Πέμπτη, 28 Μαΐου 2015

Το κούρσεμα της Πολής

Δημοσιεύθηκε: 29 Μαΐου 2015 Κατηγορίες: Επιστήμες, Τέχνες & Πολιτισμός
1453_poliorkia_tis_polis_Σαν πατήθηκε πειά η πόρτα του Ρωμανού και σκοτώθηκε ο βασιλιάς, οι Τούρκοι γιουργιάρανε μέσα στην Πόλη σαν τ’ αγριεμένο ξεροπόταμο που κατεβαίνει στενεμένο ανάμεσα στ’ αψηλά βράχια, ύστερ’ από νεροποντή.
Δε μπαίνανε εκατό-εκατό, μηδέ διακόσιοι, μα χιλιάδα απάνω στη χιλιάδα. Τέτοια ήτανε η μανία τους μη δεν προφτάξουνε να κουρσέψουνε, που απ’ το στρίμωγμα λαβωνόντανε συναμεταξύ τους και πολλοί σκάσανε ποδοπατημένοι απ’ τους δικούς τους. Και σα μπαίνανε μέσα στο κάστρο, σκορπίζανε άλλος εδώ, άλλος εκεί, κοπάδια-κοπάδια, σφάζοντας όποιον βρίσκανε μπροστά τους, είτε γυναίκα, είτε παιδί, είτε άντρα.
Το μεγάλο μακελειό βάσταξε απ’ την ανατολή του ηλίου ίσαμε το μεσημέρι. Πολλοί χριστιανοί κρυφτήκανε μέσα σε λαγούμια και σε σπηλιές κ’ ύστερα τους βρήκανε και τους σκλαβώσανε.
Φτάνοντας οι Τούρκοι στην πλατεία, ανεβήκανε στον πύργο και κατεβάσανε τη βυζαντινή σημαία και τη σημαία τ’ άγιου Μάρκου και ισάρανε στον τόπο τους το σαντάρδο του σουλτάνου. Τα κάστρα από τη μιαν άκρη ίσαμε την άλλη πέσανε στα χέρια του Τούρκου. Μονάχα οι Κρητικοί, που βρισκόντανε μέσα στους πύργους του Λέοντα και του Βασιλείου, βαστήξανε τον πόλεμο ίσαμε το μεσημέρι. Ο σουλτάν Μεμέτης σαν τάκουσε θαύμασε την παλληκαριά τους και τους άφησε να φύγουνε στην πατρίδα τους, παίρνοντας μαζί τους ό,τι είχανε απάνω τους.
Όπως είπα πρωτύτερα, πολύς κόσμος έτρεξε στη θάλασσα να γλυτώση, μα έπεσε μαζεμένος στα καράβια και πολλά βουλιάξανε και πνιγήκανε πολύς λαός. Οι πορτιέρηδες, βλέποντας τον κόσμο που ωρμούσε από τις πόρτες, θυμηθήκανε ένα παλιό ρητό πώλεγε πως η πόλη θα ξαναπαιρνότανε απ’ τα χέρια των Τούρκων αν γυρίζανε πίσω οι Χριστιανοί, κλειδώσανε τις πόρτες και ρίξανε τα κλειδιά έξω απ’ το κάστρο. Τότε δα φούντωσε η σφαγή, που δε μπορεί να τη χωρέση το μυαλό του άνθρωπου. Όσοι γλυτώσανε χάσανε τα φρένα τους και τρέχανε να κλειστούνε στην Άγια-Σοφιά. Κείνη την ώρα ήτανε πώχαν’ η μάννα το παιδί και το παιδί τη μάννα. Θεέ μεγαλοδύναμε, απάνω σ’ αυτούς τους συμφοριασμένους έπεσε όλη η οργή σου! Μερμήγκια αμέτρητη πλημμύρισε την εκκλησιά, απάνω, κάτω, στο νάρθηκα, στ’ άγιο βήμα, σε κάθε μεριά. Σφαλίξανε τις πόρτες και παρακαλούσανε με μεγάλες φωνές το Θεό να τους λυπηθή. Οι κουμπέδες κ’ οι θεόρατες καμάρες αντιβουίζανε και ρίχνανε πιο πολλή τρομάρα στις καρδιές των κοριτσιών• τα μικρά παιδάκια ξεψυχούσανε απ’ το φόβο τους. Σε λίγο φτάξανε οι Τούρκοι και πιάσανε να βαράνε με τους μπαλτάδες τις πόρτες. Το κοπάδι, που ήτανε μαντρισμένο μέσα βέλαζε λυπητερά σε κάθε τσεκουριά.
Ποια γλώσσα μπορεί να πη τι γίνηκε σαν μπήκανε μέσα οι Τούρκοι, βαστώντας στα χέρια τους άλλοι ματωμένα μαχαίρια μια οργυιά μάκρος, άλλοι πελέκια ακονισμένα, άλλοι κοντάρια, π’ αστράφτανε οι σουβλερές μύτες τους. Η εκκλησιά πιτσιλίστηκε απ’ τα αίματα σε δυό μπόγια ύψος, πώλεγες πως ήτανε χασάπικο. Όσοι απομείνανε ζωντανοί είχανε τρελλαθή. Οι Τούρκοι δένανε τους άντρες με σκοινιά, τις γυναίκες με τις ζώνες τους. Έβλεπες αφεντάδες δεμένους πιστάγκωνα μαζί με τους υπηρέτες, κυράδες με τις δούλες, παπάδες με γρηές, δεσποτάδες, παλληκάρια βουτημένα στο αίμα. Ο ένας μπροστά στον άλλον βιάζανε τις γυναίκες, ανάμεσα σε κουφάρια και σε λαβωμένους που μουγκρίζανε. Άλλοι πάλι από κείνα τ’ αγρίμια ξεγυμνώνανε την εκκλησιά. Μέσα σε μια ώρα απομείνανε μονάχα οι τοίχοι. Δεν αφήσανε μηδέ καντήλι, μηδέ δισκοπότηρο, μηδέ βαγγέλιο, μηδέ εικόνα, μηδέ ρούχα, τίποτα! Πως περνά η ακρίδα από ‘να καταπράσινο περιβόλι κ’ ύστερα, σαν κάνη φτερά, αφήνει χώμα μοναχό, έτσι απόμεινε κ’ η Άγια-Σοφιά ξεγυμνωμένη.
Το μαχαίρι κ’ η φωτιά βάσταξε τρία μερόνυχτα, όπως είχε ταμένο στους στρατιώτες του ο σουλτάνος. Η απέραντη Κωνσταντινούπολη αντιλαλούσε μέρα νύχτα. Τι αίμα και τι δάκρυα χυθήκανε! Χιλιάδες καρδιές χτυπούσανε, τέτοια συμφορά δε μπορεί να τη συλλογισθή άνθρωπος. Άλλοι σφαζόντανε πριν πάνε στα σπίτια τους, άλλοι καταφέρνανε να φτάξουνε στα δικά τους μα δε βρίσκανε τα παιδιά τους και τις γυναίκες τους. Αντρόγυνα χωριζόντουσαν, ο ένας Τούρκος έσερνε τον άντρα κι’ ο άλλος τη γυναίκα. Τα παιδιά τα ξεκολλούσανε απ’ το λαιμό της μάννας, τα κορίτσια τα σέρνανε απ’ τα μαλλιά μέσα στο δρόμο. Πεινασμένα σκυλιά πίνανε το αίμα π’ άχνιζε μέσα στα χαντάκια. Πειό πολλά ήτανε τα κομμένα κεφάλια, που κειτόντανε στο χώμα, παρά οι πέτρες της γης. Φρόνιμες νοικοκυράδες, που δεν τις είχε δη ο ήλιος, ατιμαζόντανε γυμνές μέσα στις πλατείες. Παπάδες περπατούσανε βιαστικά, φορτωμένοι με βαρειά σεντούκια, που τους τάχανε φορτωμένα οι ζεμπέκηδες και τους δέρνανε σαν γαϊδούρια και τους τραβούσανε με το καπίστρι πούχανε περασμένο στο λαιμό τους. «Και ην ιδείν ορμαθούς εξερχόμενους απείρους ώσπερ αγέλας».
Στα καράβια δεν είχε απομείνει μηδέ ένας Τούρκος, γιατί ριχτήκανε στο πλιάτσικο. Με μεγάλη μανία γυρεύανε να βρούνε τα γυναικεία μοναστήρια, τα πατούσανε και κουβαλούσανε τις καλογρηές μέσα στα καράβια κ’ εκεί ο διάβολος πειά μπορεί να πη το τι γίνηκε. Πολλές γυναίκες, για να ξεφύγουνε την ατιμία, πέσανε και πνιγήκανε στη θάλασσα και στα πηγάδια.
Οι Τούρκοι είχανε τούτη τη συνήθεια, άμα μπαίνανε μέσα σ’ ένα σπίτι για να κουρσέψουνε, στήνανε μια σημαία απάνω στα κεραμίδια. Οι άλλοι Τούρκοι, βλέποντας τούτη τη σημαία, δε μπαίνανε ποτέ μέσα, μα τραβούσανε πάρα πέρα, ναβρούνε άλλο σπίτι λεύτερο. Ίσαμε διακόσες χιλιάδες τέτοια κουρέλια σαλεύανε απάνω στην Πόλη, γιατί οι Τούρκοι βάζανε πολλές παντιέρες στο ίδιο σπίτι για να κάνουνε πανηγύρι.
Όλη τη μέρα σφάζανε. Τόσο μουσκεμένη ήτανε η γης, πώλεγες πως έβρεξε αίμα, κι’ όπου έβρισκε χαντάκι το αίμα έτρεχε σα νάτανε βροχονέρι. Τα κουφάρια τα ρίχνανε στο μπουγάζι του Βοσπόρου, και το ρέμα τα κατρακυλούσε σα νάτανε πεπόνια, Χριστιανοί-Τούρκοι ανακατεμένοι.
Ο σουλτάνος δε μπήκε μέσα στην Πόλη με το στρατό, παρά απόμεινε στο στρατόπεδο. Κατά το μεσημέρι οι πασάδες του πήγανε τα κλειδιά, σημάδι πως ήτανε πειά δική του η Κωνσταντινούπολη. Τότε καβαλλίκεψε και μπήκε με τη συνοδεία του μέσα στο κάστρο και τράβηξε ίσια στην Αγιά-Σοφιά. Δε μπήκε μέσα στην εκκλησιά με τάλογο, παρά ξεπέζεψε και μπαίνοντας μέσα θαύμασε πολλήν ώρα και περιεργάσθηκε το χτίριο. Ύστερα φώναξε έναν χότζα και τούπε ν’ ανεβή απάνω στον άμβωνα και να φωνάξη την προσευχή τους «Αλλάχου εκπέρ, Αλλάχου εκπέρ, Μουχαμετούλ ρεσούλ Ουλλάχ.» Σαν τελείωσε ο χότζας, ανέβηκε ο ίδιος στην Άγια Τράπεζα και το ξανάπε.
Την ώρα πώβγαινε έξω, είδε έναν Τούρκο που τσάκιζε τα μάρμαρα. Ο Μεμέτης τον βάρεσε με το καμουτσί λέγοντας του: «Κιοπέκ, σας άφησα το θησαυρό και τους ανθρώπους, μα τα χτίρια είνε δικά μου!»
Από κει τράβηξε με τους πασάδες και ρώτηξε για το βασιλιά της Πόλης, ζη ή πέθανε. Και σαν τούπανε πως σκοτώθηκε, πρόσταξε και πλύνανε πολλά κεφάλια στο μέρος που χάθηκε, για να τον γνωρίσουνε, μα δε μπορέσανε μέσα σε τέτοιο πλήθος. Σε λίγο όμως βρέθηκε το κορμί του και το γνωρίσανε απ’ τα κόκκινα ποδήματά του με τους κεντημένους αητούς. Κόψανε το κεφάλι και το βάλανε σε μια πλατεία κοντά στ’ άγαλμα του Γιουστινιανού και κει στάθηκε ίσαμε το βράδυ. Ύστερα το μπαλσαμώσανε και τώστειλε ο σουλτάνος στην ανατολή από χώρα σε χώρα, για να δη ο κόσμος τη νίκη του. Το σώμα το πήρανε οι Χριστιανοί και το θάψανε.
Τα πλιάτσικα κ’ οι σκλάβοι, άλλα στοιβαχθήκανε στις τέντες, άλλα φορτωθήκανε στα καράβια και τραβήξανε να τα πουλήσουνε, όπως έστερξε ο σουλτάνος. Κάθε Τούρκος ήτανε φορτωμένος. Τι μαλάματα, τι ασήμια, τι χαλκώματα, τι ρούχα μεταξωτά, τι βιβλία! Καράβια ολάκερα γεμίσανε καλόγερους και καλογρηές. Έβλεπες ζεϊμπέκια ψειριασμένα νάνε ντυμένα με ρούχα δεσποτικά, άλλοι φοράγανε χρυσά πετραχήλια, άλλοι κορώνες και καλυμμαύχια στο κεφάλι. Σκυλιά δεμένα με ζώνες κεντημένες, επιγονάτια και φελόνια για σαγή στ’ άλογα. Μέσα στους ασημένιους δίσκους βάζανε ντομάτες και κρέατα, πίνανε κρασί μέσα στα δισκοπότηρα. Φορτώσανε στις καρότσες βιβλία, που δεν είχανε μετρημό και τα σκορπίσανε σ’ ανατολή και δύση. Για ένα γρόσι πουλιόντανε ο Αριστοτέλης, ο Πλάτωνας κ’ οι άλλοι ξακουσμένοι σοφοί της αρχαιότητας, γραμμένοι σε πετσί, με χρυσοκοντυλιές και με χρυσά δεσίματα. Τα εικονίσματα τα σκίζανε με το τσεκούρι και βράζανε κρέας μέσα στα καζάνια.
Τη δεύτερη μέρα, δηλαδή στις 30 Μαγιού, ξαναμπήκε στην Πόλη ο σουλτάνος, με πολλή παράταξη, κι’ αφού τριγύρισε σε διάφορα μέρη, πήγε και στο παλάτι. Και βλέποντας το έρημο είπε έναν στίχο κάποιου Πέρση ποιητή για την ματαιότητα του κόσμου.
Ήτανε πειά πεθαμένη και θαμμένη η ξακουσμένη Κωνσταντινούπολη, η Θεοσκέπαστη, η Νέα Σιών, η Εφτάλοφη, το καμάρι της Ανατολής, πώβρισκε άνθρωπος και του πουλιού τα γάλα. Πούχε το κάστρο με τους τρακόσους πύργους, τα παζάρια, τα αρτοπρατεία, τα χαλκοπρατεία, τα αργυροπωλεία, τα βλατοπωλεία, τα κηροπωλεία, τα λουτρά, τα συντριβάνια, τις βρύσες, τις δεκαεννιά στέρνες, τα Ιπποδρόμια, τα παλάτια, τις τρακόσες εκκλησιές και τα διακόσια μοναστήρια, τ’ αμέτρητα τ’ αγάλματα κι’ ό,τι μπορεί να βάλη ο νους τ’ ανθρώπου. «Τη δεύτερη δε από της ημέρας εκείνης, εισελθών ο Μεχμέτης, περιόδευσε την πόλιν και ην η πάσα άοικος, ούτε άνθρωπος, ούτε κτήνος, ούτε όρνεον κραυγάζον ή λαλούν εντός.»
Κοντά στο παλάτι ετοιμάσανε ένα μεγάλο τραπέζι για το σουλτάνο, κι’ αφού έφαγε, ήπιε πολύ κρασί και μέθυσε. Τότε πρόσταξε να του πάνε το ναύαρχο Νοταρά με τα παιδιά του και να τους αποκεφαλίσουνε. Πρώτα σφάξανε τα παιδιά μπροστά στο συμφοριασμένον τον πατέρα, πώλεγε ολοένα «δίκαιος ει, Κύριε!», κ’ ύστερα τον ίδιον. Δεν περάσανε λίγες μέρες και πρόσταξε να κόψουνε και το Χαλίλ πασά, που τον υπωπτευότανε πως είχε προδώσει τα μυστικά του στους γραικούς.
Το τέλος της Πόλης φαίνεται ακόμα πειό λυπητερό άμα συλλογισθή κανένας πως χαλάσθηκε το μήνα Μάη, τις μέρες που μοσκοβολούσανε οι πασκαλιές κ’ οι τριανταφυλλιές. Ανήμερα που σκλαβώθηκε η Πόλη ήτανε της Αγίας Θεοδοσίας, που τη γιορτάζανε πάντα οι Πολίτες στις 29 Μαγιού με μεγάλη δόξα στην εκκλησιά της, που γίνηκε ύστερα τζαμί. Μ’ όλη την αγωνία που περνούσανε, οι γυναίκες την είχανε στολισμένη, κατά τα συνηθισμένα, με στεφάνια και με περιπλοκάδες από τριαντάφυλλα. Την ώρα, που μπήκανε μέσα οι Τούρκοι, ψέλνανε ακόμα οι ψαλτάδες. Τους περάσανε όλους απ’ το μαχαίρι, κι’ από τότε βαστά η ονομασία «Γκιούλ Τζαμί», δηλαδή «Το Τζαμί με τα τριαντάφυλλα», και μ’ αυτό τόνομα στέκει ως τα σήμερα. Μέσα σ’ αυτή την εκκλησιά λένε πως υπάρχει κ’ ένα μνημόρι, οπώχει απάνω στην πλάκα τούρκικα γράμματα, που λένε «Εδώ κείτεται ένας μαθητής του Χριστού» και πως αυτός είνε ο τάφος του βασιλιά Παλαιολόγου.
Τους Γενοβέζους του Γαλατά ο σουλτάνος δεν τους πείραξε, γιατί σταθήκανε φίλοι του στον πόλεμο, τους χάρισε μάλιστα και προνόμια. Το φιρμάνι που τους έδωσε αρχίξει με τούτα τα λόγια: «Εγώ ο μέγας αυθέντης και μέγας Αμηράς σουλτάνος ο Μεχμέτ Μπέης, ο υιός του μεγάλου αυθέντου Αμηρά Σουλτάνου του Μουράτ Μπέη. Ομνύω εις τον Θεόν του ουρανού και της γης και εις τον μέγαν ημών προφήτην Μωάμεθ, και εις τα επτά μουσάφια όπού έχομεν και ομολογούμεν, και εις τας ρκδ’ (124) χιλιάδας προφήτας του Θεού και προς τας ψυχάς του πάππου μου και του πατρός μου, και προς εμαυτόν και προς τα παιδιά μου, και στο σπαθί οπού ξώννομαι…».
ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ
ΤΟ ΠΑΡΣΙΜΟ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΚΡΙΤΑΣ
Πηγή: Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον
Επιμέλεια: Διονύσιος Πυλαρινός

Κυριακή, 24 Μαΐου 2015

Επικήδειος στον Ήρωα συμμαθητή μας Άντρο Μακρίδη
Εκκλησία Αγίου Γεωργίου Κοντού, Λάρνακα
24 Μαϊου 2015, 11 π.μ.

Μυρίζουν ακόμη λιβανιά, κι έχουν την όψη καμένη
από το πέρασμά τους στα Σκοτεινά Μεγάλα Μέρη.
Κει που μεμιάς τους έριξε το Ασάλευτο».
Καλωσόρισες στο σπίτι σου και στην οικογένειά σου, Ήρωα Άντρο Μακρίδη για να αναπαυτεί η ψυχή σου, μα και να γαληνέψει η ψυχή των αγαπημένων σου.
 Καλωσόρισες και στη μεγάλη σου οικογένεια, την κοινωνία του Λευκονοίκου, τους συμμαθητές και συμμαθήτριές σου, τους δασκάλους και καθηγητές σου, τους φίλους και τις φίλες σου, που όλοι πονάμε αλλά και ταυτόχρονα σεμνυνόμαστε, γιατί είσαι ένας από τους τέσσερις συμμαθητές μας, τους ήρωες, που σήμερα 41 χρόνια σχεδόν μετά θάβουμε με τις αρμόζουσες τιμές από την εκκλησία και την πολιτεία, μαζί με τον Ήρωα Καθηγητή μας Σωτήρη Μιχαήλ και τον τελειόφοιτο Μαθηματικό Πανίκκο Χατζηπαντελή.

Πόσο ταιριάζουν και για μας σήμερα οι στίχοι του νομπελίστα ποιητή μας, του μικρασιάτη Γιώργου Σεφέρη!
«ένα παρθένο δάσος σκοτωμένων φίλων το μυαλό μας.
Κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές
είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη
δεν κουβεντιάζεται, γιατί είναι ζωντανή
γιατί είναι αμίλητη και προχωράει∙
Στάζει τη μέρα στάζει στον ύπνο
μνησιπήμων πόνος».

Μνησιπήμων πόνος, λοιπόν, ο πόνος που μας θυμίζει παθήματα. Τα παθήματα των φίλων μας, των ανθρώπων που ανατράφηκαν μαζί μας, που γέλασαν και έπαιξαν μαζί μας, όπως εσύ Άντρο μας, που ήμασταν μαζί από το νηπιαγωγείο της κ. Στέλλας. Μαζί στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο Λευκονοίκου. Μπροστάρης πάντα σε ό,τι εθνικό, σε ό,τι ωραίο και αληθινό.

Ήσουν ένα όμορφο παιδί, «αρχιλεβέντης», με τις αρετές του Έλληνα στον υπερθετικό βαθμό, ευθυτενής και ευσταλής νέος, ντυμένος πάντα σύμφωνα με τη μόδα της εποχής, χαμογελαστός, εύχαρις και προσηνής, με χιούμορ και διάθεση πάντα για δράση, κέφι, διασκέδαση, χαρά, γέλιο. Λες και ήθελες να προλάβεις να γευτείς τη ζωή. Αυτή τη ζωή που δεν χάρηκες. Λες και ψυχανεμιζόσουν το κακό που θα’ ρχότανε.


Μεγαλωμένος σε ένα περιβάλλον κοινωνικής προσφοράς, ενεργού δράσης και εμπλοκής στα κοινά, από μικρή ηλικία ζυμώθηκες με αυτά και γαλουχήθηκες με τις πιο όμορφες αξίες και τα πιο ευγενή ιδανικά. Με έναν πατέρα υψιπέτη και μια μάνα-θυσία για τα παιδιά της, μια μάνα-κουράγιο, βίωσες από μικρή ηλικία τον πόνο για τον χαμό του αγαπημένου σου Μιχαλάκη στο Μερσινίκι.

Αυτή η θυσία σε σφράγισε ως προσωπικότητα και χαλύβδωσε μέσα σου την αγωνιστικότητα. Θυμάμαι, στην τετάρτη τάξη του Γυμνασίου Λευκονοίκου, μας έβαλαν στην ίδια αίθουσα που ήταν ο Μιχαλάκης τη χρονιά της θυσίας του. Η φωτογραφία του ήταν στον τοίχο πίσω από τα θρανία μας. Ήταν σαν να είχες έναν φύλακα άγγελο στην τάξη, κι ολημερίς γυρνούσες πίσω και τον κοίταζες. Ποιος ξέρει ποιες σκέψεις αναδεύονταν στο μυαλό σου, πώς σε σφράγισε αυτή η εμπειρία! Μοιάζατε κιόλας τόσο πολύ, και στη μορφή και στην ψυχή. Το ίδιο σπινθηροβόλο βλέμμα, η ίδια ανυπότακτη ψυχή!

Όπως είπα και στους άλλους συμμαθητές μας, Άντρο μου, τον Πέτρο Βελούση, τον Έκτορα Κτωρή και τον Βασίλη Χατζησιεγκαλλή, προσωπικά σας βλέπω σαν μαθητές μου, αφού εσείς, όπως όλοι οι νεαροί ήρωες του νησιού μας σε όλους τους εθνικούς μας αγώνες, δεν προλάβατε να μεγαλώσετε, κι έτσι μείνατε πάντα νέοι, όπως μας θύμιζε συχνά η φιλόλογός μας η κ. Παρασκευά. Νέοι κι αμόλυντοι, αγνά παλληκαράκια γεμάτα με όνειρα και ελπίδες για μια υπέροχη ζωή, όπως όλοι οι νέοι σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης.


Εμείς που σε ξέρουμε, Άντρο Μακρίδη, ήρωα της τάξης μας, είμαστε σίγουροι ότι πολέμησες λιονταρίσια ενάντια στους κατακτητές που σκορπούσαν τον όλεθρο και την καταστροφή. Στάθηκες αγέρωχος, στητός κι ολόρθος, με αυτοθυσία και λεβεντιά, γιατί ήσουν καμωμένος από εκείνη τη μαγιά που έρχεται από χιλιάδες χρόνια πριν, από τη γενιά του Ονήσιλου, του Ρε Αλέξη, του Γρηγόρη Αυξεντίου…
Είμαι σίγουρη ότι στο μυαλό σου εκείνη την ώρα είχες τη φράση του Αισχύλου:
«Μόνο εμείς (οι Έλληνες) αντίθετα από τους βαρβάρους, δεν μετρούμε ποτέ το πλήθος του εχθρού στη μάχη». 

Γιατί ήξερες καλά ότι ήρωες είναι οι «τρελοί της ιδέας». Ήρωες είναι όσοι «προχωρούν στα σκοτεινά». Όσοι αγωνίζονται χωρίς να ξέρουν το αποτέλεσμα, όσοι ανοίγουν δρόμους, όσοι δεν περιμένουν ανταπόδοση.
Κι εσύ, Άντρο Μακρίδη, είσαι ένας από τους «χωρικούς του απέραντου γαλάζιου» που από τα δεκαεννιά σου χρόνια χάθηκες. Όλα αυτά τα χρόνια που ήσουν αγνοούμενος, προσεύχονταν συνεχώς για την ανεύρεση των οστών σου και την ανάπαυση της ψυχής σου, όχι μόνο η οικογένειά σου, αλλά και οι συμμαθητές μας στο Άγιο Όρος, ο Γέροντας Εφραίμ ο Βατοπαιδινός και ο πατήρ Γαβριήλ της Μονής Διονυσίου.

Κι εμείς, που όλα αυτά τα χρόνια «μπερδευόμαστε μες στ’ αγαθά μας», που προσπαθούσαμε να επιβιώσουμε και να απαλύνουμε τις πληγές της προσφυγιάς, σήμερα μπροστά στο σεπτό κασελάκι που έκλεισε τη λεβέντικη κορμοστασιά σου και τα πετάγματα της ψυχής σου, θέλουμε να προσκυνήσουμε, ευλαβικοί προσκυνητές της ηρωικής σου θυσίας, μα νιώθουμε τόσο ανάξιοι! Εσύ έδωσες τη ζωή σου για τούτο το χώμα, για τούτο το πέτρινο καράβι που πορεύεται τη χρυσή μοίρα του ήλιου, κι εμείς είχαμε την ψευδαίσθηση ότι περάσαμε «κάβους» στη ζωή μας.

Στα αδέλφια σου, τον Ισίδωρο, τον Σωκράτη, τον Παύλο, τον Γιώργο και τη Σωτηρούλα, τις νύφες και τον γαμπρό σου Γιώργο, τα ανίψια σου, που για τόσα χρόνια υπέμεναν αγόγγυστα και κουβαλούσαν τον σταυρό του μαρτυρίου τους, μαζί με τους γονείς σου που πέθαναν με το μαράζι σου, εκφράζουμε τα συγχαρητήριά μας για την προσφορά της οικογένειάς τους στην πατρίδα μας. 

Αιωνία σου η μνήμη, Άντρο Μακρίδη! Τα οστά σου θα αναπαυτούν πλάι στους γονείς σου, μέχρι την άγια και ευλογημένη μέρα που θα σας πάρουμε όλους και θα σας θάψουμε πλάι στον Μιχαλάκη σας στο Λευκόνοικό μας.
 Ο Θεός μας θα σε κατατάξει, είμαστε σίγουροι, στη χορεία των αγίων και των μαρτύρων της πίστης και της πατρίδας. Στους παραδεισένιους τόπους που ζεις μαζί με τους άλλους γενναίους μας, ας αναπαυτεί η ψυχή σου! Εμείς θα σε θυμόμαστε και θα σε τιμούμε πάντα, και θα έχεις μια τιμητική θέση στο θησαυροφυλάκιο της καρδιάς μας. Θα είσαι ένα πρότυπο για μας και τις επερχόμενες γενεές. Η παρακαταθήκη που αφήνεις σε όλους μας είναι η ρήση του Περικλή στον Επιτάφιο: «Εύδαιμον το ελεύθερον, το δ’ ελεύθερον το εύψυχον»
Αιωνία σου η μνήμη και ακήρατος η δόξα σου, πολυαγαπημένε μας, Άντρο Μακρίδη.











Πέμπτη, 21 Μαΐου 2015

Περί ψευδαισθήσεων ο λόγος ή το τέλος της παπαγαλίας.
Της Ζήνας Λυσάνδρου Παναγίδη


Έχουν αφηνιάσει όλοι για το θέμα που μπήκε στις Παγκύπριες εξετάσεις. Για μένα το θέμα είναι απλό. Είναι ένα ελεύθερο θέμα και στην ουσία ζητούσε από τους μαθητές να κατανοήσουν ένα κείμενο, και με βάση αυτό να εκφράσουν τις απόψεις τους. Άρα, έπρεπε να σκεφτούν, να κρίνουν, να προβάλουν δικές τους σκέψεις.
Ψιλά γράμματα. Όταν οι πιο πολλοί, κυρίως τα μεγάλα φροντιστήρια, δίνουν έτοιμες εκθέσεις, και οι μαθητές μαθαίνουν στην παπαγαλία, έχει ευνουχιστεί το πνεύμα τους, και δεν μπορούν να αυτενεργήσουν. Καμία κριτική σκέψη.
Δεν είναι η πρώτη φορά που έχουμε αντιδράσεις, γιατί κάποιος τόλμησε να θίξει τα κακώς κείμενα. Επιτέλους, είναι καιρός να μη γράφουν όλοι τους ίδιους προλόγους και επιλόγους, να βάζουν τα ίδια παραδείγματα, τα ίδια συνδετικά, τις ίδιες και απαράλλαχτες παραγράφους. Έχω απαυδήσει τόσα χρόνια να διαβάζω τις ίδιες εκθέσεις.
Είναι καιρός να μάθουμε στα παιδιά μας να διαβάζουν κείμενα και να καταλαβαίνουν την ουσία τους. Να διδάσκουμε την έκθεση. Να μαθαίνουμε στα παιδιά μας πώς να αναπτύσσουν ένα οποιοδήποτε θέμα με βάση τις σφαιρικές τους γνώσεις, και όχι να μαθαίνουν απέξω  κάποια θέματα, και να νομίζουν ότι απέκτησαν ικανότητα να γράφουν και να παράγουν λόγο.
Φταίνε, λοιπόν, όλοι, όσοι διδάσκουν τη γλώσσα, και δίνουν μόνο έτοιμα σχεδιαγράμματα, αποσπάσματα από δοκίμια και έτοιμες εκθέσεις, αντί να τους δώσουν να διαβάσουν δοκίμια, κι από κει και πέρα, ως ιδεολήπτες που είμαστε οι πιο πολλοί άνθρωποι, να συγκεράσουν οι μαθητές τις δικές τους απόψεις με τις ιδέες που πήραν από τα δοκίμια.
Κι εδώ αναφύεται το κρίσιμο ερώτημα: μπορούν όλοι οι άνθρωποι να παράγουν επικοινωνιακό λόγο υψηλού επιπέδου; Τι γίνεται με τα παιδιά που δεν έχουν αυτές τις ικανότητες ή δεν τις έχουν καλλιεργήσει, αφού το μόνο που τους έμαθαν είναι να παπαγαλίζουν; Γι’ αυτά τα παιδιά που έχουν άλλα χαρίσματα και δυνατότητες, αλλά δυσκολεύονται στα μαθήματα, χρειάζεται να εγκύψει η πολιτεία και οι εκπαιδευτικοί με αγάπη, ανεκτικότητα και επιείκεια, για να τα βοηθήσουμε όλοι να βρουν τον δρόμο τους.
Όμως, ούτε και οι λεγόμενοι "άριστοι" μαθητές σήμερα, μέσα στον πληθωρισμό της αριστείας, δεν έχουν τέτοιες ικανότητες, αφού κανένας σε τούτη τη νήσο των αγίων, εκτός από κάποιες φωτεινές εξαιρέσεις, δεν ασχολείται με την ελληνική γλώσσα, για να μην αναφέρω την υποτίμηση που υφίσταται από την ξενομανία, τον νεοπλουτισμό και τον αρχοντοχωριατισμό μας.
Χρειάζεται ως κοινωνία και ως εκπαίδευση να «ανακρούσουμε πρύμναν». Τέρμα οι ψευδαισθήσεις. Φταίμε όλοι. Καθηγητές, γονείς, φροντιστές, και τελευταία τα παιδιά. Θέλουμε να αναπτύξουμε κριτική σκέψη, συνδυαστική σκέψη, ικανότητα εμπεριστατωμένης επιχειρηματολογίας, όπως αυτά που διατυμπανίζουμε ως στόχους της εκπαίδευσής μας; Τέρμα η παπαγαλία. Να μπαίνουν θέματα που να μην είναι δυνατόν να προβλεφθούν, για να φαίνεται η πραγματική αξία του καθενός, και όχι η ικανότητά του στη στείρα απομνημόνευση.
Αυτό θα μου πείτε μοιάζει με επανάσταση. Ποιος επιθυμεί την aλλαγή του status quo, όταν , μάλιστα συνδέεται και με μεγάλα συμφέροντα; Οι μεγάλοι φροντιστές που αλιεύουν τα θύματά τους, υποσχόμενοι ότι ξέρουν τα θέματα, και τα δίνουν όλα έτοιμα, γιατί δεν υπάρχει χρόνος, ικανότητα και δύναμη για να τα διδάξουν και να τα μεταδώσουν; Οι μαθητές και οι γονείς τους που προτιμούν να αφιερώνουν χρόνο για τα μαθήματα της Τεχνοκρατικής Εκπαίδευσης, και θεωρούν χάσιμο χρόνο την ενασχόληση με τη γλώσσα, γι’ αυτό βολεύονται με τη νοοτροπία της «ήσσονος προσπάθειας», της έτοιμης τροφής;
Επιλογικά, χρειάζεται επειγόντως να εφαρμοστεί η εισήγηση του κ.Καδή για χωρισμό των Παγκυπρίων από τις Εισαγωγικές εξετάσεις για να μη θυματοποιούνται οι πιο πολλοί μαθητές. Στις Παγκύπριες τα θέματα να είναι βατά για να ανταποκρίνονται στις ανάγκες και τις ικανότητες όλων των παιδιών, ενώ στις Προεισαγωγικές να μπαίνουν θέματα υψηλότερου επιπέδου, ούτως ώστε όσοι θέλουν να περάσουν σε δύσκολες σχολές να αποδεικνύουν την πραγματική τους αξία και τις δικές τους ικανότητες.