Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2015

Ταξίδι στην Ολλανδία-Μέρος Ζ' - Μουσείο Βαν Γκόγκ

Κυριακή, 15 Ιουνίου 2014


Την Κυριακή το πρωί, αγωνιούσα να ξαναπάω στην περιοχή των Μουσείων για να βυθιστώ στην ομορφιά και τη μαγεία της Τέχνης. Πρώτα καθηκόντως επισκεφθήκαμε το Rijksmuseum









Εδώ δεσπόζει με το έργο του ο μεγάλος Ρέμπραντ, ο μεγαλύτερος καλλιτέχνης του χρυσού αιώνα της Ολλανδίας. 


Σταματάμε με δέος μπροστά σε κάποια από τα έργα του που μας εντυπωσίασαν, όπως Το συνδικάτο των υφασματεμπόρων, η Νυχτερινή Περίπολος, η Εβραία μνηστή, Η προσωπογραφία του Τίτου, γιου του καλλιτέχνη. 
Ενδιαφέρον προκαλούν και κάποιες από τις 70 περίπου αυτοπροσωπογραφίες που άφησε.

Νυχτερινή Περίπολος

Η κιθαρίστρια
Ασφαλώς, υπάρχουν και τα έργα πολλών άλλων εξαίρετων καλλιτεχνών της ίδιας εποχής, του 17ου αιώνα, όπως του Ίαν Βερμέερ που οι πίνακές του είναι γεμάτοι από απλούς ανθρώπους και σκηνές από την καθημερινή ζωή.

Προχωράμε λίγο πιο κάτω και συναντούμε το Μουσείο Βαν Γκογκ, (1853-1890) 
το Μουσείο του «απένταρου εκατομμυριούχου», όπως τον αποκάλεσαν, ο οποίος, ενόσω ζούσε, πούλησε μόνο έναν πίνακα, «Το Κόκκινο Αμπέλι». Το Μουσείο αυτό είναι ένα μοντέρνο οικοδόμημα, σε αντίθεση με τα παραδοσιακά κτήρια στην πόλη αυτή, από γυαλί και τσιμέντο. 
Μουσείο Βαν Γκογκ
Το Μουσείο από την πίσω πλευρά

Τα εγκαίνιά του έγιναν το 1973
 και περιέχει τα περισσότερα και πιο σημαντικά έργα του Βαν Γκογκ.



Η ανθισμένη αμυγδαλιά
Κι εδώ πάρα πολύς συνωστίζεται για να θαυμάσει το έργο αυτής της δύστυχης, ταραγμένης μεγαλοφυίας, ενώ ταυτόχρονα διαβάζουμε και για την πολυτάραχη ζωή του. Με συγκίνησε πάρα πολύ η ιστορία ενός πολύ γνωστού πίνακά του, λάδι σε καμβά, που τον ονόμασε «Blossoming Almond Tree», (1890) που τον ζωγράφισε, όταν ο αδελφός του Τεό, που τον συντηρούσε μια ζωή, τού έγραψε ότι στο νεογέννητο αγοράκι τους, έδωσαν το όνομά του. Με αυτόν τον πίνακα ήθελε να δείξει τη χαρά του για τη νέα ζωή. Αυτό το παιδάκι το αγαπούσε πάρα πολύ ο Βαν Γκογκ.  

Με σεβασμό και δέος περιδιαβαίνω τους τέσσερις ορόφους του Μουσείου. Χαίρομαι που δεν υπάρχει ξενάγηση, γιατί προτιμώ να απολαμβάνω μόνη μου την Τέχνη, χωρίς μεσολαβητές. Το θεωρώ ιεροσυλία. Κάθισα αρκετές ώρες στο Μουσείο αυτό, σχεδόν μέχρι να κλείσει. Στάθηκα με πολλή προσοχή σε κάθε πίνακα, διάβασα με σχολαστικότητα τις επεξηγήσεις, άφησα τη φαντασία μου να συνοδεύσει αυτή τη δυστυχισμένη ψυχή από το χωριό του στην Ολλανδία όπου γεννήθηκε, μέχρι τη μέρα που αυτοκτόνησε σ’ ένα ίδρυμα για ψυχικά πάσχοντες στη Γαλλία στα 37 του χρόνια.

Ο  μόνος χώρος που επιτρέπονται οι φωτογραφίες στο Μουσείο είναι ο διάδρομος του 1ου ορόφου, στον οποίο υπάρχει στον τοίχο ο πίνακας του ζωγράφου «Το υπνοδωμάτιο».

 Πλάι υπάρχει μια φράση που ο ζωγράφος έγραψε στον αδελφό του Θέο, στις 16 Οκτωβρίου του 1888:
«Looking at the painting should rest the mind, or rather, the imagination».
Στο Μουσείο Βαν Γκογκ στο Άμστερνταμ φυλάσσονται διακόσιοι πίνακες, πεντακόσια σχέδια κι εφτακόσια γράμματά του. Ιδιαιτέρως απολαμβάνω τους πίνακές του με θέμα την αγροτική ζωή, τους κάμπους με τα κίτρινα στάχυα, τις αυτοπροσωπογραφίες του- με συγκινεί αυτή με το κομμένο αυτί- τα πασίγνωστα Χρυσάνθεμα, τα Ηλιοτρόπια, τους Πατατοφάγους, τις εκκλησίες και τις γέφυρες κ.ά. 
Πατατοφάγοι


Ηλιοτρόπια

Θερισμός





Εκείνο που ξεχωρίζει στους πίνακές του είναι η ιδιαίτερη τεχνική και τα ζωντανά χρώματα. Συνολικά ζωγράφισε πάνω από 800 πίνακες, που η σημερινή τους αξία είναι μυθική! 

Ηλιοβασίλεμα


Γράφοντας αυτές τις γραμμές ξαναδιάβασα πολλά για τη ζωή και το έργο του μεγάλου ζωγράφου. Ασφαλώς, ήξερα και πριν γι’ αυτόν. Όμως, αυτό είναι το κέρδος του ταξιδιού. Με την επίσκεψη στο Μουσείο του, ένιωσα ότι έγινε φίλος μου, ένα οικείο πρόσωπο που το αγαπώ και το πονώ. Συνομίλησα μαζί του μέσω του έργου του που μίλησε στην καρδιά μου. Αυτή δεν είναι η μαγεία της Τέχνης;

Φεύγοντας από το Μουσείο, αγόρασα ενθύμια από το κατάστημα που υπάρχει εκεί, πλάι στην καφετέρια. Όλα είχαν σχέση με τον πίνακα με τις ανθισμένες αμυγδαλιές. Πήρα δίσκους και φλυντζανάκια του καφέ τα οποία έβαλα σε περίοπτη θέση στο σύνθετο του σαλονιού μου.
Φεύγω από αυτό το Μουσείο με συναισθήματα χαρμολύπης. Πλημμύρισε το είναι μου από ομορφιά, η ψυχή μου γεύτηκε το νέκταρ των έργων μιας ιδιοφυίας, τα μάτια μου γέμισαν από έντονα χρώματα και φως, μα η καρδιά μου μάτωσε από την κατάσταση του ταραγμένου μυαλού αυτού του μεγάλου καλλιτέχνη. Νιώθω ότι αυτές οι ώρες ήταν μια μυσταγωγία. Μια μέθεξη ψυχής.

Με το τραμ κατεβαίνω στην πλατεία Νταμ, σημείο συνάντησης με φίλους και φίλες για φαγητό και καλή παρέα. Εμένα, όμως, η σκέψη και η ψυχή μου κόλλησε εκεί, στο Μουσείο του Βαν Γκογκ! Προσπαθώ να τους μυήσω στη μαγεία της Τέχνης του. Τους επαναλαμβάνω πόσο μίλησε στην καρδιά μου το έργο αυτού του τέκνου της Ολλανδίας!

Πλατεία Νταμ

Σάββατο, 14 Φεβρουαρίου 2015

Βασίλης Χατζησιεγκαλλής

Επικήδειος στον Βασίλη Χατζησιεγκαλλή,
τον τρίτο συμμαθητή μας που τα οστά του ταυτοποιήθηκαν με τη μέθοδο DNA.
Σάββατο, 14 Φεβρουαρίου 2015, Ώρα 11 π.μ.
Εκκλησία Τιμίου Προδρόμου, Λάρνακα
Της Ζήνας Λυσάνδρου Παναγίδη
Φιλολόγου, MSc
«Κι όταν γυρεύεις το θαύμα πρέπει να σπείρεις το αίμα σου
στις οχτώ γενιές των ανέμων,
γιατί το θαύμα δεν είναι πουθενά, παρά κυκλοφορεί μέσα
στις φλέβες του ανθρώπου» Ημερολόγιο Καταστρώματος Α΄, Γ. Σεφέρης
Ποιος θα το πίστευε ότι μετά από τέσσερις δεκαετίες θα κηδεύαμε τρεις συμμαθητές μας που ήταν θαμμένοι στον ίδιο τάφο μαζί με τον καθηγητή τους των Μαθηματικών; Ποιος να μας το’ λεγε και να το πιστεύαμε, ποιος μπορούσε να ψυχανεμιστεί ότι θα είχαμε τρεις ήρωες από την τάξη μας κι έναν τέσσερα χρόνια μεγαλύτερό μας, τον Μαθηματικό Πανίκκο Χατζηπαντελή που έκαναν το θαύμα που γυρεύει ο μικρασιάτης ποιητής μας; Στις φλέβες αυτών των παιδιών του Λευκονοίκου μας κυκλοφορεί το θαύμα.  
Γι’ αυτό και νιώθω ιερό χρέος και καθήκον μου, μα και μεγάλη περηφάνια, φίλε μου Βασίλη, που έχω το προνόμιο να κατευοδώσω κι εσένα, σαν τους άλλους συμμαθητές μας, τον Πέτρο και τον Έκτορα, και να σου πω πόσο τιμήσατε το Λευκόνοικό μας, το Γυμνάσιό μας, την τάξη μας, την οικογένειά σας κυρίως με την ηρωική θυσία σας. Έχουμε, όμως, ακόμη μια εκκρεμότητα. Περιμένουμε και τον Άντρο μας, τον Άντρο τον Μακρίδη, να γυρίσει σαν κι εσάς.
Βασίλη μου, καλέ μου, όλοι μας σεμνυνόμαστε για τη λεβεντιά, τον ηρωισμό και την αυτοθυσία σας. Αμούστακα παλληκαράκια που γίνατε από τη μια στιγμή στην άλλη λιονταρόψυχοι πολεμιστές, που βρεθήκατε σε κείνη την κόλαση στο Συγχαρί, όταν μπαμπέσικα σας έστησαν παγίδα και σας θέρισαν. Κι όμως, εσείς βαστούσατε. Σας πρόδωσαν χωρίς αιδώ και κάποιοι δικοί μας και σας άφησαν ολομόναχους, χωρίς κάλυψη, χωρίς αρωγή, χωρίς συμπαράσταση. Σας άφησαν ανυπεράσπιστους στα νύχια του λύκου. Εσείς, όμως, επιδείξατε ηρωική συμπεριφορά, γι’ αυτό είστε ήρωες, άσχετα με την έκβαση της άνισης μάχης. Γιατί,
«Οι ήρωες είναι ήρωες, επειδή έχουν ηρωική συμπεριφορά, όχι επειδή νίκησαν ή έχασαν!».
Πολλές φορές σκέφτηκα τη μητέρα σου, τη μακαρίτισσα Θεανώ, που έχασε τον μικρότερο γιο της, τον Βασιλάκη της. Πώς να δεχτεί πως εκείνο το αδύνατο, μικρόσωμο, σεμνό και συνεσταλμένο παιδί χάθηκε σε μια βουνοπλαγιά του Πενταδακτύλου μας; Πώς να δεχτεί ότι χάθηκε τόσο νέος, πριν καν προλάβει να γευτεί τις χαρές της ζωής; Και έρχεται στο μυαλό μου το ποίημα του Κώστα Μόντη για μια μητέρα μπροστά στο μνημείο του άγνωστου στρατιώτη, που τον κοιτάζει και της φαίνεται τόσο ξένος:
«Πώς να τον πει «παιδί της»
πώς να τον φωνάξει «Μιχαλάκη» της;».
Καλέ μου Βασίλη, ήσουν ένα παιδί που ξεχώριζες για το ήθος, τη θρησκευτικότητά σου, την ψυχική ευγένεια, την οξύνοια, την εργατικότητα και την έφεσή σου για μάθηση, γι’ αυτό και ήσουν ανάμεσα στους πρώτους της τάξης μας. Μαζί με τον Κώστα Φοράρη ήσασταν οι δυο μαθητές στο άγημα μαζί μας. Θυμάμαι με πόση εθνική περηφάνια περπατούσαμε στις παρελάσεις στους δρόμους του Λευκονοίκου μας!
Παρόλες τις επιδόσεις σου, ήσουν ένα παιδί χαμηλών τόνων, με ταπεινοφροσύνη, εγκαρδιότητα, ένα παιδί μειλίχιο, προσιτό, ήπιο, σοβαρό και ώριμο, αγαπητό σε όλους, μαθητές και καθηγητές.
Είχες την ευλογία να γεννηθείς σε μια όμορφη οικογένεια, με δυο εξαίρετους γονείς, τον Νικολή και την Θεανώ, που σας γαλούχησαν με χριστιανικές αρχές και σας περιέβαλλαν με πολλή αγάπη, αλλά ήταν και πολύ περήφανοι για τα παιδιά τους που ξεχώριζαν για την ποιότητα του χαρακτήρα τους, τα χαρίσματα και την εξυπνάδα τους. Ο πόλεμος δεν σε άφησε να πραγματώσεις τα όνειρά σου για σπουδές, όπως τα άλλα τρία αδέλφια σου, τον Άντρο, τον Σκεύο και την Παναγιώτα σας.
Ο χαμός σου, Βασίλη μου, ήρωα της τάξης μας, βύθισε όλη την οικογένειά σας σε ένα τέναγος οδύνης και σπαραγμού, τη διέλυσε. Χάθηκε ο ένας στύλος, εσύ, και το οικοδόμημα δεν άντεξε. Πρώτα έφυγε με τον καημό σου ο πατέρας και μετά η γλυκύτατη μητέρα σου, η τόσο χαρίεσσα και εύχαρις. 
Στα αδέλφια σου, τη νύφη σου Ελένη και τα ανίψια σου Νίκο και Γιώργο, ευχόμαστε να αναπαυτεί η ψυχή τους τώρα που γύρισες κοντά τους, τώρα που θα σου κάνουν την ταφή σύμφωνα με τις παραδόσεις μας, τώρα που θα έχουν έναν τάφο για να σου ανάβουν το καντήλι, τώρα που θα σε δεχτεί η φιλόξενη γη της Λάρνακας, μέχρι την ευλογημένη ώρα που θα σε θάψουμε μαζί με τους άλλους ήρωές μας στο κοιμητήριο της κωμόπολής μας.
Να πας στο καλό, αγαπημένε μας Βασίλη. Σε καλωσορίζουμε και σε κατευοδώνουμε συνάμα. Είμαστε σίγουροι, όμως, ότι η ψυχή σου βρίσκεται στις αγκάλες του Θεού, σε τόπους παραδεισένιους. Αιωνία ας είναι η μνήμη σου και ελαφρύ το χώμα που θα σε σκεπάσει. Αναδείχτηκες άξιος της πατρίδος και συνέχισες την αριστεία σου και στον θάνατο, υπήκοντας στο προγονικό κάλεσμα:
«Αιέν αριστεύειν και υπείροχον έμμεναι άλλων».



Παρασκευή, 6 Φεβρουαρίου 2015

Πανίκκος Χατζηπαντελής

Ο Μαθηματικός Πανίκκος Χατζηπαντελής
Ο πρώτος αγνοούμενος από το Λευκόνοικο του οποίου τα οστά ταυτοποιήθηκαν με τη γνωστή μέθοδο.
Της Ζήνας Λυσάνδρου Παναγίδη
Φιλολόγου,MSc
Σήμερα, κηδεύσαμε τον πρώτο αγνοούμενο του Δήμου Λευκονοίκου που τα οστά του ταυτοποιήθηκαν με τη μέθοδο του DNΑ. Είναι ο Πανίκκος Χατζηπαναγής, ο τελειόφοιτος του Μαθηματικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών, ο αριστούχος μαθητής του Γυμνασίου Λευκονοίκου, ο σεμνός, μεγαλόψυχος νέος, με ευγένεια και αρετή, ο ευπρεπής, ευφυής, εύστροφος, ταλαντούχος και πολύ δραστήριος, που ξεχώριζε στον χορό, το τραγούδι, αλλά κυρίως στη βυζαντινή μουσική, αφού του άρεσε να ψάλλει.
Ανάμεσα στους ιερείς που τέλεσαν την εξόδιο ακολουθία ήταν και ο φιλόλογος καθηγητής του πατήρ Κυριάκος Ρήγας, που απ' ό,τι θυμάμαι πολύ καλά, τον εκτιμούσε και τον αγαπούσε πάρα πολύ, γιατί έμοιαζαν. Κατά την ταπεινή μου γνώμη, ήταν δυο διάνοιες, η μια στα Φιλολογικά και η άλλη στα Μαθηματικά, και είχαν κοινή αγάπη την εκκλησία και την ψαλτική.

Ο Πανίκκος Χατζηπαντελής. 40 χρόνια αγνοούμενος. Σχεδόν τον ξεχάσαμε οι πιο πολλοί. Ξεχάσαμε τη φυσιογνωμία του. Ήταν 23 χρονών. Του έμεινε ένα μάθημα να πάρει το πτυχίο του. Γύρισε αρχές Ιουλίου του 1974, όπως κι εμείς, από την Αθήνα για να περάσει το καλοκαίρι με τους δικούς του.
Σήμερα θα ήταν 63 χρονών, και θα είχε αφυπηρετήσει, όπως και οι φίλοι του. Θα είχε κάνει οικογένεια, θα είχε μαθητές που θα τον λάτρευαν, είμαι σίγουρη, γιατί, πέρα από εγκρατής της Μαθηματικής Επιστήμης, ήταν καλόψυχος, προσηνής και καλόκαρδος, και τώρα θα απολάμβανε τους καρπούς των μόχθων του. Θα έκανε κι αυτός, όπως όλοι μας, τα δάνειά του για να κτίσει σπίτι και να επιβιώσει στην προσφυγιά, ίσως να είχε και εγγόνια τώρα να νταντεύει.
Τον πρόλαβε, όμως, ο πόλεμος. Μοίρα κακή τού έμελλε να του στήσει καρτέρι ο Χάροντας σε μια βουνοκορφή του Πενταδακτύλου μας, κοντά στο χωριό Κουτσοβέντη. Ο Πανίκκος, που υπηρέτησε στις Δυνάμεις Καταδρομών, εκείνο τον Ιούλη τον μαχαιρωμένο, ως έφεδρος τοποθετήθηκε στο 398 Τάγμα Πεζικού που από την Κυθρέα προχώρησε προς το τουρκοκυπριακό χωριό Επηχώ, την Πέτρα του Διγενή και το Τζιάος, στο οποίο βρίσκονταν ισχυρές τουρκοκυπριακές δυνάμεις. Μαζί με το 305 Τάγμα Επιστρατεύσεως κατέλαβαν το Τζιάος στις 22 Ιουλίου, το μεσημέρι.
 Μόνο στο άκουσμα αυτού του χωριού, παγώναμε στα μικρά μας χρόνια. Ήταν το μεγαλύτερο τουρκοκυπριακό χωριό της περιοχής μας με πολύ φανατισμένους κατοίκους που δημιουργούσαν συνέχεια προβλήματα στους κατοίκους των γύρω χωριών. 
Ο Πανίκκος γύρισε στο σπίτι του στις 11 Αυγούστου με άδεια, και ήταν η τελευταία φορά που τον είδαν οι δικοί του, οι γονείς του και οι δύο αδελφές του που τον λάτρευαν.
Στη Β΄φάση της τουρκικής εισβολής, ο Πανίκκος με άλλους άνδρες από τη μονάδα του επάνδρωναν θέσεις σε ύψωμα βόρεια του Μοναστηριού του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Μετά την ορμητική επέλαση του τουρκικού στρατού, που οι δυνάμεις του ήταν καταφανώς υπέρτερες των δικών μας, με τα βαρέα όπλα, τα άρματα μάχης και τα αεροπλάνα, τα παιδιά μας βρέθηκαν περικυκλωμένα. Οι Τούρκοι διέσπασαν τις γραμμές της Εθνικής Φρουράς!
Όλα ήταν μάταια εκείνες τις ώρες. Πώς να τα βγάλουν πέρα τα παιδιά μας με την υπεροπλία της πολεμικής μηχανής της Τουρκίας; Ο Πανίκκος θεάθηκε μαζί με άλλους δυο στις 16 Αυγούστου στην περιοχή του Κουτσοβέντη. Ήταν η τελευταία φορά που έδωσε σημεία ζωής.
Όπως κάθομαι στο γραφείο μου, στον πάνω όροφο του σπιτιού μου, βλέπω ακριβώς απέναντί μου τον Πενταδάκτυλο και τα φώτα του Συγχαρί, του Βουνού και του Κουτσοβέντη. Σκέφτομαι όλα τα παιδιά μας που βρέθηκαν στην ίδια θέση. Περικυκλωμένοι από έναν απηνή εχθρό, εξουθενωμένοι από τον καταιγισμό των πυρών και την άνιση μάχη, πικραμένοι από την προδοσία, χαμένοι σε άγνωστες βουνοκορφές με τον θάνατο να ελλοχεύει σε κάθε τους βήμα, σαν δαμόκλειος σπάθη να τους κόψει το νήμα της ζωής.
Ναι, ο Πανίκκος ήταν λίγο πιο μεγάλος από τους συμμαθητές μου, πιο έμπειρος, πιο ώριμος. Μα φαντάζομαι ότι ο φόβος του άγνωστου, η αγωνία για το μέλλον τους, η προσπάθεια για να βρουν μια διέξοδο και να γλυτώσουν τη ζωή τους, έκαναν εκείνες τις στιγμές εφιαλτικές, που μόνο όσοι τις έζησαν μπορούν να καταλάβουν.
Φαντάζομαι πόσες προσευχές θα έκανε ο Πανίκκος στον Σωτήρα μας για να τον βοηθήσει. Πόσες φορές θα επικαλέστηκε την Παναγία μας, γιατί ήταν παιδί με βαθιά πίστη στον Θεό. Μα και πόσος φόβος θα είχε εμφιλοχωρήσει στην ψυχή του, γιατί και οι ήρωες είναι άνθρωποι και όχι υπερφυσικοί και ημίθεοι. Ως άνθρωποι και οι ήρωες λιποψυχούν, γιατί «γλυκιά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα», όπως μας υπενθυμίζει ο εθνικός μας ποιητής.
Δεν μου αρέσει η εξιδανίκευση και η ωραιοποίηση. Προτιμώ τους ήρωες ανθρώπινους, με συναισθήματα, με αγάπη για τη ζωή, για τις χαρές της και τα κάλλη της. Δεν μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε τι θα έβλεπε και τι θα σκεφτόταν τη στιγμή της σύλληψης και της εκτέλεσής του. Πιστεύω, όμως, ότι μέχρι την τελευταία του στιγμή δεν θα τον εγκατέλειψε η ελπίδα… Τουλάχιστον τέτοια εντύπωση μου έδινε από όσο τον ήξερα. Ήταν μαχητής, ενθουσιώδης, με δυνατή ψυχή.
Μπορεί να πέρασαν μπροστά του σκηνές από τη ζωή του, στο Λευκόνοικο και την Αθήνα, μπορεί να σεριάνισε το μυαλό του στον ηλιακό του σπιτιού του, εκεί που η  μάνα του ολημερίς ύφαινε τα λευκονοικιάτικα υφαντά της για να μπορέσει να σπουδάσει τον μοναχογιό της, το καμάρι της. Ή ποιος ξέρει τι μυστικό θα  κρατούσε σαν φυλακτό στην καρδιά του; Ποιο κορίτσι θα τον συντρόφευε μέχρι την τελευταία του πνοή;
Ναι, αν ήθελε, θα μπορούσε να φύγει πιο νωρίς, να γίνει ρίψασπις, και να διασωθεί. Η καβαφική όμως αξιοπρέπεια, η παιδεία του και η αγωγή του δεν του επέτρεπαν να κινήσει από το χρέος. Γι’ αυτό έμεινε με τους άλλους ήρωες και φύλαξαν τις Θερμοπύλες του νησιού μας. Τίμησαν την προγονική αρετή. 
Μαζί με τον Πανίκκο, το λεβεντόπαιδο της γειτονιάς μας που γύρισε μια χούφτα κόκκαλα σε μια κασόνα, συνειρμικά ο νους μας πήγε και στον άλλο γείτονά μας, και συγκάτοικό του στην Αθήνα, τον Νίκο Μανδρίτη, τον φοιτητή της Οδοντιατρικής. Μικρός το δέμας ο Νίκος, αλλά μεγάλος στην ψυχή, σκοτώθηκε στη διάρκεια της δεύτερης εισβολής, και τον έθαψαν οι δικοί του στη Λάρνακα.
Τους θυμάμαι στην Αθήνα. Όταν πήγα το 1973 πρωτοετής φοιτήτρια, κάποιες φορές τους επισκεπτόμαστε με τα ξαδέλφια μου στο διαμέρισμά τους  στους Αμπελοκήπους. Θυμάμαι τα γέλια που κάναμε, τα πειράγματα του Πανίκκου αλλά και του Κυριάκου Χριστοφόρου, του τρίτου τους συγκατοίκου, προς τον Νίκο. Τον κορόιδευαν ότι δεν θα τον εμπιστεύονταν να τους φτιάξει τα δόντια τους.   Όμορφες εποχές. Γεμάτες ανεμελιά, χαρά, αισιοδοξία μα και σεβασμό, άδολη φιλία, ανθρωπιά.
Κι ύστερα ήρθε η προσφυγιά. Εμπλουτίστηκε το λεξιλόγιό μας με τη λέξη αγνοούμενος. Η μάνα του, αλλοπαρμένη, ρωτούσε απεγνωσμένα να μάθει για τον γιο της. Αυτός ο καημός την έστειλε στον τάφο.
Καλό σου ταξίδι, φίλε Πανίκκο. Τώρα που ησύχασε η ψυχή σου, τώρα που σου έγιναν τα πρέποντα για έναν Χριστιανό Ορθόδοξο Έλληνα, ας αναπαυτεί το σώμα σου στη γη της Λάρνακας, μέχρι να σε θάψουμε μαζί με τους προγόνους σου στο Λευκόνοικό μας. Σε παρακαλούμε, εκεί στα παραδεισένια τοπία που ζεις, γιατί είμαι σίγουρη ότι ένα τέτοιο αγνό και ταπεινό παιδί είναι στους κόλπους του Θεού, να προσεύχεσαι και για μας τους υπολειπόμενους.
Αιωνία ας είναι η μνήμη σου και αγήρατος η δόξα σου. Εμείς θα σε θυμόμαστε πάντα από το σύντομο πέρασμά σου από αυτή τη ζωή. Θα θυμόμαστε τον ήρωα του Λευκονοίκου με την αρχοντική ψυχή, την ανιδιοτέλεια, το απαράμιλλο ήθος και τα πολλά χαρίσματα!