Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2015

Συνθήκη Σεβρών : Ένας θρίαμβος που κατέληξε σε τραγωδία

Δημοσιεύθηκε: 11 Αυγούστου 2015 Κατηγορίες: Επιστήμες, Τέχνες & Πολιτισμός
doφγξφγξκηγκwnloadΣτις 28 Ιουλίου του 1920 τερματίζεται και τυπικά για την Ελλάδα και την Τουρκία ο Πόλεμος. Σε μια αίθουσα του δημαρχείου των Σεβρών, κοντά στο Παρίσι, υπογράφεται η τελική συνθήκη ειρήνης ανάμεσα στη σουλτανική κυβέρνηση της Κωνσταντινούπολης και τους συμμάχους της Αντάντ. Είναι η γνωστή συνθήκη των Σεβρών που έκανε το όραμα της “Ελλάδας των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών” να μοιάζει εφικτό. Τελικά αποδείχτηκε εφιάλτης που ακόμη και σήμερα μας στοιχειώνει.
Πως φθάσαμε στη Συνθήκη
Με την ανακωχή του Μούδρου, ο δρόμος για την ουσιαστική διεκδίκηση μικρασιατικών περιοχών, όπου κατοικούν συμπαγείς ελληνικοί-χριστιανικοί πληθυσμοί είχε ανοίξει.
Κατά τη συνεδρίαση του ανώτατου συμμαχικού συμβουλίου στις 22 Απριλίου 1919, οι Αγγλογάλλοι και οι Αμερικανοί, εκμεταλλευόμενοι την απουσία του Ιταλού εκπροσώπου, δίνουν στην Ελλάδα την άδεια να καταλάβει την ευρύτερη περιοχή της Σμύρνης με αποστολή -επισήμως- την τήρηση της τάξης και στην προστασία των χριστιανικών πληθυσμών, μέχρι να επιτευχθεί η σύναψη της τελικής ειρηνευτικής συμφωνίας. Ουσιαστικά, οι Αγγλογάλλοι χρησιμοποιούν τον ελληνικό στρατό εναντίον της Τουρκίας και επιπλέον να περιορίσουν τα ιταλικά επεκτατικά σχέδια.
Η επιχείρηση για τη στρατιωτική κατάληψη της Σμύρνης θα πραγματοποιηθεί, στις 2 Μαΐου 1919. Κατά την αποβίβαση τους οι ελληνικές δυνάμεις γίνονται δεκτές με ενθουσιασμό από τους Έλληνες κατοίκους,αλλά δέχονται επίθεση από ομάδες Τούρκων ενόπλων και απαντούν. Κατά τις συγκρούσεις χάνουν τη ζωή τους 2 Έλληνες και 5 Τούρκοι στρατιώτες.
Στις 28 Ιουλίου του 1920 σε μια αίθουσα του δημαρχείου των Σεβρών, κοντά στο Παρίσι, υπογράφεται η τελική συνθήκη ειρήνης ανάμεσα στη σουλτανική κυβέρνηση της Κωνσταντινούπολης και τους συμμάχους της Αντάντ. Την Ελλάδα εκπροσωπούν (και υπογράφουν) ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος και ο Έλληνας πρεσβευτής στο Παρίσι Άθως Ρωμανός.
Η συνθήκη, γενικά, είναι άκρως καταδικαστική για την Τουρκία.
Οι όροι της Συνθήκης.
Η Ελλάδα, κατοχύρωνε επισήμως την Δυτική Θράκη ενσωμάτωνε την Ανατολική, μέχρι περίπου την Κωνσταντινούπολη Έπαιρνε τα νησιά Ίμβρο και Τένεδο και επισημοποιούσε την παρουσία της στην περιοχή της Σμύρνης και στην ενδοχώρα της .
Η Ελλάδα φαινόταν να έχει ήδη εξασφαλίσει τα Δωδεκάνησα πλην της Ρόδου και την Κύπρο , ενώ συνεχίζονταν οι διαβουλεύσεις και για τη Βόρειο Ήπειρο.
Διχασμός ακόμη και τότε
Οι βενιζελικοί πανηγύρισαν την υπογραφή της συνθήκης και θεώρησαν ότι αυτή παγίωνε τα ελληνικά δίκαια.
Τον ενθουσιασμό αυτόν δεν συμμεριζόταν η κωνσταντινική αντιπολίτευση, πουεξακολουθούσε να καθορίζεται από τα διχαστικά σύνδρομα και να παρουσιάζει τη συνθήκη ως αποτυχία.
Και οι δύο, πάντως πλευρές, δεν φαίνονταν να εντοπίζουν τους πραγματικούς κινδύνους που δημιουργούσε για την Ελλάδα η ασταθής διεθνής κατάσταση και οι αυξανόμενες στρατιωτικές δυσκολίες στη Μικρά Ασία.
Στην Τουρκία κυρίαρχος των εξελίξεων ήταν πλέον ο Κεμάλ Ατατούρκ, ο οποίος είχε ξεκινήσει το κίνημα αντίστασης εναντίον των Ελλήνων.
Για τον Τούρκο ηγέτη η Συνθήκη των Σεβρών δεν ήταν παρά ένα «κουρελόχαρτο» ανάλογο με εκείνο της Ανακωχής του Μούδρου (1918), που θα ακυρωνόταν στην πράξη με την ένοπλη αντίσταση του τουρκικού λαού εναντίον των ξένων εισβολέων. Κύριος στόχος ήταν φυσικά οι Έλληνες .
Στο πλευρό του και το νεαρό σοβιετικό καθεστώς της Ρωσίας, το οποίο είχε κάθε λόγο να αντιπαρατίθεται στην Αντάντ αλλά και ειδικά στην Ελλάδα (που είχε συμμετάσχει στην εκστρατεία της Ουκρανίας του 1919 εναντίον των μπολσεβίκων).
Οι …σύμμαχοι και οι συνέπειες
Οι σύμμαχοι δεν δείχνουν διατεθειμένοι να επιβάλουν στην Τουρκία όσα προέβλεπε η Συνθήκη. Άπαντες εμφανίζονται από ουδέτεροι εως εχθρικοί .
Όσα είχε κερδίσει η Ελλάδα έπρεπε να τα κατοχυρώσει στο πεδίο της μάχης, αντιμέτωπη με το εθνικιστικό κίνημα του Κεμάλ. Με τη Συνθήκη των Σεβρών η σουλτανική εξουσία κατέρρευσε και οι κεμαλικοί κυριάρχησαν.
Η πραγματικότητα αυτή οδήγησε τοσοβιετικό καθεστώς του Λένιν, στην υποστήριξη των Τούρκων με τους οποίους στις 3 Δεκεμβρίου 1920 υπογράφει την Συνθήκη του Αλεξαντροπόλ. Αναμενόμενη εξέλιξη , αν υπολογίσει κανείς τη στάση που είχαν κρατήσει οι σύμμαχοι της Αντάντ (αλλά και η ίδια η Ελλάδα) απέναντι στην επανάσταση του.
Ο δρόμος από τον θρίαμβο των Σεβρών στην τραγωδία της Μικράς Ασίας είχε ανοίξει.
Πηγή onalert.gr

Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2015

ΕΝΑ ΑΓΚΑΘΙ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ
            του  Αριστείδη Παναγίδη
21 Νοεμβρίου 2015
Πριν από λίγες μέρες τα μέσα μαζικής επικοινωνίας και κοινωνικής  δικτύωσης πρόβαλαν έντονα και ως παράδειγμα προς μίμηση την ενέργεια των Άγγλων φιλάθλων να τραγουδήσουν τον Εθνικό ‘Υμνο της Γαλλίας ως ένδειξη συμπαράστασης στον γαλλικό λαό για το κακό που τον βρήκε από τους φανατικούς τζιχαντιστές, κάτι που επικρότησα αμέσως, αν και ταυτόχρονα η σκέψη μου πήγε στην έκρηξη της Βηρυτού, για την οποία δεν υπήρξε καμιά αντίδραση, καμιά συμπαράσταση για τον λαό του Λιβάνου και τις δοκιμασίες του.
Σήμερα, ψάχνοντας  κάποια παλιά χαρτιά, έπεσε στα χέρια μου ένα απόκομμα της εφημερίδας ΕΘΝΟΣ των Αθηνών, της 22ας Οκτωβρίου 1956, όπου υπήρχαν δημοσιευμένα  αποσπάσματα επιστολών του ήρωα της αγχόνης Ανδρέα Παναγίδη προς την κυρία Ουρανία Παρδάλη Νομικού, κάτοικο Κηφισιάς Αττικής.
Σε μια από αυτές , της 2ας Σεπτεμβρίου 1956, ο Παναγίδης αναφέρει μεταξύ άλλων ότι από την ημέρα που καταδικάστηκε σε θάνατο δεν του επετράπη   να πιάσει καν τα χέρια των παιδιών του.
Ασυναίσθητα έφερα στον νου μου την εικόνα των Άγγλων φιλάθλων και την αξιέπαινη ενέργειά τους,  και τους Άγγλους δεσμοφύλακες που δεν επέτρεπαν σε έναν νεαρό πατέρα, 22 μόλις χρόνων, όχι να σφίξει στην αγκαλιά του τα τρία νήπια, τότε παιδιά του, άλλα ούτε τα χεράκια τους να πιάσει.
Και θυμάμαι, από τις διηγήσεις του πατέρα και της συζύγου  του ήρωα, ότι  δεν επέτρεπαν στα παιδιά του ήρωα να δουν για τελευταία φορά τον μελλοθάνατο πατέρα τους. Και όταν, μετά από συμπλοκή με την Αγγλίδα δεσμοφύλακα, τούς επετράπη, ο μικρός γιός του δεν μπόρεσε ούτε τότε να πιάσει το χέρι του πατέρα του, και χόρευε έξω από το κελλί για το τελευταίο, μεγάλο ταξίδι του πατέρα του.
Έτσι, χάρη στην αναλγησία, τη σκληρότητα και την κακία  των Άγγλων ένας πατέρας δεν μπόρεσε να σφίξει στην αγκαλιά του τα παιδιά του, ούτε αυτά να κουρνιάσουν για τελευταια φορά σ’ αυτή.
Και είναι αυτό ένα άγκάθι στην καρδιά που ακόμη και τώρα, σχεδόν εξήντα χρόνια μετά, πληγώνει και πονά.



ΕΝΑ ΑΓΚΑΘΙ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ
            του  Αριστείδη Παναγίδη
21 Νοεμβρίου 2015
Πριν από λίγες μέρες τα μέσα μαζικής επικοινωνίας και κοινωνικής  δικτύωσης πρόβαλαν έντονα και ως παράδειγμα προς μίμηση την ενέργεια των Άγγλων φιλάθλων να τραγουδήσουν τον Εθνικό ‘Υμνο της Γαλλίας ως ένδειξη συμπαράστασης στον γαλλικό λαό για το κακό που τον βρήκε από τους φανατικούς τζιχαντιστές, κάτι που επικρότησα αμέσως, αν και ταυτόχρονα η σκέψη μου πήγε στην έκρηξη της Βηρυτού, για την οποία δεν υπήρξε καμιά αντίδραση, καμιά συμπαράσταση για τον λαό του Λιβάνου και τις δοκιμασίες του.
Σήμερα, ψάχνοντας  κάποια παλιά χαρτιά, έπεσε στα χέρια μου ένα απόκομμα της εφημερίδας ΕΘΝΟΣ των Αθηνών, της 22ας Οκτωβρίου 1956, όπου υπήρχαν δημοσιευμένα  αποσπάσματα επιστολών του ήρωα της αγχόνης Ανδρέα Παναγίδη προς την κυρία Ουρανία Παρδάλη Νομικού, κάτοικο Κηφισιάς Αττικής.
Σε μια από αυτές , της 2ας Σεπτεμβρίου 1956, ο Παναγίδης αναφέρει μεταξύ άλλων ότι από την ημέρα που καταδικάστηκε σε θάνατο δεν του επετράπη   να πιάσει καν τα χέρια των παιδιών του.
Ασυναίσθητα έφερα στον νου μου την εικόνα των Άγγλων φιλάθλων και την αξιέπαινη ενέργειά τους,  και τους Άγγλους δεσμοφύλακες που δεν επέτρεπαν σε έναν νεαρό πατέρα, 22 μόλις χρόνων, όχι να σφίξει στην αγκαλιά του τα τρία νήπια, τότε παιδιά του, άλλα ούτε τα χεράκια τους να πιάσει.
Και θυμάμαι, από τις διηγήσεις του πατέρα και της συζύγου  του ήρωα, ότι  δεν επέτρεπαν στα παιδιά του ήρωα να δουν για τελευταία φορά τον μελλοθάνατο πατέρα τους. Και όταν, μετά από συμπλοκή με την Αγγλίδα δεσμοφύλακα, τούς επετράπη, ο μικρός γιός του δεν μπόρεσε ούτε τότε να πιάσει το χέρι του πατέρα του, και χόρευε έξω από το κελλί για το τελευταίο, μεγάλο ταξίδι του πατέρα του.
Έτσι, χάρη στην αναλγησία, τη σκληρότητα και την κακία  των Άγγλων ένας πατέρας δεν μπόρεσε να σφίξει στην αγκαλιά του τα παιδιά του, ούτε αυτά να κουρνιάσουν για τελευταια φορά σ’ αυτή.
Και είναι αυτό ένα άγκάθι στην καρδιά που ακόμη και τώρα, σχεδόν εξήντα χρόνια μετά, πληγώνει και πονά.

Παρασκευή, 6 Νοεμβρίου 2015

Παρουσίαση Βιβλίου
Λόρεν Γουίλινγκ

«Ψίθυροι από το παρελθόν»

Εκδόσεις Ωκεανίδα
Αθήνα, 2015
Μετάφραση: Γιάννης Σπανδωνής

Φέτος, προς τα τέλη Ιουνίου, καθισμένη πλάι στο κύμα σε μια ήσυχη εξοχική παραλία του Πόρου, ρούφηξα τις σελίδες ενός μυθιστορήματος των αγαπημένων μου εκδόσεων Ωκεανίδα με τον τίτλο «Ψίθυροι από το παρελθόν» της Λόρεν Γουίλιγκ, μιας αμερικανίδας που έγραψε δεκαπέντε ιστορικά μυθιστορήματα. Απόφοιτος του Πανεπιστημίου του Γέιλ, με διδακτορικό στην Αγγλική Ιστορία στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, η Λόρεν Γουίλιγκ ζει στη Νέα Υόρκη και ασχολείται αποκλειστικά με το γράψιμο.
Το μυθιστόρημα διαδραματίζεται στην Αγγλία, την Κένυα και τη Νέα Υόρκη, και σ’ αυτό συμμετέχουν τρεις γενιές μιας οικογένειας. Όλη η ιστορία υφαίνεται γύρω από ένα οικογενειακό μυστικό το οποίο κρατά καλά κρυμμένο από τα εγγόνια της η ενενηνταενιάχρονη γιαγιά Άντι της νεαρής πετυχημένης δικηγόρου Κλεμεντάιν-Κλέμι Έβανς, που δουλεύει σε μια μεγάλη νομική εταιρεία του Μανχάταν, η οποία στα τριάντα τέσσερα χρόνια της βλέπει να γκρεμίζονται τα πάντα στη ζωή της.
Μέσα από τις σελίδες του μυθιστορήματος αυτού με τη συνεχή εναλλαγή του τόπου και του χρόνου, βιώνουμε τις συνήθειες της βρετανικής αριστοκρατίας, τη ζωή των άγγλων αποικιοκρατών στην Αφρική με τον εκφυλισμό και τη διαφθορά, αλλά και τον δυναμισμό της ζωής στη Νέα Υόρκη.
Το μυθιστόρημα αυτό το αγόρασα στην Αθήνα από ένα μεγάλο  κεντρικό βιβλιοπωλείο που το είχε σε περίοπτη θέση και το διαφήμιζε ως νέα έκδοση που είχε τεράστια επιτυχία. Συνήθως, δεν με ενδιαφέρουν τα ευπώλητα, μάλλον τα αποφεύγω, αλλά αυτή τη φορά το επέλεξα, μόνο και μόνο, επειδή είναι έκδοση της Ωκεανίδας που την εμπιστεύομαι.
Ομολογώ ότι δεν με απογοήτευσε, αντίθετα το βρήκα πολύ γλυκό, τρυφερό, ενδιαφέρον, φτάνει να το διάβαζες συνεχόμενα, για να μην ξεχνάς πρόσωπα και γεγονότα, έτσι όπως εναλλάσσονται στον τόπο και τον χρόνο.
Μέσα από τις σελίδες του μυθιστορήματος της Λόρεν Γουίλιγκ παρελαύνουν μπροστά μας πολλά πρόσωπα με διαφορετική ψυχοσύνθεση, νοοτροπία, modus vivendi. Έρωτες και πάθη, προδοσίες, ανθρώπινες αδυναμίες συνθέτουν έναν καμβά πάνω στον οποίο η συγγραφέας υφαίνει με μαεστρία την όμορφη ιστορία της.
Στη Νέα Υόρκη η Κλεμεντάιν καταφέρνει να ξεκλέψει λίγο χρόνο για να επισκεφτεί τη γιαγιά της που είναι πολύ άρρωστη.
«Και τώρα, πάθαινε σοκ έτσι που την έβλεπε. Για την Κλέμι, η γιαγιά ήταν γριά βέβαια, αλλά εβδομηντάρα το πολύ, ποτέ της δεν θα γερνούσε περισσότερο. Και τώρα την έβλεπε ζαρωμένη και εύθραυστη…
Πανικός την κυρίεψε ξαφνικά. Η γιαγιά Άντι ήταν πάντα εκείνη που πρόσφερε στην Κλέμι ένα αίσθημα ασφάλειας, μονιμότητας. Η ιδέα ενός κόσμου χωρίς τη γιαγιά… Δεν ήθελε ούτε να το σκέφτεται».
Ο θάνατος της γιαγιάς γίνεται η αφορμή για να μάθει η Κλεμεντάιν την αληθινή ιστορία της οικογένειάς της. Η πραγματική γιαγιά της ήταν η Μπία, μια πανέμορφη κόρη άγγλων αριστοκρατών, που επειδή την παραμελούσε ο άντρας της, θέλησε να του ανταποδώσει με το ίδιο νόμισμα την απιστία του. Όμως, για τη γυναίκα δεν ήταν το ίδιο. Έτσι, αναγκάζονται μετά από το σκάνδαλο, με τον Φρέντερικ να δραπετεύσουν στην Κένυα σε μια φυτεία καφέ. Εκεί αποκτούν δυο κόρες, αλλά η Μπία δεν μπορεί να προσαρμοστεί. Για να γεμίσει το κενό, βρίσκει παρηγοριά στην αγκαλιά διάφορων εραστών και θαυμαστών της, παραμελώντας τα κορίτσια της, μέχρι που φτάνει στην Κένυα μια ξαδέλφη της, η Άντι, ορφανή κόρη του αδελφού του πατέρα της, την οποία είχε, ως μεγαλύτερη, υπό την προστασία της η Μπία.
Η Άντι έρχεται στην Αφρική, γιατί θέλει πριν αρραβωνιαστεί στο Λονδίνο με έναν λαμπρό νέο, να κανονίσει κάποιες εκκρεμότητες. Ο Φρέντερικ ήταν δικός της φίλος, με τον οποίο ήθελε να παίξει η Μπία. Στην πορεία, ξαναφουντώνει ο έρωτά της με τον Φρέντερικ, μέχρι τη μέρα που σε ένα σαφάρι στη ζούγκλα χάνεται η Μπία.
Από την Κένυα, ο Φρέντερικ με την Άντι και τα κορίτσια έρχονται στη Νέα Υόρκη. Κάποια στιγμή, τα κορίτσια παντρεύονται. Η εγγονή τους Κλέμι λατρεύει τον παππού και τη γιαγιά, αφού μετά το διαζύγιο των γονιών της η μητέρα της την έφερε στη Νέα Υόρκη.
Ψάχνοντας για το μυστικό της οικογένειάς της η Κλέμι, κάποια στιγμή μιλά με τη μητέρα της η οποία της εκμυστηρεύεται για τη γιαγιά της την αληθινή, την Μπία:
«Εννοώ ότι  μας είχε εγκαταλείψει πολύ καιρό πριν. Κι αν δεν ήταν εκείνο το ατύχημα στο σαφάρι, θα το είχε σκάσει με κάποιον εκείνη τη χρονιά. Ήμουν αρκετά μεγάλη για να καταλαβαίνω…
Η μητέρα μου σιχαινόταν το κτήμα. Της έλειπε το Λονδίνο. Είχε κάνει την εμφάνισή της ως ντεμπιτάντ, πράγμα που τότε είχε εντελώς διαφορετικό νόημα απ’ ό,τι σήμερα. Είχε τίτλο ευγενείας, υπηρέτες, η φωτογραφία της έμπαινε συχνά στις εφημερίδες. Κι από κει, βρέθηκε εγκλωβισμένη με δυο παιδιά σ’ ένα απομακρυσμένο αγρόκτημα σε μια μακρινή χώρα, μ’ έμαν σύζυγο που ενδιαφερόταν περισσότερο για τις καλλιέργειες παρά γι’ αυτήν. Έτσι το έβλεπε η ίδια. Δεν νομίζω να συμπαθούσε ιδιαίτερα κανέναν από μας».
Ομολογώ ότι το μυθιστόρημα της Λόρεν Γουίλιγκ «Ψίθυροι από το παρελθόν» με ταξίδεψε σε όμορφα μέρη του κόσμου και σε όμορφους ανθρώπους. Αυτή η αναδρομή στο παρελθόν και τα καλά κρυμμένα μυστικά του είναι ένα συναρπαστικό ταξίδι. Η συγγραφέας με το γλαφυρό ύφος της καταφέρνει να διαγράψει με αδρές πινελιές τους χαρακτήρες της, φιλοσοφεί πάνω στη ζωή και ανατέμνει τον ψυχικό κόσμο των ηρώων της, παρουσιάζοντάς μας τους ρεαλιστικά, με τις αδυναμίες και τα πάθη τους, τα όνειρα και τις ελπίδες τους, χωρίς να τους εξιδανικεύει, χωρίς φτιασίδια. Ναι, μου άρεσε πολύ ως μυθιστόρημα, και το συστήνω ανεπιφύλακτα.