάνω στο βάθρο σας λέγοντας του τι πρέπει ή δεν πρέπει να κάνει! Τοποθετήστε τον εαυτό σας κάτω από το παιδί, έτσι ώστε να του είναι εύκολο να σας μιλήσει και να σας ανοιχτεί.
9. Μην απαιτείτε το σεβασμό! 
Το ζητούμενο είναι να σας αγαπάει όχι να σας σέβεται! Μπορεί να είστε μεγαλύτεροι, πιο σωματώδεις και να ξέρετε μερικά κόλπα επιβίωσης, αλλά πάντα να θυμάστε ότι είμαστε ίσοι με όλους. Και με τα παιδιά ακόμη!

10. Κάντε τον εαυτό σας «ελκυστικό» 
Ένα παιδί επηρεάζεται από πάρα πολλά πράγματα: την τηλεόραση, τους γείτονες, τους δασκάλους, το σχολείο, και ένα εκατομμύριο άλλα πράγματα. Θα ακολουθήσει αυτό που  βρίσκει πιο ελκυστικό. Αν σας βρίσκει ελκυστικούς θα έρθει κοντά σας. Αν είστε χαρούμενοι, έξυπνοι, και θετικοί θα επιδιώξει να είστε πάντα η παρέα του! Από: Ελένη Χαδιαράκου 
Πηγή: imommy.gr 

Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2014

Λατινικές φράσεις που χρησιμοποιούμε ακόμη

Θεωρούμε τα Λατινικά μια νεκρή γλώσσα; Και όμως αποτελούν τη βάση για πολλές σύγχρονες γλώσσες.


Πολλοί ίσως πιστεύουν ότι η συγκεκριμένη γλώσσα έχει πεθάνει. Οι παρακάτω φράσεις ωστόσο και η συχνότητα με την οποία χρησιμοποιούνται μάλλον το αντίθετο αποδεικνύουν, ότι δηλαδή, μια γλώσσα είναι ζωντανή όχι μόνο όταν μιλιέται με τη συμβατική έννοια, αλλά και όταν φράσεις της αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι τού προφορικού και γραπτού λόγου.

Οι παρακάτω λατινικές εκφράσεις χρησιμοποιούνται πολύ συχνά και σε πολλές περιστάσεις.

Vice versa: έχει προκύψει από το λατινικό "αλλάζω" ή "γυρίζω επιτόπου" και δείχνει την αντιστροφή τής σειράς κάποιου πράγματος.

Scripta manent : "τα γραπτά μένουν" (να το θυμάστε και να προσέχετε πού/τι υπογράφετε!)

Ad hoc : σημαίνει  "γι' αυτόν τον σκοπό".

Magnum opus: σημαίνει "μεγάλο έργο", χρησιμοποιείται όταν αναφερόμαστε σε καλλιτεχνικά δημιουργήματα, πίνακες, γλυπτά, μουσικά κομμάτια και υποδηλώνει το σπουδαιότερο έργο ενός καλλιτέχνη.

Bona fide: στην κυριολεξία της σημαίνει καλή πίστη, ωστόσο ο όρος έχει διαφορετικές χρήσεις σήμερα. Σε νομικό κείμενο, χρησιμοποιείται για να αντιπροσωπεύσει κάτι που παρουσιάζεται χωρίς δόλο ή εξαπάτηση, ή με άλλα λόγια κάτι που δείχνει ειλικρίνεια, εντιμότητα και καλή πίστη. Η πιο συχνή χρήση της φράσης είναι αυτή που δείχνει ότι μιλάμε για κάτι πραγματικά αυθεντικό.

Α posteriori : σημαίνει "εκ των υστέρων" και χρησιμοποιείται συνήθως ως αντίθετο του a priori που σημαίνει "εκ των προτέρων".

Sine qua non : σημαίνει "εκ των ων ουκ άνευ" 

Alter ego: αποδίδεται μεν στον Κικέρωνα, που φαίνεται όμως ότι τη δανείστηκε από εμάς τους Έλληνες και σημαίνει ένας "δεύτερος εαυτός", ένα "άλλο εγώ". Η σημασία του δεν έχει διαφοροποιηθεί ιδιαίτερα ούτε στις μέρες μας, υποδηλώνοντας τον άλλο μας εαυτό, ίσως ένα κρυμμένο κομμάτι της προσωπικότητάς μας.

Status quo: σημαίνει "η κατάσταση στην οποία" και με αυτόν τον τρόπο χρησιμοποιείται και σήμερα. Με άλλα λόγια, δηλώνει την υπάρχουσα κατάσταση ή τις τρέχουσες συνθήκες των πραγμάτων.

De facto: σημαίνει "από το γεγονός". Γενικότερα, η έκφραση αυτή, που είναι ευρέως διαδεδομένη, δηλώνει κάτι που συμβαίνει εκ των πραγμάτων, κάτι που είναι πραγματικό κι αληθινό.

De profundis : σημαίνει "εκ βαθέων" και προέρχεται από ψαλμό, χρησιμοποιείται όμως για να υποδηλώσει την ειλικρινή έκφραση συναισθημάτων.

Αudio, video, disco : στην κυριολεκτική μετάφραση σημαίνει "ακούω, βλέπω, μαθαίνω" (!)

Tabula rasa: από τις πιο γνωστές φράσεις που μαθαίνει κανείς από τα σχολικά χρόνια είναι η λατινική φράση "tabula rasa". Η έκφραση αυτή σημαίνει «άγραφος πίνακας» και δηλώνει κάποιον ή κάτι που δεν έχει επηρεαστεί ή στιγματιστεί ακόμα από τις εμπειρίες και τα βιώματά του. Συχνότερα, τα μικρά παιδιά χαρακτηρίζονται έτσι, γιατί δεν έχουν προλάβει να ζήσουν πολλά.

Mea culpa: χρησιμοποιείται όταν θέλει κάποιος να δηλώσει ότι έκανε κάποιο λάθος, ότι έσφαλε, καθώς η κυριολεκτική μετάφραση της φράσης είναι "λάθος μου".

Casus beli : σημαίνει "αιτία πολέμου" και χρησιμοποιείται μεταφορικά προκειμένου να εξηγηθεί η αφορμή, η αιτία μιας διένεξης (λεκτικής συνήθως).

Persona non grata: σημαίνει "ανεπιθύμητο πρόσωπο" και χρησιμοποιείται για να υποδηλωθεί με ευγενικό τρόπο ότι κάποιος θεωρείται ανεπιθύμητος σε κάποια περίσταση ή ακόμα κι έναν τόπο.

Honoris gratia : σημαίνει "τιμής ένεκεν". 

Lapsus linguae : σημαίνει "γλωσσικό ολίσθημα" και χρησιμοποιείται όταν λέμε κάτι λάθος αλλά υποσυνείδητα είναι το "σωστό", (κάτι σαν  το "η λανθάνουσα γλώσσα λέει πάντα την αλήθεια").

Modus vivendi : σημαίνει "τρόπος ζωής" 

In vitro: σημαίνει "σε γυαλί" δηλώνουμε οτιδήποτε δεν έχει συμβεί στο ανθρώπινο σώμα ή στο περιβάλλον. Στην πραγματικότητα, η φράση αυτή είναι πολύ γνώριμη σε μαθητές και φοιτητές, καθώς χρησιμοποιείται για να δηλωθεί οτιδήποτε γίνεται σε εργαστηριακές συνθήκες κι όχι σε φυσικό περιβάλλον.

Curriculum vitae: Στην κυριολεξία της η έκφραση σημαίνει «η ροή της ζωής ενός ανθρώπου», ωστόσο χρησιμοποιείται μεταφορικά υποδηλώνοντας τα πιο σημαντικά στοιχεία της πορείας κάποιου, τις σπουδές του, την εμπειρία του, οτιδήποτε άξιο λόγο για τη ζωή του, με δύο λέξεις "βιογραφικό σημείωμα". 

Carpe diem: η πιο γνωστή ίσως φράση των Λατινικών που έχει διατηρηθεί στα χρόνια. Αυτή η έκφραση προέρχεται από ένα ποίημα του Οράτιου και μολονότι έχουν εκφραστεί πολλές και διαφορετικές γνώμες για τη μετάφρασή της, η φράση έχει καταλήξει να αποδίδεται ως «άδραξε τη μέρα» και πολύ συχνά χρησιμοποιείται για παρότρυνση και ενθάρρυνση των ανθρώπων να ζουν τη ζωή τους στο έπακρο καθημερινά.

Veni, vidi, vici: λέγεται ότι το είπε ο ρωμαίος αυτοκράτορας Ιούλιος Καίσαρας για τη νίκη του στον σύντομο πόλεμο με το βασιλιά του Πόντου, Φαρνάκη το Β’, φράση που σημαίνει «ήλθον, είδον και ενίκησα. Η έκφραση χρησιμοποιείται όταν θέλουμε να μιλήσουμε για κάτι που πετύχαμε εύκολα και χωρίς πολύ κόπο.

Sui generis : σημαίνει ιδιότροπος, ιδιόμορφος.

Pro bono:  σημαίνει "για το καλό" και στις μέρες μας χρησιμοποιείται όταν θέλουμε να μιλήσουμε για κάτι που κάνουμε χωρίς χρέωση, δηλαδή δωρεάν. Συνηθέστερα χρησιμοποιείται σε νομικό κείμενο.

Et cetera: συναντάται κυρίως ως συντομογραφία, etc, στα αγγλικά κείμενα και μπαίνει στο τέλος μια φράσης για να δείξει αυτό που στα Ελληνικά γράφουμε "κτλ". Χρησιμοποιείται χάριν συντομίας όταν θέλουμε να μην μακρυγορούμε στο λόγο μας.


Πέμπτη, 16 Οκτωβρίου 2014


Μάρσια Γουίλλετ
Η Χρυσή Κούπα
Μετάφραση: Πόλυ Μοσχοπούλου
Εκδόσεις Ωκεανίδα, σελ. 516
Αθήνα 2006
Της Ζήνας Λυσάνδρου Παναγίδη
Φιλολόγου, MSc
Τα τελευταία χρόνια μού έλειψε το ρομαντικό μυθιστόρημα. Από τον καιρό που απόλαυσα το μυθιστόρημα της Ρόζαμουντ Πίλτσερ «Ψάχνοντας για κοχύλια», έψαχνα κάτι που να με συναρπάσει, αν όχι εξίσου, τουλάχιστον να ακολουθεί τα αχνάρια της Πίλτσερ.
Και να που βρέθηκε. «Η Χρυσή Κούπα» της Μάρσια Γουίλλετ, με μετέφερε στις ακτές της ονειρικής Κορνουάλης, όπου συνεχώς βρέχει, στα θαλασσόβρεχτα βράχια της, όπου φυσούν θυελλώδεις άνεμοι που σφυρίζουν δαιμονικά και απειλούν να γκρεμίσουν τα σπίτια που λες και αιωρούνται στον γκρεμό.
 Νιώθεις ότι θα ήθελες να κουλουριαστείς στα σκεπάσματά σου, να ζεσταθείς μαζί με τους ήρωές της πλάι στο αναμμένο τζάκι, να τους αγκαλιάσεις και να τους φιλήσεις, γιατί όλοι είναι τόσο καλοί άνθρωποι, η αγάπη φωλιάζει στις ψυχές τους και πανταχού παρούσες είναι οι αρετές της αλληλοβοήθειας, της αλληλεγγύης, του αλτρουισμού, της αλληλοπεριχώρησης.
Η άλλη ομοιότητα με την Πίλτσερ είναι ότι και η Μάρσια Γουίλλετ σκιαγραφεί τους ήρωές της με περισσή αγάπη, γλυκύτητα και τρυφερότητα. Η αγάπη, όμως, επεκτείνεται και στη φύση, τα ζώα, και το πιο ταπεινό άψυχο πλάσμα έχει τη δική του θέση και αξία. Είναι συγκινητικός ο τρόπος που αναφέρεται στα ζώα αλλά και στα αγριολούλουδα.
Βρισκόμαστε σε έναν παραδεισένιο τόπο, στις ακτές της Κορνουάλης, στο κτήμα της οικογένειας Τριβάνιον που λέγεται Παράδεισος. Κύρια ηρωίδα είναι η Όνορ Τριβάνιον την οποία συναντούμε στις τελευταίες μέρες της ζωής της να πλέει τα λοίσθια, ενώ στο κτήμα φτάνει ένας νεαρός Αμερικάνος που ψάχνει με μια παλιά φωτογραφία να βρει την αδελφή της γιαγιάς του. Αναστατωμένη η ετοιμοθάνατη Όνορ παραγγέλλει στην εγγονή της τη Τζος, που τη νοιάζεται με περισσή αγάπη, να βρει κάποια κρυμμένα παλιά γράμματα.
Το μυθιστόρημα, λοιπόν, αυτό ξεκινά in medias res, στη μέση των πραγμάτων, και με την τεχνική της αναδρομής στο παρελθόν, το flash back, φωτίζει τα γεγονότα μέσω των παλιών αυτών επιστολών που η νεαρή Όνορ έγραφε στην αδελφή της στην Αμερική, αλλά που δεν της τα έστειλε ποτέ.
Γύρω από την Όνορ ζουν όλοι οι συγγενείς σε κοντινά σπίτια, που την αγαπούν και τη νοιάζονται, αλλά δεν υποψιάζονται  ότι κρύβει κάποιο μυστικό. Σχεδόν για τον καθένα αναφέρεται στα γράμματά της και, κυρίως, στέκεται στην αγάπη που της έχουν. Ο μόνος που διαφέρει από τους άλλους είναι ο γαμπρός της με την απληστία και την υστεροβουλία του.
Μέσα από αυτή την πολυπρόσωπη αφήγηση αναδύονται έρωτες, πάθη, ανθρώπινες αδυναμίες, λάθη, δραματικές καταστάσεις που αγγίζουν τα όρια του τραγικού. Η συγγραφέας φιλοσοφεί πάνω στη ζωή, αλλά δεν κρίνει τους  ήρωές της για τις όποιες αδυναμίες ή αποφάσεις τους. Για όλους βρίσκει ελαφρυντικά. Στο τέλος, όμως, όταν όλοι μαθαίνουν το μυστικό που τους έκρυβε η Όνορ, τη θαυμάζουν απεριόριστα για το κουράγιο της να ζει με μια άλλη ταυτότητα.
Παρών σε όλο το μυθιστόρημα, άνκαι απών, είναι ο γιατρός Χιούμπερτ Τριβάνιον, ένας ανιδιοτελής επιστήμονας, μέλος αυτής της οικογένειας, που πήγε να εργαστεί στην Ινδία και πέθανε από μολυσματική ασθένεια εκεί. Πέρα από τον πατέρα του, ιδιαίτερα τον αγαπά η μικρότερη ξαδέλφη του η Μάουσι, νοσοκόμα.
«Θυμάται μια εποχή, όταν ονειρευόταν να επιστρέψει ο Χιούμπερτ στον τόπο του και να δουλέψει εδώ, ανάμεσα στους δικούς του ανθρώπους. Όταν άρχισε την εκπαίδευσή της ήλπιζε ότι μια μέρα θα δούλευαν μαζί».
Η Όνορ τα κατάφερε, ώστε όλοι να τη θαυμάζουν, ενώ ο φίλος και συμφοιτητής του Χιούμπερτ, ο Σάιμον, την αγάπησε, και που αυτή, παρόλο που ανταποκρίθηκε στα αισθήματά του, αρνήθηκε να τον παντρευτεί για να μη φύγει από τον Παράδεισο.
«Εκπέμπει κάτι σαν μαγεία ετούτη η κοπέλα, που διεισδύει βαθιά μέσα σου και βγάζει στην επιφάνεια πράγματα που αγνοούσες την ύπαρξή τους: θέλεις να λάμψεις για χάρη της… Η Όνορ αφιέρωνε σε όλους την ίδια ξεχωριστή, αποκλειστική προσοχή της».
 Επιλογικά, όλοι σχεδόν διάβασαν τις επιστολές της Όνορ για να μπορέσουν να καταλάβουν τη συμπεριφορά της και να τη δικαιολογήσουν. Αυτή είναι η πρωτοτυπία αυτού του έργου της πολύ διάσημης στη Μεγάλη Βρετανία Μάρσιας Γουάλλετ. Ότι μαθαίνεις για το παρελθόν των ηρώων μέσα από τις επιστολές αυτές.
 Το μυθιστόρημα «Η Χρυσή Κούπα» ξεχειλίζει από ρομαντισμό, φυσιολατρία, τρυφεράδα, συναισθήματα απέραντης αφοσίωσης και αγάπης. Μας προξενεί ιλαρότητα και ψυχική γαλήνη η ανάγνωση αυτού του μυθιστορήματος που διαβάζεται απνευστί, και  μας μεταφέρει σε ένα εξωπραγματικό τοπίο, ονειρικό, που κάποια στιγμή θα ήθελα πάρα πολύ να επισκεφθώ. Αγάπησα την Κορνουάλη μέσα από τη Λογοτεχνία!
  





                                     










Σάββατο, 11 Οκτωβρίου 2014

Παρουσίαση Βιβλίου


Ζαν Μισέλ Τιμπό
«Νουρμπανού»
Η λαμπερή σουλτάνα
Μετάφραση: Έφη Κορομηλά
Εκδόσεις ΩΚΕΑΝΙΔΑ
Αθήνα 2003, Σελ. 360


Νιώθω μια έλξη προς τα μυθιστορήματα της μαγεμένης Ανατολής. Ανέκαθεν ένιωθα. Ιδιαίτερα όσα διαδραματίζονται στην Κωνσταντινούπολη, τη Βασιλίδα των πόλεων, τη δικιά μας Πόλη!

Ο πολυγραφότατος Γάλλος συγγραφέας Ζαν-Μισέλ Τιμπό διεισδύει στα άδυτα του Παλατιού του Σουλτάνου, στο Τοπκαπί, όπου οι οδαλίσκες, φερμένες από άλλα μέρη, συνήθως χριστιανές αιχμάλωτες, ζουν φυλακισμένες στο χαρέμι, προσμένοντας τη μέρα που θα τις καλέσει ο Σουλτάνος στα ιδιαίτερα διαμερίσματά του.

Η γραφή του με τη γλυκύτητα και τη γλαφυρότητά της, οι εξαίσιες περιγραφές, η χλιδή και η πολυτέλεια του παλατιού, το πολύ ενδιαφέρον θέμα με το οποίο καταπιάνεται, η συναρπαστική πλοκή, η μυθική διάσταση των γεγονότων, κάνουν το μυθιστόρημα αυτό ένα απολαυστικό ανάγνωσμα, από εκείνα που δεν τα αφήνεις μέχρι να φτάσεις στο τέλος.
Νουρμπανού είναι μια σουλτάνα, κόρη της Βενετίας, που την πούλησε ο πατέρας της στον Σουλτάνο Σουλεϊμάν τον Μεγαλοπρεπή, με το αζημείωτο, βέβαια, ελπίζοντας ότι θα καταφέρει να κερδίσει την καρδιά του Σουλτάνου για να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας!

Ο Σουλτάνος, όμως, δεν έχει μάτια παρά μόνο για τη σουλτάνα του, την περιβόητη Χιουρρέμ, μια κοκκινομάλλα Ρωσίδα, η οποία ξεχώρισε την ανυπότακτη αρχοντοπούλα της Βενετίας, την  Τσετσίλια, γιατί της θύμιζε τον εαυτό της, και την προετοίμαζε για να γίνει νύφη της, γυναίκα του γιου της Σελίμ, και επόμενη σουλτάνα.

Μέσα από την αφήγηση για τη ζωή της Νουρμπανού, της λαμπερής σουλτάνας, περνά η ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας τον καιρό του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς και της διαμάχης των διαδόχων του, οι ίντριγκες και οι δολοπλοκίες του παλατιού, οι συνωμοσίες και οι πλεκτάνες, τα ανίερα εγκλήματα, ο φόβος, ο κόσμος των ευνούχων, η ζωή στο χαρέμι, οι εκστρατείες, ο ανηλεής, ακήρυκτος πόλεμος μεταξύ των Ευρωπαϊκών δυνάμεων για την εύνοια του Σουλτάνου, φλογεροί ανεκπλήρωτοι έρωτες, ανίερες συμμαχίες, διαστροφές, πάθη, κακίες και ιδιοτέλειες, με μοναδικό σκοπό την εξουσία.  

Η ιστορία ξεκινά in medias res, με τη Νουρμπανού να βρίσκεται στο χαρέμι του Σουλτάνου, με αναδρομές στο παρελθόν της, αλλά στη συνέχεια η αφήγηση δίνεται με χρονολογική σειρά μέχρι τον θάνατο του Σουλεϊμάν και την τελική επικράτηση του διεστραμμένου, μέθυσου Σελίμ έναντι των αδελφών του. Το μυθιστόρημα τελειώνει με τον θάνατο του Σελίμ, μετά από οκτώ χρόνια βασιλείας.

«Και είσαι πάντα ο σουλτάνος. Ακόμη είσαι», είπε η Νουρμπανού και του χάιδεψε το πρόσωπο.
Με τον καιρό τον είχε αγαπήσει τον Σελίμ. Του είχε δώσει παιδιά. Του είχε δώσει την καρδιά της. Ακόμη του ανήκε.
Ναι, ο Σελίμ συνέχιζε να είναι ο Εντολοδότης των Αποκεφαλισμών, αλλά δεν θα ξανάδινε ποτέ διαταγές στους μουγκούς του. Ήταν νεκρός. Τον είχαν σκοτώσει οι καταχρήσεις. Αναπαυόταν σ’ ένα απομονωμένο δωμάτιο του παλατιού. Κανείς στο σεράι, εκτός από το γιατρό του,τους ακολούθους και τους μουγκούς του, δεν γνώριζε ακόμη τι είχε συμβεί. Φυλούσαν το θρόνο για το γιο του. Ο Μουράτ θα έφτανε στην Ισταμπούλ μετά από τρεις-τέσσερις μέρες».

Αυτή είναι η σαγηνευτική ιστορία της βενετσιάνας που την έμαθαν να αναγνωρίζει τα δηλητήρια και την προετοίμασαν για να επηρεάσουν την πολιτική του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς. Φύση επαναστατική, αντιδρούσε στους νόμους του βίαιου και κλειστού κόσμου του χαρεμιού, μέχρι που κερδίζει την εύνοια της Σουλτάνας του Τοπκαπί. Τότε χαράχτηκε ο δρόμος της.

Το μυθιστόρημα «Νουρμπανού» Η λαμπερή σουλτάνα, του Ζαν-Μισέλ Τιμπό, είναι ένα πολύ ελκυστικό ανάγνωσμα, όπου σκιαγραφούνται αμέτρητοι χαρακτήρες με πολύ ρεαλισμό, αλλά η Νουρμπανού έχει μια ξεχωριστή θέση στη γραφίδα του συγγραφέα, γι’ αυτό μας την παρουσιάζει με πολλή γλυκύτητα και αγάπη.


Δευτέρα, 6 Οκτωβρίου 2014

Παρουσίαση Βιβλίου

Robert T. Kiyosaki
«Πλούσιος Μπαμπάς
Φτωχός Μπαμπάς»
Μετάφραση: Εύη Παπαδοπούλου
Εκδόσεις Κλειδάριθμος
Αθήνα 2000, Σελ.302 

Θα ξεκινήσω τη σημερινή παρουσίαση με μια ιστορία. Μια πραγματική ιστορία του μακαριστού Θεοδόση Νικολάου, του Σάκη μας, του ρέκτη φιλολόγου και ποιητή, του γνήσιου πνευματικού ανθρώπου, του πιο ήρεμου ανθρώπου που γνώρισα στη ζωή μου, που ως Διευθυντής Λυκείου μιλούσε και γαλήνευε τους μαθητές και τις μαθήτριες.
Κάποτε στο Βαρώσι, λίγο πριν από την εισβολή, μια μέρα καθόταν στο Φάληρο ένας πλούσιος επιχειρηματίας ανάπτυξης γης με τους φίλους του. Σε λίγο είδε να καταφθάνει με το μικρό του αυτοκίνητο Austin Morris ο μ. ο Σάκης. Μόλις τον είδε, του λέει: «Μα, κύριε Σάκη, κοτζάμ Διευθυντής και κυκλοφορείς με αυτό το μικρό αυτοκινητάκι; Άρα, δεν πέτυχες στη ζωή σου!».
Και η απάντηση του μ. Σάκη: «Θα ήμουν αποτυχημένος, όπως λες, αγαπητέ μου, αν έβαζα ως στόχο μου να πλουτίσω. Εμένα, όμως, ο στόχος μου ήταν άλλος. Να μορφωθώ, να σπουδάσω φιλόλογος, να διδάξω τα νέα παιδιά, να εμφυσήσω στις ψυχές τους τον έρωτα του καλού, να γράψω ποίηση, να διαβάσω όσα πιο πολλά βιβλία μπορώ, να βοηθήσω τους συνανθρώπους μου, να γίνω καλός άνθρωπος… Αν είχα βάλει στόχο μου να πλουτίσω, ναι, συμφωνώ, θα ήμουν ένας αποτυχημένος». 

Χάρη στην αγάπη και την ενθάρρυνση κάποιων μαθητών μου, τελευταίως διαβάζω και βιβλία, πέρα από τα λογοτεχνικά, με θέματα που αφορούν στην προσωπική ανάπτυξη και την οικονομική ευφυία.
Ένα από αυτά τα βιβλία που διάβασα έχει τον τίτλο «Πλούσιος Μπαμπάς Φτωχός Μπαμπάς» του Robert Kiyosaki. Ομολογώ ότι διαβάζοντάς το σε κάποια σημεία μπορεί να συμφωνούσα, αλλά στα πιο πολλά αντιδρούσε μέσα μου η φιλόλογος, η καλή μαθήτρια, με τις αντιλήψεις μιας ζωής, μιας κοινωνίας που επαινεί την αριστεία και τις διακρίσεις στον ακαδημαϊκό τομέα. Διαφωνούσα και διαφωνώ σε πολλά με τον συγγραφέα.
Ο Robert Kiyosaki ένας αμερικανός αυτοδημιούργητος εκατομμυριούχος θεωρεί Φτωχό Μπαμπά, τον πατέρα του, που ήταν καθηγητής αγγλικής φιλολογίας, με διδακτορικό, και μάλιστα ήταν και Γενικός Επιθεωρητής των σχολείων της Χαβάης, σε μια περίοδο που είχε την εύνοια του κυβερνήτη. Τον θεωρεί φτωχό και χωρίς οικονομική ευφυία, γιατί είχε ένα μισθό, νοιαζόταν μόνο για τη μόρφωση και την αριστεία, πίστευε ότι τα μεταπτυχιακά σε βοηθούν να ανέβεις ιεραρχικά στη δουλειά σου κά. Επιπλέον, ήταν νομοταγής πολίτης και πλήρωνε αμέσως, χωρίς χρονοτριβή, τους φόρους του, και γενικά ήταν ένας μορφωμένος και καλλιεργημένος άνθρωπος, λάτρης των βιβλίων και της συνεχούς επιμόρφωσης. Ένας άνθρωπος που προσωπικά εκτιμώ και θαυμάζω.

Ο γιος του, όμως, και συγγραφέας του βιβλίου, θεωρεί ότι αυτό το είδος ανθρώπου είναι καταδικασμένο να ζει με οικονομίες, να δουλεύει σκληρά μια ζωή για να εξασφαλίσει μια καλή σύνταξη, και προετοιμάζει τα παιδιά του για να είναι μια ζωή υπάλληλοι σε άλλους. Ποτέ δεν θα γίνει πλούσιος.

Στην αντίθετη όχθη, ήταν ο πατέρας ενός φίλου του, αυτός που ονομάζει ο Πλούσιος Μπαμπάς, τον οποίο έχει ως πρότυπο στη ζωή του, και ο οποίος του δίδαξε πώς να γίνει πλούσιος. Καταρχάς, απορρίπτει το υπάρχον εκπαιδευτικό σύστημα το οποίο θεωρεί αποτυχημένο, γιατί δεν μαθαίνει στους νέους τίποτα για το χρήμα, για την οικονομική ευφυία.
«Ο βασικός λόγος για τον οποίο οι περισσότεροι άνθρωποι αντιμετωπίζουν οικονομικά προβλήματα είναι ότι, παρόλο που αρκετά χρόνια της ζωής τους τα πέρασαν στο σχολείο, δεν έμαθαν τίποτα για το χρήμα. Το αποτέλεσμα είναι ότι ο περισσότερος κόσμος έχει μάθει να δουλεύει για το χρήμα… αλλά δεν έμαθε ποτέ να βάλει το χρήμα να δουλέψει για λογαριασμό του».
Αυτός ο Πλούσιος Μπαμπάς δεν είχε ακαδημαϊκή μόρφωση, δεν τέλειωσε ποτέ τη Β’ Γυμνασίου, αλλά ήξερε να εκμεταλλεύεται τις ευκαιρίες, να αγοράζει από ανθρώπους που βρίσκονταν σε  απελπιστική κατάσταση, δεν πλήρωνε τους φόρους του στο κράτος, αλλά είχε τα χρήματά του σε επενδύσεις, δεν επέτρεπε στους υπαλλήλους του να συνδικαλίζονται, αλλά έκανε πολλές δωρεές σε εκκλησίες και άλλα φιλανθρωπικά ιδρύματα. Κυρίως, όμως, ήξερε να επιλέγει τους πιο καλούς, έξυπνους επιστήμονες να δουλεύουν για λογαριασμό του.
Η άποψή μου για τον πλούσιο μπαμπά είναι ότι ήταν ένας αριβίστας, τυχοδιώχτης, εκμεταλλευτής, συμφεροντολόγος, κακοπληρωτής, ασυνεπής στις υποχρεώσεις του προς το κράτος και σε όσους χρωστούσε. Άνθρωπος απόλυτος με δικτατορική νοοτροπία, σφετεριστής και ανάλγητος, ένα αρπακτικό που καιροφυλακτούσε να αδράξει τις ευκαιρίες, να εκμεταλλευτεί τη δεινή θέση των άλλων για να κερδοσκοπήσει σε βάρος τους.
Με ενόχλησαν οι εργασιακές συνθήκες των υπαλλήλων του που θυμίζουν Μεσαίωνα, αφού δεν τους επέτρεπε να συνδικαλίζονται, όπως και η υποκρισία του, από τη μια να μην είναι συνεπής στις υποχρεώσεις του και από την άλλη να κάνει φιλανθρωπίες. 
Ουσιαστικά, ο μορφωμένος πατέρας του τον ενθάρρυνε να γίνει έξυπνος, ενώ ο πλούσιος πατέρας του τον ενθάρρυνε να μάθει να ξεχωρίζει και να προσλαμβάνει έξυπνους ανθρώπους.
Ο φτωχός πατέρας του τού έλεγε ότι η αγάπη για τα χρήματα είναι η αιτία κάθε κακού, ενώ ο πλούσιος του έλεγε ότι η έλλειψη χρημάτων είναι η αιτία κάθε κακού.
«Ο ένας πατέρας έλεγε: «Ο λόγος που δεν είμαι πλούσιος, παιδιά μου, είναι γιατί έχω εσάς». Ο άλλος έλεγε:  «Ο λόγος που πρέπει να είμαι πλούσιος, παιδιά μου, είναι γιατί έχω εσάς».
Ο πλούσιος μπαμπάς ήθελε να τους μάθει να ελέγχουν τη δύναμη του χρήματος, να μην το φοβούνται. Ήθελε, επίσης, να τους μάθει να διακρίνουν τις ευκαιρίες. Επιπλέον, πίστευε ότι «Το χρήμα, όταν δεν συνοδεύεται από οικονομική ευφυία, είναι χρήμα που σύντομα θα ανήκει σε κάποιον άλλο».

Ταυτόχρονα, ο πλούσιος μπαμπάς τούς έμαθε να ξεχωρίζουν το ενεργητικό από το παθητικό. «Οι πλούσιοι προσθέτουν στοιχεία στο ενεργητικό τους, ενώ οι φτωχοί με τους μικρομεσαίους προσθέτουν στοιχεία στο παθητικό τους… Στοιχείο του ενεργητικού είναι αυτό που φέρνει χρήματα στην τσέπη μου. Στοιχείο του παθητικού είναι αυτό που αδειάζει την τσέπη μου».

Αξίζει να αναφέρω ότι ο συγγραφέας πιστεύει ότι η αγορά ενός σπιτιού δεν είναι καλή επένδυση, γιατί όσο μεγαλύτερο είναι το σπίτι, τόσο πιο πολλά είναι τα έξοδά του. «Η διαδικασία της αυξημένης κατανάλωσης καταδικάζει τις οικογένειες σε αυξημένα χρέη και μεγαλύτερη οικονομική ανασφάλεια».

Οι συμβουλές του για επενδύσεις αφορούν σε:
«1.Επιχειρήσεις που δεν απαιτούν την παρουσία μου. Μου ανήκουν, αλλά διοικούνται ή διευθύνονται από άλλους. Αν είμαι αναγκασμένος να εργάζομαι εκεί, δεν πρόκειται για επιχείρηση. Γίνεται η δουλειά μου.
2. Μετοχές
3.Χρεώγραφα
4.Αμοιβαία κεφάλαια
5.Ακίνητη περιουσία που αποδίδει εισόδημα.
6.Ομόλογα και άλλα».
Στην Κύπρο και την Ελλάδα των αρχών του 21ου αιώνα αυτές οι συμβουλές είναι αναξιόπιστες μετά την κρίση του Χρηματιστηρίου και την οικονομική κρίση που ενέσκηψε τα τελευταία χρόνια.
Ανάμεσα στις πάμπολλες συμβουλές που μας δίνει ο συγγραφέας είναι:
«Συνήθως δεν κρατώ ένα ακίνητο πάνω από επτά χρόνια.
Όταν μπει ένα δολάριο στη στήλη του ενεργητικού σας, μην το αφήσετε ποτέ να ξαναβγεί.
Να ιδρύσετε ανώνυμη εταιρεία, αν έχετε περιουσία.
Αν θέλετε να γίνετε πλούσιοι και ευτυχισμένοι μην πάτε σχολείο!
Οι ικανότητες επικοινωνίας, όπως το γράψιμο, η συνομιλία και η διαπραγμάτευση αποδεικνύονται εφόδια ζωτικής σημασίας για μια επιτυχημένη ζωή.
Η προσφορά αποτελεί το μυστικό των πλουσιότερων οικογενειών. Δώσε και θα πάρεις!
Η αποτυχία εμπνέει τους νικητές. Εδώ αναφέρει και τη ρήση του Τζον Ν. Ροκφέλερ: « Πάντοτε προσπάθησα να μετατρέψω κάθε καταστροφή σε ευκαιρία».
Πρέπει να επικεντρωθείτε στον στόχο σας.
Ανταμείβετε πρώτα τον εαυτό σας.
Επιλέγετε με προσοχή τους φίλους σας. Μην ακούτε φτωχούς ή φοβισμένους ανθρώπους.
Μην επωμίζεστε μεγάλα χρέη. Φροντίστε να περιορίζετε τα έξοδά σας!
Πρώτα προσφέρετε αυτό που επιθυμείτε, και θα το πάρετε στον υπερθετικό βαθμό. Το ίδιο ισχύει για τα χρήματα, το χαμόγελο, την αγάπη, τη φιλία.
Η δράση είναι πάντοτε προτιμότερη από την αδράνεια».
Θα ήθελα να σταθώ και σε μια άποψη του συγγραφέα που τη θεωρώ πολύ χρήσιμη.
«Οι φτωχοί έχουν συνήθειες φτωχών. Μια συνηθισμένη καλή συνήθεια είναι να βάζουν χέρι στις οικονομίες τους. Οι πλούσιοι ξέρουν καλά ότι με τις οικονομίες μας πρέπει να παράγουμε περισσότερα χρήματα και όχι να πληρώνουμε λογαριασμούς».

Ασφαλώς, κρύβονται πολλές αλήθειες σε αυτό το βιβλίο που εξηγούν γιατί φτάσαμε στη σημερινή δεινή οικονομική μας κατάσταση. Στηλιτεύει τη μανία μας να αγοράζουμε είδη πολυτελείας, όπως μεγάλα σπίτια, κοσμήματα, αυτοκίνητα, κ.ά. με πίστωση.

Καταληκτικά, πρόκειται για ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο, ευσύνοπτο, εύληπτο, εκλαϊκευμένο, που διαβάζεται πολύ εύκολα. Μια από τις αρετές του είναι ότι καταφέρνει και οι πιο δύσκολοι οικονομικοί όροι να φαίνονται πολύ εύκολοι. Στην ουσία στα έξη κεφάλαια του βιβλίου δίνει έξη μαθήματα για να κατανοήσουμε το χρήμα και τις αρχές του.

Προσωπικά, παρόλο που διαφωνώ, όπως έχω πει πιο πάνω, με πολλές από τις απόψεις του, βρήκα και κάποιες αλήθειες που πρέπει να τις έχουμε οδοδείχτες στη ζωή μας, αν θέλουμε να έχουμε άνεση και ευημερία στη ζωή μας.

Ομολογώ ότι η ανάγνωση αυτού του βιβλίου ήταν για μένα απόλαυση, αν εξαιρέσουμε την απέχθειά μου προς την υποκριτική συμπεριφορά των πλουσίων και την απαξίωση του συγγραφέα για το εκπαιδευτικό μας σύστημα.

Η μεγαλύτερη αρετή αυτού του βιβλίου είναι οι συμβουλές του για προσφορά και οικονομική περισυλλογή, αξίες πολύτιμες και διαιώνιες! Επίσης, θα ήθελα να τονίσω ότι πιστεύω πως δεν μπορούν όλοι να ακολουθήσουν τις συμβουλές του, γιατί δεν έχουν ως στόχο τους όλοι τον πλούτο πάση θυσία. Υπάρχουν, ευτυχώς, και άλλες αξίες στη ζωή, οι πνευματικές. Εξάλλου, μήπως είναι και θέμα γονιδίων, τύχης, κλίσεων, ενδιαφερόντων, καταστάσεων, ευνοϊκών συνθηκών, εκμετάλλευσης, ή και απατεωνιάς, αν θα αποκτήσεις μεγάλη περιουσία;






Τετάρτη, 1 Οκτωβρίου 2014

Ο Μύθος της Γαλάτειας

Παρουσίαση Βιβλίου

Βασιλικής Κουρέα Σκουτελά
«Ο μύθος της Γαλάτειας»
Λευκωσία 2013




Νιώθω συγκίνηση, γιατί γι’ άλλη μια φορά θα παρουσιάσω μυθιστόρημα της αγαπημένης μου συναδέλφου Βασιλικής Σκουτελά. Η Βασιλική, μετά το πρώτο της μυθιστόρημα «Τότε που δάκρυσε το δέντρο», επανέρχεται με το μυθιστόρημα «Ο  μύθος της Γαλάτειας».
Γι’ άλλη μια φορά ανασκαλεύει στο παρελθόν και μας αφηγείται μια πραγματική ιστορία. Μιας γυναίκας που γνώρισε στα παιδικά της χρόνια στον Καλοπαναγιώτη, μιας γυναίκας που έγινε θρύλος στην εποχή της, αφού μέχρι και ο βασιλιάς της Αιγύπτου ο Φαρούκ υπέκυψε στη γοητεία και τα κάλλη της.
Μιας γυναίκας που βίωσε στη ζωή της την Περιπέτεια, με την αριστοτελική έννοια του όρου. Μιας γυναίκας που η ζωή της διαγράφει Κυκλική πορεία, αφού αρχίζει και τελειώνει στον Καλοπαναγιώτη μέσα στη στέρηση και την ανέχεια.
Με το μυθιστόρημά της αυτό η συγγραφέας μάς μεταφέρει από τον Καλοπαναγιώτη, στη Βάσα Κοιλανίου, στη Λευκωσία, στην Πάφο, στον Ξερό κ.ά, όπου διαδραματίζεται η ιστορία που πραγματεύεται. Η ιστορία μιας φτωχής ορφανής κοπελίτσας, που ο πατέρας με τη μητριά της, μη μπορώντας να θρέψουν όλα τα παιδιά τους, την έστειλαν να βοηθά τη θεία της, που ήταν παντρεμένη στη Βάσα Κοιλανίου με έναν πλούσιο. Εκεί, το κοριτσάκι βιώνει, από το πρώτο κιόλας βράδυ, τον εξευτελισμό και την ατίμωση από τον ίδιο τον θείο της, ενώ η θεία της τη μεταχειρίζεται σαν δουλικό.
Η συγγραφέας ξεκινά με την τεχνική in medias res, στη μέση των πραγμάτων, όπως θυμάται τη Γαλάτεια η ίδια στο χωριό της, όταν είχε γίνει σκιά του αλλοτινού εαυτού της, κι ύστερα, κάνοντας αναδρομή στο παρελθόν, ακολουθεί ευθύγραμμη πορεία, με χρονολογική σειρά, και αφηγείται την ιστορία της με γλαφυρότητα, τρυφερότητα, αγάπη. Την αγαπά πολύ, όπως φαίνεται, η συγγραφέας μας την κεντρική ηρωίδα της, της οποίας, όταν ήταν μικρό κοριτσάκι, ήταν η γραμματέας της.
«Ήμουν η γραμματέας της! Ακούω ακόμα τη φωνή της στ’ αυτιά μου. «Κορού, ε κορού…». Πρόβαλλα στην πόρτα και την έβλεπα που στεκόταν στη γωνιά της μεγάλης της αυλής. Άπλωνε το χέρι και μου έκανε νόημα. «Έλα που σε θέλω!...».
Την αγαπούσα, παρά την ιδιορρυθμία και τις λόξες της, και δεν της χαλούσα χατίρι! Έτρεχα σε ό,τι ήθελε να την εξυπηρετήσω. Ανέβαινα ασθμαίνοντας τα σκαλοπάτια. «Τι θέλεις;»
«Γράμμα! Να μου γράψεις γράμμα! Άργησε πάλι εκείνος ο καταραμένος να μου στείλει τα λεφτά».
Τον καταραμένο δεν τον είχα δει ποτέ στη ζωή μου! Εξάλλου, ήμουν αγέννητη, όταν χώρισαν. Μάλλον ήταν σε διάσταση. Δεν τον χώρισε, επειδή ήθελε να τον εκδικηθεί, που εκείνος συζούσε με τη φιλενάδα. Δεν του έδινε διαζύγιο, για να την έχει τη βρόμα του αστεφάνωτη και το νόθο να παραμείνει για πάντα με τη ρετσινιά του μπάσταρδου!».
Γύρω από την κεντρική ηρωίδα κινούνται πλήθος ηρώων, χαρακτηριστικών τύπων της κυπριακής υπαίθρου μα και της πόλης, οι οποίοι σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με αυτήν. Η Γαλάτεια είναι μια ηρωίδα που κινείται από τη φτώχεια στα μεγαλεία, από τα ταπεινά χαμόσπιτα στα αριστοκρατικά ξενοδοχεία, από την καταφρόνια στον θαυμασμό και τη μεγαλοψυχία. Ήταν όμως πάντοτε δυναμική, εύστροφη, δραστήρια, εργατική, με αφάνταστο μεγαλείο ψυχής, με πείσμα και επιμονή.
Η Βασιλική Σκουτελά διαζωγραφίζει τη ζωή στην Κύπρο στις αρχές του περασμένου αιώνα, τις αντιλήψεις, τα ήθη και τα έθιμα, τις συνήθειες, τα καλά κρυμμένα μυστικά, τις σχέσεις αφεντάδων και εργατών, την αδικία και την εκμετάλλευση, τα κοινωνικά δράματα, τη ληστεία, με τη μεταμόρφωση του περιβόητου ληστή Ζαχαρία, και τόσα άλλα.
Κάποια στιγμή, η Γαλάτεια κατάφερε να το σκάσει από το σπίτι της θείας της και να γυρίσει πίσω στο χωριό της. Εκεί, τη γνώρισε και την αγάπησε ένας  πλούσιος από τον Ξερό, κλέβοντάς την τη μέρα του γάμου της με έναν Καζαφανιώτη.
«Γιατί μου το έκαμε αυτό η Γαλατού; Γιατί μου έκανε τέτοιο κακό;» ψιθύριζε ο παρ’ ολίγον γαμπρός. Την αγαπούσα πάρα πολύ. Και τώρα την αγαπώ. Όποτε επιστρέψει θα τη συγχωρέσω και θα την παντρευτώ… Ό,τι και να έκανε, με όποιον κι αν επήγε!».
«Σκάσε, βλάκα,» τον αποπήρε ο κύρης του. «Πάρτε τα δώρα που φέραμε και τα κιβώτια με τα παστέλια κι ανεβάτε στα γαϊδούρια να φύγουμε»…
«Μα την αγαπώ! Είναι πολύ όμορφη!».
«Απ’ έξω κούκλα κι από μέσα πανούκλα! Θαρρείς πως κι η ομορφιά τρώγεται με το κουτάλι! Μπρος, πάμε στο χωριό μας!».
Και τράβηξαν απογοητευμένοι για το Καζάφανι…»
Η οικογένεια με τα καμώματα της Γαλατούς ντροπιάστηκε. Η Γαλάτεια, όμως, έγινε μεγάλη και τρανή στον Ξερό. Απέκτησε και δικό της κατάστημα που είχε πολλή πελατεία. Στην αρχή του γάμου τους ζούσαν ζωή παραμυθένια.
«Κι εκείνη ένιωθε ευτυχισμένη, δεν το είχε μετανιώσει ποτέ που κλέφτηκε μαζί του. Τον αγαπούσε, άσχετα αν στην ομορφιά δεν έφτανε τον Καζαφανιώτη, ούτε στο μικρό του δακτυλάκι… Μα τι να πεις… Αισθήματα είναι αυτά, δεν μπορείς να τα ελέγξεις και να τα καθοδηγήσεις…»
Μόλις πέρασε, όμως, ο πρώτος καιρός ο άντρας της άρχισε να στραβοκοιτά.
«Η Γαλάτεια τον αγαπούσε με πάθος, γιατί της πρόσφερε μια ζωή παραμυθένια, που ούτε στα όνειρά της δεν μπορούσε να φανταστεί. Ό,τι ήθελε το είχε στα πόδια της, μα κι αυτή δεν ήταν αχάριστη. Ευγνωμονούσε την οικογένεια Λαζαρίδη κι έκανε ό,τι μπορούσε να τους βοηθήσει στις επιχειρήσεις τους…
Αγάπες, αγάπες με τον Αντρόνικο, μα κάτι άρχισε να ψιλλιάζεται με τον καιρό. Δεν είχε, όμως, αποδείξεις… Λες κι είχε δίκαιο η Ευδοκία που της είπε κάποτε πως ο Λαζαρίδης δεν θα ξεκόψει από τις γυναίκες;».
Ένα Σαββατοκυρίακο βρίσκονται στο Βερεγγάρια, το διάσημο ξενοδοχείο στον Πρόδρομο, που τότε ήταν στις δόξες του. Εκεί στέφεται ως «Βασίλισσα Βερεγγάρια», και καταγοητεύει και τον βασιλιά της Αιγύπτου Φαρούκ που έκανε τις διακοπές του στο ξενοδοχείο. Μέχρι και στην Αίγυπτο ταξιδεύει για τις δουλειές της. Ο Φαρούκ την παρακαλεί να γίνει γυναίκα του, αλλά αυτή είναι πιστή στον άντρα της.
Μια μέρα, τον αναζήτησε και τον βρήκε στην αποθήκη με τη φιλενάδα. Από τότε άλλαξαν όλα. Έχασε κάθε όρεξη για δουλειά.
« Η θλίψη ήταν πια μόνιμη στα μάτια και στην ψυχή της… Μέσα στην απελπισία της εμφανίστηκε μια μέρα στο Ξερό και ο Καζαφανιώτης.
«Εσύ μας έλειπες. Τι θέλεις πάλι;»
«Άκουσα ότι αποσύρθηκες από τις επιχειρήσεις σου. Λυπήθηκα γι’ αυτό. Τι σου συμβαίνει, αλήθεια; Είναι σωστά τα όσα ακούω για σένα; Έμαθα ότι ο Λαζαρίδης έκανε φιλενάδα… Έλα σε μένα, Γαλατού μου, σε παρακαλώ! Βλέπεις, εγώ τόσα χρόνια δεν παντρεύτηκα, δεν έκανα οικογένεια και η αγάπη μου για σένα είναι πιο μεγάλη από πριν… Σε αγαπώ, Γαλατού μου, σε αγαπώ…».
«Εγώ, όμως, δε σε αγαπώ, Καζαφανιώτη, δε σε αγάπησα ποτέ… Μόνο τον άντρα μου αγαπώ… Στρίψε και φύγε!».
Η Γαλάτεια φρόντισε να εξασφαλίσει τους δυο γιους της, από τον φόβο της μήπως του πατέρα τους του φάνε την περιουσία οι φιλενάδες. Γι’ αυτό, όταν την έδιωξε ο άντρας της από το σπίτι, για να πάει η φιλενάδα, έμεινε επί ξύλου κρεμάμενη. Ζούσε στο σπίτι του πατέρα της στον Καλοπαναγιώτη.
Αυτή είναι η ιστορία της Γαλάτειας, της γυναίκας που από δουλικό έγινε κυρά κι αρχόντισσα, ενέπνευσε μεγάλους έρωτες, έστειλε στην κρεμάλα τον Καζαφανιώτη, για απόπειρα φόνου του συζύγου της, και στο τέλος κατάντησε μια δυσκίνητη γριά, με πολύ μίσος στην ψυχή της για τον άντρα της που την έφερε σ’ αυτή τη θέση.
Η Γαλάτεια είναι μια τραγική ηρωίδα που αγάπησε  λάθος άνθρωπο και δυστύχησε, ενώ μπορούσε να γίνει πολύ ευτυχισμένη με τον Καζαφανιώτη που τη λάτρευε! Είναι μια γυναίκα που βίωσε την απώλεια της μητέρας, την αναλγησία της μητριάς, τον εξευτελισμό της αξιοπρέπειάς της, τη συναισθηματική ένδεια, τον μεγάλο έρωτα, τα μεγαλεία, τα πλούτη, την απιστία, τον ξεπεσμό.

Επιλογικά, απόλαυσα το νέο μυθιστόρημα της καλής μου φίλης Βασιλικής Σκουτελά «Ο μύθος της Γαλάτειας» που συγκλονίζει με την πλοκή του, τους ζωντανούς ρεαλιστικούς διαλόγους του, τις περιπέτειες και τις αναγνωρίσεις, τα αναπάντεχα συμβάντα, τους έρωτές του, τα μηνύματα που εκπέμπει. Είναι ένα υπέροχο μυθιστόρημα που θα αγγίξει τις ευαίσθητες χορδές κάθε αναγνώστη, γιατί η συγγραφέας ως παντογνώστης αφηγητής μας παρουσιάζει και τον εσωτερικό κόσμο των ηρώων της.