Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2014

Παρουσίαση Βιβλίου
Βικτώριας Χίσλοπ
«Η Ανατολή»
Εκδόσεις Διόπτρα       
Αθήνα, 2014
Της Ζήνας Λυσάνδρου Παναγίδη
Φιλολόγου, MSc
Σκέπτομαι πόσο γι’ άλλη μια φορά πιαστήκαμε κορόιδα από ξένους που εμπορεύονται τον πόνο και την οδύνη μας για την κατεχόμενη γη μας.

Επιπλέον, καθώς διάβαζα το νέο πολυδιαφημισμένο, πριν καν εκδοθεί, μυθιστόρημα της Βικτώρια Χίσλοπ «Η Ανατολή» μου έρχονταν στο μυαλό συνεχώς οι στίχοι από το επίγραμμα του εθνικού μας ποιητή:
«Δυστυχισμένε μου λαέ, καλέ και αγαπημένε.
Πάντα ευκολόπιστε και πάντα προδομένε".

Αυτό είναι ένα μυθιστόρημα που συγκίνησε τους Αμμοχωστιανούς, χωρίς να το διαβάσουν. Ανάμεσα σ’ αυτούς που κατέκλυσαν την Πύλη Αμμοχώστου ήμουν κι εγώ, κινούμενη ολοκληρωτικά από το συναίσθημα ότι ένα μυθιστόρημα είναι αφιερωμένο στην αμμοχωσμένη πόλη μας. Μια συγγραφέας ξένη ασχολείται με το δικό μας πρόβλημα και θα το κάνει διεθνώς γνωστό. Συγκινηθήκαμε και κλάψαμε εκείνο το βράδυ. Πιστέψαμε αληθινά ότι είναι ένας ύμνος για την Αμμόχωστο!

Δηλώνω ευθαρσώς το mea culpa μου. 

Για άλλη μια φορά νιώθω ότι μας έπιασαν κορόιδα! Γι' άλλη μια φορά κάποιοι επιτήδειοι εκμεταλλεύονται τον πόνο και τον καημό μας για να πλουτίσουν.

Απορία πρώτη: μήπως υπήρχε κάποια σκοπιμότητα που η παρουσίαση του βιβλίου στην Κύπρο έγινε ακριβώς την ίδια μέρα της κυκλοφορίας του;
Απορία δεύτερη: γιατί δεν δέχτηκε η κυρία Χίσλοπ ερωτήσεις από το κοινό, παρά μόνο ο δημοσιογράφος της έκανε προγραμματισμένες, καθώς φάνηκε ερωτήσεις, για να μη βρεθεί σε δύσκολη θέση; Άρα, ξεγελάστηκε και ο δημοσιογράφος;

Γιατί, αν το είχαμε διαβάσει, ή αν είχαμε αρχίσει να το διαβάζουμε, θα αντιλαμβανόμαστε πάρα πολλά, με πρώτο απ’ όλα ότι το βιβλίο δεν τσουλάει, όπως λένε στην Ελλάδα. Οι πρώτες 150 σελίδες ήταν ένα ασήκωτο βουνό. Μια επανάληψη αχρείαστων λεπτομερειών, κουραστικών και εκνευριστικών, που θα μπορούσαν να λεχθούν σε δέκα το πολύ σελίδες.

Για να σας εξηγήσω καλύτερα, η συγγραφέας ήθελε να καυτηριάσει τον αρχοντοχωριατισμό της πλούσιας ηρωίδας της  που ντυνόταν σαν την Τζάκυ Ωνάση, τη χλιδή και την πολυτέλεια που υπήρχε στο ξενοδοχείο της, την εργασιομανία του συζύγου που την παραμελούσε και την έσπρωξε από την απληστία του στην αγκαλιά του υπαλλήλου του, την έλλειψη ηθικών ενδοιασμών και το διάχυτο αμοραλισμό που επικρατούσε, το αδιάκοπο κυνήγι του χρήματος, κ.ά.

Βρίσκω εντελώς αχρείαστες  και πλαδαρές τις ατέλειωτες περιγραφές της πολυτέλειας των ρούχων, των επίπλων, κ.ά. που κάνουν το κείμενο να κάνει «κοιλιά» και να σου προξενεί βαριεστημάρα.
Την απάντηση τη γνωρίζουμε όλοι. Πρέπει να γεμίσουν οι σελίδες για να πουληθεί πιο ακριβά το βιβλίο, αφού οι εκδότες δεν νοιάζονται για την ποιότητα και τη λογοτεχνική αξία, αλλά για το κέρδος και μόνο! Έτσι, αγοράζουμε βιβλία με το κιλό. Όσο ασήκωτο, τόσο ευπώλητο.

Θα ήθελα να σταθώ ακόμη στη μεγάλη προβολή που δόθηκε από τα ΜΜΕ που είδαν τη συγγραφέα περίπου ως Μεσσία, ως καταλύτη για το πρόβλημά μας, όπως κάποτε θεωρούσαν τον Μπίλυ Μπραντ, αν δεν με απατά η μνήμη μου. Συνεντεύξεις από εκστασιασμένους δημοσιογράφους που χωρίς κι αυτοί να ξέρουν, σαν κι εμάς τους αφελείς, υποκλίνονταν στην ευεργέτιδά μας, στην αγγλίδα που καταδέχτηκε να ασχοληθεί με μας, με το πρόβλημα της πόλης-φάντασμα,  υποκλίνονταν στη «μεγαλοφυία που νόμιζαν πως είχαν μπροστά τους, χωρίς να μπορούν να ξεχωρίσουν τον γνήσια πνευματικό άνθρωπο.

Ασφαλώς ως άνθρωπος η Βικτώρια Χίσλοπ είναι πολύ συμπαθής, κυρίως επειδή ξέρει και Ελληνικά. Είναι μια γλυκιά κοπέλα, καταδεχτική, χαμηλών τόνων, όπως μου φάνηκε, αλλά με άριστες δημόσιες σχέσεις και γραφεία προβολής πίσω της, που σήμερα είναι η συνταγή για παγκόσμια επιτυχία.

Ασφαλώς και δεν υποτιμά κανένας την εργατικότητά της και τη δημοσιογραφική έρευνα που έκανε δυο χρόνια, όπως μας είπε, μιλώντας με ανθρώπους και από τις δύο κοινότητες του νησιού. Κοπίασε και μπράβο της. Κατάλαβε ότι αυτό το θέμα το καυτό θα πουλήσει, και πάλι μπράβο της. Αυτή την ικανότητα να ασχολείται με θέματα ζέοντα, με σίγουρη τη συναισθηματική φόρτιση, και κατά συνέπεια την επιτυχία, την είδαμε και στα άλλα μυθιστορήματά της, και της το πιστώνουμε ανεπιφύλακτα.

Ως φιλόλογος, όμως, και λάτρης της λογοτεχνίας, της ποιοτικής λογοτεχνίας, έχω απαιτήσεις, και δεν κρίνω από το πόσα εκατομμύρια διάβασαν ένα βιβλίο ή από πόσα κατά συνέπεια χρήματα έχει καταθέσει ο ή η συγγραφέας στις τράπεζες από τις πωλήσεις των βιβλίων του/της, αλλά αν πληροί κάποια επίπεδα γραφής. Δόξα τω Θεώ έχουμε αρκετούς συγγραφείς που τα έργα τους είναι κλασικά, άντεξαν στον χρόνο, και μπορούμε να κάνουμε σύγκριση.

Αναμφίβολα, η Βικτώρια Χίσλοπ σε όλα τα μυθιστορήματά της έχει τον ίδιο τρόπο γραφής. Ακολουθεί την ίδια συνταγή. Ένα έξυπνο θέμα, ένα θέμα που προκαλεί άφατο πόνο και οδύνη, που συγκλονίζει, το οποίο το αντιμετωπίζει επιδερμικά, επιφανειακά, με απλουστευμένα ιστορικά γεγονότα, για να μην πω παραποιημένα ή μεροληπτικά, χωρίς καμιά εμβάθυνση, καμιά ανάλυση ή κριτική σκέψη.

Ταυτόχρονα, ως συγγραφέας δεν διαθέτει γλωσσικό υπόβαθρο, η γλώσσα της μάλλον είναι φτωχή και απλοϊκή, γι’ αυτό και δεν μπορείς να συστήσεις σε κάποιο νέο να το διαβάσει για να εμπλουτίσει το λεξιλόγιό του!

Δεν θα ήθελα να παραλείψω να αναφέρω και ένα άλλο πολύ σημαντικό, κατά την άποψή μου, στοιχείο, που αποκόμισα, διαβάζοντας με πολύ κόπο το βιβλίο αυτό. Πίεσα τον εαυτό μου να το συνεχίσω, για να έχω άποψη, δεν με τραβούσε καθόλου, αλλά ήθελα να δω πού θα καταλήξει, τι θα πει παρακάτω.

Ναι, δεν μου άρεσε καθόλου το μυθιστόρημα της Βικτώρια Χίσλοπ, και το λέω μετά παρρησίας και ευθαρσώς. Τι κι αν μετά από τόση διαφήμιση, κάποιες διαφορετικές φωνές  θα χαθούν μέσα στον ορυμαγδό των χειροκροτημάτων;

Όταν μου αρέσει ένα μυθιστόρημα, όταν αγγίζει την καρδιά μου και ικανοποιεί τις λογοτεχνικές μου απαιτήσεις για κάποιο επίπεδο, έστω και υποφερτό, το καταλαβαίνω, γιατί δεν θέλω να το αφήσω. 

Επιπρόσθετα, θα ήθελα να τονίσω και κάτι άλλο, εξίσου  σημαντικό για μένα. Οι συγγραφείς συνήθως  περιβάλλουν τους ήρωές και τις ηρωίδες τους με αγάπη, με στοργή, τους πονάνε, συμπάσχουν μαζί τους. Στο μυθιστόρημα «Η Ανατολή» η συγγραφέας νομίζω ότι έχει μια διαστροφή με κάποιους από τους ήρωές της. Τους εξευτελίζει.  

Την κεντρική ηρωίδα της, την Αφροδίτη, την παρουσιάζει ως μια κακομαθημένη, αρχοντοχωριάτισσα, που είχε μόνο τον νου της στη διακόσμηση του ξενοδοχείου της, στα ακριβά κοσμήματα και τα πανάκριβα φορέματα, που απάτησε τον άντρα της μέσα στο ίδιο το ξενοδοχείο τους, που ενδιαφερόταν μόνο για την εμφάνισή της, ενώ μετά την προσφυγιά κυκλοφορούσε ατημέλητη στη Λευκωσία.

«Τώρα, όταν εμφανιζόταν κάθε βράδυ για το κοκτέιλ πάρτι, κοντεύοντας σχεδόν να λυγίσει κάτω από το βάρος των κοσμημάτων και των πανάκριβων ρούχων της, ο Μάρκος εξακολουθούσε να χαμογελά, παρόλο που ήξερε ότι δεν έπρεπε να περιμένει κάποια ανάλογη αντίδραση. Η Αφροδίτη δεν ανήκε στο είδος των γυναικών που του άρεσαν. Κατά τη γνώμη του ήταν κακομαθημένη, ο τύπος της γυναίκας που τη χάλασε πρώτα ο πατέρας της κι έπειτα ο άντρας της».

Κυρίως, όμως, τον κύριο ελληνοκύπριο ήρωά της, τον Μάρκο, τον παρουσιάζει στην αρχή ως ένα πολύ καλό παιδί. Έναν εξαίρετο, ικανότατο, πολλά υποσχόμενο νέο, χαρισματικό, που εμπνέει την εμπιστοσύνη όχι μόνο του αφεντικού του, του Σάββα, αλλά και των ξένων τουριστών που τους μαγεύει με τη σαγηνευτική προσωπικότητά του και την ευπροσηγορία του, το ήθος και την ευπρέπειά του, την εντιμότητα και τη σεμνότητά του.

Μέχρι να τελειώσει το μυθιστόρημα έχουμε μπροστά μας έναν τύπο αχρείο, φαύλο, απατεώνα, ανάλγητο, ανήθικο και συβαρίτη, αριβιστή, χαμερπή, προδότη, καιροσκόπο, κλέφτη, στυγνό εκμεταλλευτή, που είδε να βιάζουν μπρος τα μάτια του τη γυναίκα που αγαπούσε και δεν έκανε καμία κίνηση να τη γλυτώσει από τα χέρια των Τούρκων στρατιωτών, που πουλούσε τα χρυσαφικά της που του εμπιστεύτηκε ο σύζυγός της να τα φυλάει στο χρηματοκιβώτιο του ξενοδοχείου, που πουλούσε τα όπλα που του έδινε για να τα κρύβει ο αδελφός του, κ.ά.

Αυτό στην αρχαία τραγωδία λέγεται «ανωμαλία ήθους», όταν αλλάζεις τόσο πολύ τον ήρωα και από καλό τον κάνεις κακό. Αυτή η άρδην αλλαγή του ήθους των ηρώων, η μεταστροφή του ήθους, όπως αναφέρει σε ένα σημείωμά του στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, στις 21 Αυγούστου του 1990, ο γνωστός φιλόλογος και κριτικός Κώστας Γεωργουσόπουλος

«είναι σήμερα ένα στοιχείο δραματουργικού μοντερνισμού, δεδομένου ότι τα ψυχολογικά άλματα, οι άρδην αλλαγές δράσης, η σύγχυση κινήτρων, προθέσεων και επιδιώξεων είναι γνωρίσματα της σύγχρονης δραματουργίας». Προσωπικά, αυτή την «ανωμαλία ήθους» τη θεωρώ διαστροφή.

 Η ιστορία του μυθιστορήματος «Η Ανατολή» διαδραματίζεται στην Αμμόχωστο τον καιρό που μεσουρανούσε, όταν χαρακτηριζόταν ως η Ριβιέρα της Ανατολικής Μεσογείου. Μια πόλη όλο θάλασσα και φως. Μια πόλη που έσφυζε από ζωή αλλά και από πνευματική κίνηση, που δεν ενδιαφέρει καθόλου τη συγγραφέα, γι’ αυτό το αναφέρει μόνο ακροθιγώς.

Αλλά, αν ξεχώριζε η πόλη μας για κάτι ήταν η πνευματική της ζωή, οι πνευματικοί της άνθρωποι, η ποιότητα και η αρχοντιά της ψυχής τους. Αν ξεχώριζε για κάτι η πόλη μας ήταν ο πολιτισμός της, οι Βιβλιοθήκες της, τα σχολεία της και οι εκπαιδευτικοί της. Ήταν οι αρχαιολογικοί θησαυροί της που βοούν για τα τρεις χιλιάδες χρόνια ελληνικής παρουσίας στο νησί μας.

Εκείνο που προβάλλεται είναι η μανία για οικονομική ανάπτυξη και μόνο, μέσα από τη ζωή ενός ζευγαριού που εγκαινιάζουν  ένα πολυτελέστατο ξενοδοχείο, με το όνομα «Η Ανατολή». Το ξενοδοχείο κτίστηκε με τη συνεισφορά του πατέρα της ιδιοκτήτριας, η οποία λόγω των πολλών υποχρεώσεων δεν πήγε να δει τον πατέρα της που ήταν πολύ άρρωστος στο Λονδίνο, γιατί δεν της το επέτρεψε ο άντρας της. Έτσι, όταν φτάνει στο Λονδίνο, εκείνος έχει πεθάνει, χωρίς να δει την πολυαγαπημένη του κόρη.

Μέσα στο ξενοδοχείο εργάζονται Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι οι οποίοι συνεργάζονται αρμονικά. Η ματιά της συγγραφέως εστιάζεται στη ζωή δυο οικογενειών που ζουν στην ίδια γειτονιά, των Γεωργίου και Οζκάν, οι οποίοι, μετά την κατάληψη της πόλης από τα τουρκικά στρατεύματα κατοχής, παραμένουν μέσα στην πόλη, πρώτα στα σπίτια τους και μετά στο ξενοδοχείο «Η Ανατολή», αφού ο γιος της ελληνοκυπριακής οικογένειας, ο Μάρκος, κρατά τα κλειδιά, ως ευνοούμενος του αφεντικού που εγκατέλειψε την πόλη.

Θα ζήσουν μαζί κρυμμένοι για κάμποσους μήνες, αφού το ξενοδοχείο είχε αμέτρητες προμήθειες. Όλοι κρύβονται, εκτός από τον κλειδοκράτορα ο οποίος τα βράδια γυρνά στην πόλη και κάνει, σύμφωνα με τη φαντασία της συγγραφέως, κοντραμπάντα με τον τουρκικό στρατό για ιδιοτελείς σκοπούς.

Τελικά, θα τον σκοτώσει ένα βράδυ ο γιος των τουρκοκυπρίων που τον ακολούθησε για να δει τι κάνει, ο οποίος θα συνεχίσει να ζει στο ξενοδοχείο σαν να μη συνέβη τίποτα, κατευνάζοντας τις όποιες τύψεις του, με το δικαιολογητικό ότι η πράξη του ήταν αυτοάμυνα… Τελικά, αυτός ο καλός θα βοηθήσει την οικογένεια των ελληνοκυπρίων να γλυτώσει.

Αναντίλεκτα, η συγγραφέας είχε κάθε δικαίωμα να πλέξει τον μύθο της κατά το δοκούν. Το να παίζει, όμως, με τα ιστορικά γεγονότα, ενώ δεν γνωρίζει, είναι ασυγχώρητη πλάνη. Προσπερνώ  τα όσα ήδη είδαν το φως της δημοσιότητας  περί καλών τουρκοκυπρίων και κακών ελληνοκυπρίων, προσπερνώ το γεγονός ότι ρίχνει την ευθύνη στον Μακάριο, τον Γρίβα, την ΕΟΚΑ, που την απαξιώνει, και την ΕΟΚΑ Β΄, ενώ  την ΤΜΤ την παρουσιάζει περίπου ως σωτήρα των τουρκοκυπρίων από την ελληνοκυπριακή κοινότητα.

Θα ήθελα να σταθώ στα γεγονότα του τουρκοκυπριακού χωριού Μαράθα, ένα στίγμα του πολιτισμού μας, και να πω ότι αναφέρει και τα ονόματα των δολοφονηθέντων, ενώ για τα εγκλήματα, τις θηριωδίες και τα όσα ανήκουστα διέπραξε ο τουρκικός στρατός απέναντι σε έναν ανυπεράσπιστο λαό απλώς τα θίγει γενικά, λέγοντας ότι υπήρχαν φήμες για βιασμούς, ενώ ο μόνος βιασμός που αναφέρει είναι της ηρωίδας, της Αφροδίτης, η οποία έρχεται στην κατεχόμενη Αμμόχωστο κρυφά για να δει το ξενοδοχείο της και να μάθει και για τον Μάρκο, τον αγαπητικό της που δεν έδωσε σημεία ζωής, ενώ τον περίμεναν στη Λευκωσία.

«Η εφημερίδα ισχυριζόταν πως σκοπός των Ελλήνων ήταν να εξαλείψουν όλους τους Τουρκοκυπρίους από το νησί, και γι’ αυτόν τον λόγο ο τουρκικός στρατός είχε μετακινηθεί προς τον Νότο, για να προσπαθήσει να τους σώσει. Οι σφαγές στη Μάραθα και σ’ ένα άλλο χωριό, τον Σανταλάρη, έδειχναν ότι πολύ καλά έκαναν οι Τούρκοι και ανέλαβαν δράση».

Αξίζει να τονιστεί ότι μια περίπτωση που αναφέρεται ότι τουρκοκύπριοι σκότωσαν έναν ελληνοκύπριο, τον αδελφό της ηρωίδας, της Αφροδίτης, και λόγω της άφατης θλίψης της η μητέρα της ανάγκασε τον πατέρα της να εγκαταλείψουν την Κύπρο και να ζήσουν στην Αγγλία, τονίζεται εμφαντικά ότι δεν ήξερε η μάνα ότι ο γιος της σκότωσε έναν τουρκοκύπριο, γι’ αυτό τον εκδικήθηκαν.

Είμαι από τους ανθρώπους που θέλουν να επανενωθεί η πατρίδα μας, που έχω σχέσεις με παιδιά φίλων του πατέρα μου από τα γειτονικά μας χωριά, που βλέπω τη μεγαλύτερη μερίδα των τουρκοκυπρίων  σαν θύματα της ίδιας θεομηνίας που έπληξε το νησί μας, που κατανοώ ότι ο φανατισμός και από τις δυο πλευρές μας οδήγησε στον όλεθρο. Αναγνωρίζω ότι κάναμε κι εμείς τα λάθη μας.

Αλλά το να εξισώνεις αυτά τα λάθη με τη γενοκτονία που επιχείρησε η Τουρκία, με την κατοχή, την αιχμαλωσία, τον αφελληνισμό ολάκερων χωριών, την αλλοίωση της πολιτιστικής κληρονομιάς μας, τον εκτοπισμό 200 χιλιάδων Ελλήνων από τα σπίτια τους και τις περιουσίες τους, είναι έγκλημα. Είναι αμαρτία. Μόνο όσοι έχασαν ανθρώπινες ψυχές, όσοι ζουν για 40 χρόνια με το δράμα των αγνοουμένων μας, και μόνο όσοι περάσαμε μέσα από τη Σκύλα και τη Χάρυβδη για να επιβιώσουμε μετά την προσφυγιά μας, ξέρουμε πόσο οδυνηρό ήταν αυτό που μας έκανε ο τουρκικός στρατός και η κατοχική Τουρκία.

Περάσαμε ως Ελληνισμός της Κύπρου από πολλούς κατακτητές, αλλά οι πρόγονοί μας ήταν στα σπίτια και τις περιουσίες τους. Δεν έγιναν πρόσφυγες στην ίδιά τους την πατρίδα. Δεν έγινε εθνοκάθαρση!
Νιώθω ότι η συγγραφέας, λογοτεχνική αδεία, αλλά και ελαφριά τη καρδία, έμπηξε ακόμη ένα μαχαίρι στην καρδιά της Κύπρου μας. Τώρα πώς για λόγους προβολής διατυμπάνιζαν  σε όλους τους τόνους ότι αυτό το βιβλίο είναι ένας ύμνος για την Αμμόχωστο, ότι θα μάθουν όλοι για το πρόβλημα της κατεχόμενης από τα τουρκικά στρατεύματα πόλης μας, είναι άξιον απορίας.

Οι ξένοι  που θα διαβάσουν το βιβλίο σίγουρα θα θεωρήσουν τα περί μιας πανέμορφης πόλης ή μιας πόλης φαντάσματος ως αποκύημα της φαντασίας της συγγραφέως, όπως τα πιο πολλά γεγονότα από όσα αναφέρει φαίνονται σ’ εμάς που τα ζήσαμε. Στο τέλος δε, δεν φαίνεται πουθενά ότι ακόμη υπάρχει παράνομος τουρκικός στρατός κατοχής για 40 χρόνια τώρα.

Καταληκτικά, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι η Βικτώρια Χίσλοπ ξέρει καλά να υφαίνει εύπεπτες και ευπώλητες ιστορίες, με ήρωες καλούς και κακούς. Ασφαλώς, άμα διαβάσεις το μυθιστόρημα, πιο πολύ κακοί είναι οι Ελληνοκύπριοι, με τους οποίους ο γιος της οικογένειας  Οζκάν, ο Αλή, δεν θέλει να παίξει στην ίδια ομάδα:

«Δεν τους έχω εμπιστοσύνη» είπε. «Θα παραβαίνουν τους κανόνες».

Με ενόχλησε, επίσης, και θέλω να το αναφέρω, που συνεχώς αναφέρει το ρατσιστικό σχόλιο για τον παχύσαρκο Πανίκκο, τον γαμπρό της ελληνοκυπριακής οικογένειας.

Λυπάμαι, ειλικρινά, για το ατόπημά μου τη βραδιά της παρουσίασης, όπου μαζί με τόσους άλλους, αφέθηκα να παραπλανηθώ  ότι το μυθιστόρημα αυτό θα ανακινήσει το θέμα της Αμμοχώστου σε χιλιάδες ανθρώπους ανά τον κόσμο, ενώ το μόνο που θα κάνει είναι να δικαιώσει την τουρκική εισβολή και κατοχή! Είναι ακόμη ένα υπερόπλο στα χέρια της Τουρκίας. Μήπως αυτός τελικά ήταν ο σκοπός;

Υ.Γ.
Πέρσι, παρουσίασα το βιβλίο της συμπατριώτισσάς μας Γιόλας Δαμιανού Παπαδοπούλου με τίτλο «Αργός Χορός», το οποίο στην αρχή διαδραματίζεται μέσα στην παλιά Αμμόχωστο, όπου ζούσαν οι ήρωές του μέχρι το 1956, όταν αναγκάστηκαν να φύγουν για να γλυτώσουν τη ζωή τους. Κανένας δεν συγκινήθηκε ούτε κανένα κανάλι την πρόβαλε. Η ξενομανία μας και η εθελοδουλεία φάνηκε φέτος με την Βικτώρια Χίσλοπ που την θεώρησαν ως  από μηχανής Θεό που ήρθε να μας σώσει!

Επίσης, διηγήματα για την Αμμόχωστο έγραψε και ο φίλος Νίκος Νικολάου Χατζημιχαήλ, αλλά ελάχιστοι Αμμοχωστιανοί πήγαν στην παρουσίαση του βιβλίου του, κι αυτοί ήταν φίλοι του, όπως γράφει.

Σάββατο, 22 Νοεμβρίου 2014

Αρχαία Ελληνικά Ανέκδοτα

Πνευματώδη και διδακτικά. Μας χαρίζουν το γέλιο αλλά εκφράζουν και το αρχαίο Ελληνικό πνεύμα στην πιο χαριτωμένη μορφή του.

Απολαύστε μερικά από αυτά παρακάτω:

Είπε κάποιος στον Αρίστιππο ότι η Λαΐδα δεν τον αγαπά, αλλά προσποιείται ότι τον αγαπά.Ο Αρίστιππος απάντησε:
«Ούτε το κρασί ή το ψάρι με αγαπούν, εγώ όμως τα απολαμβάνω».

~~~~~~~~~~~@~~~~~~~~~~~~

Ο Διογένης βλέποντας κάποιον να δείχνει ερωτευμένος με μια πλούσια γριά, είπε:
«Σ' αυτήν δεν κάρφωσε τα μάτια του, αλλά τα δόντια του».

~~~~~~~~~~~@~~~~~~~~~~~~

Επαινούσαν τον Αντισθένη κακοί άνθρωποι. Ο φιλόσοφος αναρωτήθηκε:
«Μήπως έκανα κάτι κακό;».

~~~~~~~~~~~@~~~~~~~~~~~~

Ένας άντρας είπε στην ερωτομανή γυναίκα του:
«Τι θέλεις να κάνουμε, να φάμε ή να κάνουμε έρωτα».
Εκείνη του είπε: «Ό,τι θέλεις, ψωμί πάντως δεν έχουμε».

~~~~~~~~~~~@~~~~~~~~~~~~

Είπε κάποιος στον Διογένη:
«Οι συμπολίτες σου σε καταδίκασαν σε εξορία».
Και ο φιλόσοφος απάντησε:
«Κι εγώ τους καταδίκασα να μένουν στον τόπο τους».

~~~~~~~~~~~@~~~~~~~~~~~~

Κάποτε είδε βρώμικα λουτρά ο Διογένης και διατύπωσε την απορία του:
«Αυτοί που λούζονται εδώ, που πάνε μετά να καθαριστούν;».

~~~~~~~~~~~@~~~~~~~~~~~~

Όταν είδε ο Διογένης έναν αδέξιο τοξότη, στάθηκε κοντά στον στόχο λέγοντας:
«Είναι ο μόνος τρόπος για να μη με χτυπήσει».

~~~~~~~~~~~@~~~~~~~~~~~~

Ο Διδύμων, οφθαλμίατρος της εποχής εξετάζει το μάτι μιάς κοπέλας. Ο Διογένης τον βλέπει. Ξέρει ο Διογένης ότι ο Διδύμων είναι τύπος ερωτίλος, κοινώς γυναικάς. Και του λέγει:
«Πρόσεξε Διδύμωνα, μήπως εξετάζοντας τον οφθαλμό, φθείρεις την κόρην».

~~~~~~~~~~~@~~~~~~~~~~~~

Επαινούσαν μερικοί μπροστά στον Άγη τους Ηλείους, γιατί ήταν πολύ δίκαιοι κριτές στους Ολυμπιακούς αγώνες. Ο Άγης ρώτησε με απορία:
- Και είναι τόσο σπουδαίο το ότι οι Ηλείοι μια φορά στα τέσσερα χρόνια γίνονται δίκαιοι;

~~~~~~~~~~~@~~~~~~~~~~~~

Ένας πατέρας ζήτησε από τον Αρίστιππο να διδάξει τον γιο του. Ο φιλόσοφος ζήτησε αμοιβή 500 δραχμές. Ο πατέρας θεώρησε υπερβολικό το ποσό.
-«Με τόσα χρήματα», είπε, «θα μπορούσα να αγοράσω ένα ζώο».
-«Αγόρασε», είπε ο Αρίστιππος, «κι έτσι θα έχεις δύο».

~~~~~~~~~~~@~~~~~~~~~~~~

Ο Διογένης ζητούσε ελεημοσύνη απο ένα άγαλμα. Όταν τον ρώτησαν γιατί κάνει κάτι τέτοιο απάντησε:
- Εξασκούμαι στο να μην απογοητεύομαι απο την αναισθησία των ανθρώπων.

~~~~~~~~~~~@~~~~~~~~~~~~

Παρακινούσαν τον Φίλιππο τον Μακεδόνα να εξορίσει κάποιον που τον κακολογούσε. Ο Φίλιππος απάντησε:
- Δεν είστε καλά!! Θέλετε να τον στείλω να με κατηγορεί και σʼ άλλα μέρη;

~~~~~~~~~~~@~~~~~~~~~~~~

Καλοτύχιζε κάποιος τον Αριστοτέλη επειδή είχε μαθητή τον Μ. Αλέξανδρο. Ο φιλόσοφος αντέστρεψε την πρόταση:
- Εκείνον να καλοτυχίζετε γιατί είχε δάσκαλο τον Αριστοτέλη.

~~~~~~~~~~~@~~~~~~~~~~~~

Ένας φαλακρός έβριζε τον Διογένη. Ο φιλόσοφος γύρισε και του είπε:
«Δεν σου ανταποδίδω τις βρισιές, αλλά θα ήθελα να πω ένα "μπράβο" στις τρίχες σου, γιατί απαλλάχτηκαν από ένα κακορίζικο κεφάλι».

~~~~~~~~~~~@~~~~~~~~~~~~

Ρώτησε κάποιος τον Αντισθένη τι είδους γυναίκα θα ήταν κατάλληλη για γάμο. Ο φιλόσοφος του είπε:
«Το πράγμα είναι δύσκολο. Αν παντρευτείς ωραία, θα την έχεις με άλλους κοινή, αν άσχημη, θα είναι σαν να σου επέβαλαν ποινή».

~~~~~~~~~~~@~~~~~~~~~~~~

Πληροφορήθηκε ο Αριστοτέλης από κάποιον ότι μερικοί τον έβριζαν. Ο φιλόσοφος απάντησε:
«Καθόλου δεν με νοιάζει. Όταν είμαι απών, δέχομαι ακόμα και να με μαστιγώνουν».

Τετάρτη, 12 Νοεμβρίου 2014

Παρουσίαση Βιβλίου
Γιόλας Δαμιανού Παπαδοπούλου
«Η ζωή είναι αγάπη»
Εκδόσεις Ψυχογιός
Αθήνα 2014, σελ. 476

Μαζί με τη συγγραφέα και τον ιδιοκτήτη
του βιβλιοπωλείου Πάργα, Δημήτρη Μπαλαούρα.


Ομολογώ ότι συγκλονίστηκα με το νέο βιβλίο της αγαπημένης μου φίλης Γιόλας Δαμιανού Παπαδοπούλου. Σοκ και δέος με κυρίευαν, καθώς διάβαζα χωρίς σταματημό, ρουφούσα, άπληστα την κάθε σελίδα του, και ήθελα εναγωνίως να μάθω τι θα γίνει πιο κάτω. Αυτό το συναίσθημα, αλήθεια, έχει αρκετό καιρό να το νιώσω. Τούτο το σασπένς, θα έλεγα ότι είναι η πρώτη αρετή του βιβλίου «Η ζωή είναι αγάπη».
Μαζί με τη φίλη μου
Χρυστάλλα Στεφάνου,
πρεσβυτέρα

Το διάβασα, πριν κυκλοφορήσει, στο Ipad μου, ταξιδεύοντας για ένα γάμο σε ένα νησί των Δωδεκανήσων, τη Νίσυρο, στις 24 Σεπτεμβρίου. Στα αεροδρόμια, στα αεροπλάνα, στο ξενοδοχείο, σε καφετέρια. Σαν να είχα την αλογόμυγα του Σωκράτη  και δεν με άφηνε να ησυχάσω, αν δεν το τελειώσω. Τη δεύτερη μέρα, το είχα τελειώσει!




Μαζί με την ξαδέλφη μου εκπαιδευτικό
Δώρα Θεοδώρου

Η υπόθεση του μυθιστορήματος είναι η αληθινή ιστορία μιας κοπέλας που στα δεκαεννιά της χρόνια έμεινε τετραπληγική, μετά από δυστύχημα, χωρίς να φταίει η ίδια. Έτσι, από τη μια στιγμή στην άλλη ανατράπηκε όλη η ζωή της, χάθηκαν τα όνειρά της, βούλιαξε σε ένα τούνελ…




Η συγγραφέας έσκυψε με αγάπη και σεβασμό πολύ πάνω στο τεράστιο αυτό πρόβλημα, και σαν παντογνώστης αφηγητής αναδεύει στα έγκατα της ψυχής της ηρωίδας της και ανασύρει στην επιφάνεια έντονα συναισθήματα, φοβίες, ανασφάλειες, απογοητεύσεις, μακάβριες, πεισιθανάτιες σκέψεις, απελπισία, άφατη οδύνη, άρνηση ζωής!

Δεν μένει, όμως, εδώ.Το μυθιστόρημα «Η ζωή είναι αγάπη» είναι ένας ύμνος στη θέληση του ανθρώπου, την ψυχική δύναμη, την πίστη στον Θεό που είναι η μόνη καταφυγή σε δοκιμασίες μαμούθ, όπως αυτή. Η ζωή της ηρωίδας ακροβατεί πάνω σε ένα τεντωμένο σκοινί. Ανά πάσα στιγμή καραδοκεί ο δαίμονας της απαισιοδοξίας και της απελπισίας να τη ρουφήξει και να την κατεβάσει στα τάρταρα. Οι αρνητικές σκέψεις λες και πολεμούν να την εξουδετερώσουν. Ευτυχώς, όμως, καταφέρνει και  ξανάρχεται στην επιφάνεια. Αυτή η πάλη είναι διαρκής. Είναι ο αγώνας να κρατηθεί στη ζωή.

Παίρνοντας, λοιπόν, αυτή την ιστορία , η συγγραφέας με μαεστρία αλλά και με ανθρωπιστική διάθεση, υφαίνει στον λογοτεχνικό της αργαλειό ένα κιλίμι μοναδικής τέχνης. Η ηρωίδα, η Ιάνθη, από θύμα μεταμορφώνεται σε πρότυπο μεγαλείου ψυχής, σε έναν άνθρωπο που αγωνίζεται για το δίκαιο και την αρετή, σε έναν άνθρωπο της προσφοράς και της δράσης.

Είναι ο άνθρωπος που πέφτει και ξανασηκώνεται, και δίνει σε όλους μας κουράγιο για τα μικρά και τα ασήμαντα που μας συμβαίνουν στη ζωή και μας συνθλίβουν, γιατί δεν έχουμε πίστη. Η σύγκριση με την αρχοντιά της ψυχής της ηρωίδας, με το θάρρος της, την καρτερικότητα, την υπομονή, την αισιοδοξία της, την αυτοπεποίθηση, φανερώνει τη δική μας αναξιότητα, ποταπότητα, μικρότητα.
Με τη συγγραφέα και το ζεύγος Χατζηλουκά
καλών συναδέλφων
Αξίζει να αναφερθεί ότι η αφήγηση ακολουθεί ευθύγραμμη, Γραμμική πορεία, τα γεγονότα δίνονται με χρονολογική σειρά. Γύρω από την κεντρική ηρωίδα ζουν, κινούνται και δίνουν δυναμικά το παρών τους ένα πλήθος προσώπων, οι συγγενείς, οι φίλες, οι ομοιοπαθείς, με ποικιλία αντιδράσεων και συμπεριφορών.

 Η αφήγηση είναι πρωτοπρόσωπη, όταν  μιλά η ίδια η ηρωίδα ή η μητέρα της ή ο άντρας της, και μας εξομολογούνται τη δική τους διαδρομή σε αυτό το ταξίδι με την τετραπληγία της ηρωίδας.
Αναντίλεκτα, το μυθιστόρημα «Η ζωή είναι αγάπη» είναι και ένας ακόμη ύμνος για την αγάπη η οποία καταργεί τα διαχωριστικά τείχη που υψώνονται ανάμεσα στους αρτιμελείς και τους ανθρώπους με κάποιες αναπηρίες. Μας κάνει ευαίσθητους στον ανθρώπινο πόνο και στον ρατσισμό που υφίστανται οι «διαφορετικοί» άνθρωποι.

 Μας μαθαίνει, ταυτόχρονα, ότι πράγματα για μας αυτονόητα και απλά, για κάποιους συνανθρώπους μας είναι Γολγοθάς. Τελικά, η στάση μας απέναντι στα προβλήματα των άλλων μετρά και κρίνει την ανθρωπιά μας.

Θα ήθελα να μου επιτρέψετε να αναφερθώ και στα δικά μας συναισθήματα απέναντι στην ηρωίδα. Από τον οίκτο, τη συμπόνια, την παγωμάρα, μεταφερόμαστε σιγά-σιγά στην αποδοχή, τον θαυμασμό, την αγάπη, τη χαρά για τα ευχάριστα που έστειλε ο Θεός στην ηρωίδα μας: τον έρωτα ενός θαυμάσιου νεαρού, τον γάμο της με αυτόν τον όμορφο, ξεχωριστό νέο, τη συναίνεση των εμπλεκομένων σ’ αυτόν τον γάμο, τη γέννηση του παιδιού της, την ανατροφή με τα χίλια δυο προβλήματα, την περηφάνια της για την αριστεία του γιου της.
Με την αγαπημένη μου κουμπάρα Αθηνά
και τη φίλη Δέσπω, φιλολόγους

Μαζί με την ηρωίδα μαθαίνουμε τη μεγάλη αρετή της ευγνωμοσύνης που ξεχειλίζει για τους ανθρώπους που τη βοήθησαν να βρει μέσα της δυνάμεις για να συνεχίσει όχι μόνο να ζει αλλά και να δημιουργεί. Ευγνωμοσύνη για τους ανθρώπους που την ανάστησαν στην Αγγλία, για τις κοπέλες που την υπηρετούν, για τους αγαπημένους της, για τον Θεό!

Ασφαλώς, πέρα από τα πραγματικά γεγονότα υπάρχουν και τα μυθοπλαστικά με τα οποία, όπως αναφέρει και η συγγραφέας στον πρόλογό της, «ζύμωσε» την Ιάνθη της.
Ένα, επιπλέον, πλεονέκτημα του βιβλίου είναι και οι όμορφες περιγραφές, το σκηνικό που στήνει κάθε φορά η συγγραφέας, που, κυρίως, έχει σχέση με αυτά που βλέπει κάθε φορά η Ιάνθη. Η φυσιολατρία είναι έντονη: τα δέντρα, τα λουλούδια, η φύση με τις ευωδιές της.

Είναι πρόδηλο ότι όλα αυτά που καταφέρνει η ηρωίδα για μας είναι ουτοπία, χίμαιρα. Διερωτόμαστε πώς είναι δυνατόν ο άνθρωπος να μπορεί να επιβιώνει υπ’ αυτές τις συνθήκες. Σαν να κινείται σε έναν εξωπραγματικό κόσμο!

Επιλογικά, η συγγραφέας, έχοντας ως αφόρμηση μια πραγματική ιστορία, κατάφερε και μας εγκλώβισε, σαν την αράχνη στον ιστό της, με την περιγραφική ικανότητά της, τη δύναμη της φαντασίας, τον αφηγηματικό πλούτο, την έντονη διαγραφή των χαρακτήρων της, και κυρίως της Ιάνθης, με τις ψυχικές μεταπτώσεις και τις ανατάσεις της. Η ανάγνωση αυτού του μυθιστορήματος μας φέρνει πιο κοντά στο ον που λέγεται άνθρωπος! Μας εξανθρωπίζει! 


«Η ζωή είναι αγάπη». Με μέθυσε η φίλη Γιόλα Παπαδοπούλου με τις αξίες και τα ιδανικά που μας προβάλλει, κι εγώ με τη σειρά μου την ευχαριστώ για τούτη την ευλογία και την τιμή να διαβάσω το βιβλίο της και να το παρουσιάσω σε ένα τέτοιο εκλεκτό ακροατήριο. Εύχομαι ο Θεός να της δίνει έμπνευση για να συνεχίσει να γράφει όμορφες ιστορίες με τον δικό της μοναδικό τρόπο, τον τρόπο της ευγένειας και της γλυκύτητας, της ευπρέπειας και της σοβαρότητας!
Σας ευχαριστώ από καρδιάς που είχατε την καλοσύνη να με ακούσατε.



Πέμπτη, 6 Νοεμβρίου 2014

Ταξίδι στην Ολλανδία-Μέρος Β΄-Άμστερνταμ

Πλατεία Νταμ
Η ιστορική αυτή πλατεία είναι η καρδιά του Άμστερνταμ. Εδώ υποδέχτηκαν τον Ναπολέοντα και τα στρατεύματά του, όταν κατέλαβε την πόλη το 1808. Η εντυπωσιακή ιστορία της πλατείας είναι καλά τεκμηριωμένη στο Ιστορικό Μουσείο του Άμστερνταμ.

Σύμφωνα με την παράδοση εδώ σ’ αυτή την πλατεία  δυο ναυαγισμένοι ψαράδες έκτισαν καταφύγιο, που στη συνέχεια εξελίχτηκε από χωριό σε πόλη. Κτίστηκαν καινούργια φράγματα και η θάλασσα επιχωματώθηκε και έγινε στεριά. «Τα κανάλια βοηθούν τη συγκοινωνία και με τη ρυθμιζόμενη στάθμη τους εμποδίζουν τις πλημμύρες, αλλά αυτή η αρχική πλατεία παρέμεινε ο χώρος όπου ολόκληρη η κοινότητα συναντιόνταν για τις επίσημες τελετές και τα πιο σημαντικά γεγονότα».

Αφήνουμε τη ματιά μας να πλανηθεί ολόγυρα στην πλατεία. Πρώτα το βλέμμα μας αγκαλιάζει ένα γήπεδο, μπροστά από το Βασιλικό Παλάτι, στο οποίο καλλίγραμμα κορίτσια παίζουν βόλεϊ στην άμμο, και όπως είναι απολύτως φυσικό τραβούν τα βλέμματα όλων.

Το Βασιλικό Παλάτι που κτίστηκε το 1648, χρησιμοποιήθηκε αρχικά ως Δημαρχείο και η κλασική πρόσοψή του με τις τέσσερις σειρές παραθύρων και τα λεπτά γλυπτά του στο αέτωμα, με πλάσματα της ελληνικής μυθολογίας, προορίστηκαν να δοξάσουν την πόλη του Άμστερνταμ και την κυβέρνησή του.

 Ο μόνος βασιλιάς που έμεινε στο Παλάτι ήταν ο Λουδοβίκος Βοναπάρτης, ο αδελφός του Μεγάλου Ναπολέοντα, όταν έγινε βασιλιάς της Ολλανδίας το 1808. Στις μέρες μας, κάποια δωμάτια χρησιμοποιούσε η βασίλισσα Βεατρίκη, όταν επισκεπτόταν το Άμστερνταμ(η κύρια κατοικία της ήταν στη Χάγη), ενώ το υπόλοιπο κτήριο λειτουργεί ως Μουσείο.

Αξίζει να αναφέρουμε ότι μας εντυπωσιάζει το γεγονός ότι το κτήριο αυτό, όπως και όλα τα παλιά κτήρια του κέντρου, στηρίζονται πάνω σε ξύλινους πασσάλους, για να δημιουργηθεί μια στέρεη βάση στο ελώδες έδαφος.

Στην αριστερή πλευρά του Παλατιού βρίσκεται το Μουσείο της Μαντάμ Τισό (Madame Tussauds) , με ουρά τους τουρίστες να περιμένουν υπομονετικά τη σειρά τους, και στα δεξιά η  ματιά μας αγκαλιάζει τον επιβλητικό Καθεδρικό Ναό της πόλης.

 

Απέναντι από το Παλάτι στην άλλη πλευρά του δρόμου υψώνεται ο κατάλευκος οβελίσκος που είναι διακοσμημένος με συμβολικές μορφές και είναι αφιερωμένος στα θύματα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Στήθηκε το 1956, και στη δεκαετία του ’60 εδώ συναντιόνταν οι χίπις από όλη την Ευρώπη. Μα και σήμερα πολλοί νεαροί αράζουν εδώ στα σκαλιά του μνημείου.





Στη συνέχεια, ακολουθούμε τον δρόμο πίσω από τον οβελίσκο, βόρεια της πλατείας, που μας βγάζει σε κανάλι. Εδώ απέναντί μας, αρχίζουν δειλά-δειλά να εμφανίζονται τα σπίτια με τα κόκκινα φανάρια. Εμείς μείναμε μέχρι εδώ, αλλά αν προχωρήσεις στο επόμενο κανάλι, βρίσκεσαι στα στενά δρομάκια με τις φωτισμένες βιτρίνες, τις μισάνοικτες πόρτες και το μοναδικό θέαμα με τις κοπέλες να εκθέτουν σε κοινή θέα τα κάλλη τους, τα οποία, όμως, απαγορεύεται αυστηρά να φωτογραφήσεις.  




Προχωράμε αριστερά από το πρώτο κανάλι και φτάνουμε στην πασίγνωστη εκκλησία  Oude Kerk  με τα μικρά σπιτάκια που είναι προσκολλημένα στις πλευρές της. 


Παρατηρούμε ειδικά το οκτάγωνο κωδωνοστάσιό της με ύφος γοτθικό-αναγεννησιακό. Η εκκλησία αυτή είναι ένα πάρα πολύ συναρπαστικό κτίσμα.



Το κανάλι αυτό φτάνει μέχρι τον κεντρικό Σιδηροδρομικό Σταθμό, που με εντυπωσίασε από την πρώτη φορά που τον είδα, με τους δύο πύργους του και το ρολόι στη μέση. Κι εδώ πάλι κυριαρχεί το υπέροχο κόκκινο τούβλο που μου αρέσει πολύ.

Γυρνώντας πίσω στην πλατεία Νταμ, βλέπουμε στα δεξιά του δρόμου Ντάμρακ 18, το Μουσείο Σεξ, το  Venustemple, το οποίο, όπως διαβάσαμε, στεγάζει μια εκτενή συλλογή ερωτικών έργων ζωγραφικής, εικόνων και αντικειμένων από διαφορετικές ηλικίες και πολιτισμούς σε ολόκληρο τον κόσμο.

Φτάνουμε στην πλατεία Νταμ και πάλι, και σταματούμε στα δεξιά της, όπου μπροστά μας βρίσκεται η Νέα Εκκλησία, η Nieuwe Kerk, γοτθική εκκλησία στην οποία καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου γίνονται μοναδικές εκθέσεις με αριστουργήματα μιας ορισμένης εποχής ή ενός θέματος.

Σάββατο, 1 Νοεμβρίου 2014

Ολλανδία- Μέρος Α΄-Άμστερνταμ


Ταξίδι στην Ολλανδία
Άμστερνταμ, 13-17 Ιουνίου 2014

Ταξίδεψα στην Ολλανδία, αυτή τη φορά στα πλαίσια ενός συνεδρίου. Ήταν η δεύτερη φορά που θα έβλεπα το Άμστερνταμ, αλλά αυτή τη φορά θα έμενα πέντε μέρες, ενώ πριν από τέσσερα χρόνια το είδαμε οικογενειακώς στα πλαίσια μιας μονοήμερης εκδρομής με το τρένο από τις Βρυξέλλες.

Το Άμστερνταμ, που είναι γνωστό και ως η Βενετία του Βορρά, είναι μια πόλη θαυμαστή. Μαγική. Ρομαντική. Μια πόλη μαγευτική. Μια πόλη που την ερωτεύεσαι για τα πολλά κανάλια της, με τον ρομαντισμό και τη γοητεία που εκπέμπουν, κυρίως το βράδυ, τις απίθανες κρουαζιέρες, τις γέφυρές της, την πανδαισία των χρωμάτων και των αρωμάτων των λουλουδιών της, τις τουλίπες της.

Είναι, επίσης, η πόλη με τα μοναδικά παγκοσμίου φήμης Μουσεία της, τις εκπληκτικές εκκλησίες, την κουλτούρα της, την ιστορία της, τις πλατείες, τις αγορές της, τους ανεμόμυλούς της, τα πάρκα της, τα αγάλματα, τα καφέ της, τα κόκκινα φανάρια της…

Είναι η πόλη της Άννας Φρανκ που ακόμη και μετά από εβδομήντα χρόνια, η ιστορία της εξακολουθεί να συγκινεί τους ανθρώπους όλου του κόσμου. 

Επιπρόσθετα, είναι και η πόλη των μεγάλων ζωγράφων, των μνημείων της Τέχνης, της κουλτούρας, του πολιτισμού.
Φτάσαμε με την πτήση των Κυπριακών Αερογραμμών λίγο μετά το μεσημέρι. Από ψηλά θαυμάζουμε τούτη τη γη όπου έχει κυριαρχία το πράσινο χρώμα σε όλες του τις αποχρώσεις, μαζί με την υδάτινη επιφάνεια των τεχνητών καναλιών της.
Έξω από το αεροδρόμιο, πήραμε το λεωφορειάκι του ξενοδοχείου μας και σε δέκα λεπτά είχαμε πάρει και το δωμάτιό μας. Ξεκουραστήκαμε για λίγο και ξανά πίσω στο αεροδρόμιο για να πάρουμε το τρένο το οποίο μας κατέβασε στο συνεδριακό κέντρο RAI για να κάνουμε την εγγραφή μας για το συνέδριο.
Από εκεί, κάποιος μας είπε να πάρουμε το τραμ 2 και να κατεβούμε στην πλατεία Νταμ, τη Damsqare. Αυτή η μικρή λεξούλα σημαίνει φράγμα, γι’ αυτό και το Aster-dam σημαίνει φράγμα πάνω από τον ποταμό Άμστελ, τον ποταμό που μαζί με τον Ρήνο διασχίζει την Ολλανδία.  

Στη διαδρομή μας χαρήκαμε τα τετραώροφα κτίσματα που έχουν επικλινείς στέγες με μικροσκοπικά παράθυρα,  και εκείνο το πολύ γλυκό κόκκινο χρώμα των μικρών τούβλων με τα οποία είναι κτισμένα. 


Χαρήκαμε μεγάλες λεωφόρους με πολλά πανύψηλα δέντρα, αμέτρητους ποδηλάτες να διασχίζουν τους δρόμους και να δείχνουν με το χέρι τους προς τα πού θα κατευθυνθούν. 


Περάσαμε από πολλά κανάλια και πολλές γέφυρες, με λουλουδιασμένα παρτέρια που μας σαγήνευσαν με την πολυχρωμία τους, από πολλά υπαίθρια καφέ κι εστιατόρια που μας προσκαλούσαν να απολαύσουμε τα καλούδια τους, 
μέχρι που το τραμ έστριψε αριστερά προς τα κάτω,


κι εκεί ακριβώς είδαμε την πλατεία του Ρέμπραντ, τη Rembrandt plein, με το άγαλμα του Ρέμπραντ στο κέντρο του μικρού πάρκου της, με τα πανύψηλα δέντρα, στο οποίο πολλοί λιάζονταν στη λιακάδα του Ιουνίου. 


Η πλατεία αυτή έλκει σαν μαγνήτης τους τουρίστες με τα καφέ, τα εστιατόρια, τα πανέμορφα ξενοδοχεία, τα παραδοσιακά ολλανδικά μπαρ που παίζουν πραγματική ολλανδική μουσική. Κι εδώ αμέτρητα ποδήλατα, όπως παντού στο Άμστερνταμ.

Καθώς το τραμ συνεχίζει την πορεία του δεν χορταίνουμε να κοιτάζουμε δεξιά και αριστερά τα εξαίσια κτήρια, που είναι αληθινά κομψοτεχνήματα. 


Μουσείο Μαντάμ Ντισό
Φτάσαμε σε λίγο στην πλατεία Νταμ που μας καθήλωσε γι’ άλλη μια φορά με τη μεγαλοπρέπεια των επιβλητικών κτισμάτων της.